Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Το πολυεπίπεδο υπερθέαμα του Ελληνικού Ποδοσφαίρου



Άπειρα κείμενα, άρθρα και απόψεις έχουν γραφτεί για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν όχι όλα, η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών, του αποδίδει όχι και τόσο θετικούς χαρακτηρισμούς. Πολλά ακούγονται για την ποιότητα του θεάματος, τη διαφθορά, την οικονομική κατάσταση των ομάδων, τα επεισόδια μεταξύ των οπαδών και οτιδήποτε άλλο. Και αν όλη αυτή η αρνητική κριτική φαίνεται φυσιολογική, υπό την οπτική ενός υγιούς φιλάθλου, υπό την αντίστοιχη ενός πειραγμένου όπως έγω, μπορεί να του φανεί κάπως αυστηρή και κακοπροαίρετη. Δηλαδή πραγματικά, πολλές φορές σκέφτομαι ότι το Ελληνικό ποδόσφαιρο, αν το κρίνει κανείς αποκλειστικά σαν ένα θέαμα, σαν ένα έργο επί σκηνής είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Βασικά είναι το πιο ενδιαφέρον συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο αντίστοιχο θέαμα στον κόσμο. Όχι δεν έχω πάρει ναρκωτικά, για αυτό και θα επιχειρηματολογήσω στην άποψη μου.

Αρχικά η Superleague είναι το πιο δύσκολο πρωτάθλημα στον κόσμο για να κατακτηθεί. Διότι δεν αρκεί να έχεις καλή ομάδα. Τι νομίζατε, θα ήμασταν σαν τις λουλούδες τους Άγγλους, πετάς μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, προσλαμβάνεις γνώστες του αθλήματος και διεκδικείς την πρωτιά; Όχι αλάνια μου. Για να κατακτήσεις την κορυφή στο Ελληνικό ποδόσφαιρό πρέπει εκτός απο τα προαναφερόμενα να εξασφαλίσεις και με άλλους τρόπους την πρωτιά. Διότι το πιο μαγικό πράγμα σχετικά με το Ελληνικό ποδόσφαιρό, είναι ότι είναι πολυεπίπεδο. Αν δεν έχεις την μεγαλύτερη επιρροή στην ποδοσφαιρική ομοσπονδία και στους αθλητικούς δικαστές, τότε σύντομα θα βρεθεί η αφορμή για να φας μία αφαίρεση βαθμών και άντε γεια το πρωτάθλημα. Ενώ αν έχεις εσύ τη δύναμη, μπορείς να σαμποτάρεις τους αντιπάλους σου αν τυχόν και τόλμησαν και σε ανταγωνίστηκαν σε αγωνιστικό επίπεδο.

Αυτή η επιρροή εννοείται δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο εξωαγωνιστικό περιβάλλον αλλά πρέπει να μεταφέρεται και στον αμιγώς αγωνιστικό χώρο. Διότι όπως έλεγε και ο Οσιμ η μπάλα είναι πόρνη. Και εκεί δηλαδή που τα έχεις οργανώσει όλα τέλεια, γίνεται μια στραβοκλωτσιά, μία κόντρα και βρίσκεσαι στο καναβάτσο. Εκεί λοιπόν είναι που θα σε σώσει ο διαιτητής, θα σφυρίξει οφσάιντ, επιθετικό φάουλ και τελείωσε. Εννοείται ότι σε ένα άθλημα ανταγωνιστικό όπως αυτό, πάντοτε φροντίζεις έτσι ώστε ο ανταγωνιστής σου να μην κερδίσει, ακόμα και αν δεν παίζει εναντίον σου στο επερχόμενο παιχνίδι. Η πρόληψη σώζει.

Φυσικά όπως είπα το Ελληνικό ποδόσφαιρο είναι πολυεπίπεδο. Που σημαίνει ότι όταν ο πολυπόθητος τίτλος κατακτηθεί, τότε τα συγχαρητήρια δεν θα ανήκουν μόνο στους ποδοσφαιριστές αλλά σε όλους όσους ασχολούνται με την ομάδα. Αρχικά από τους προέδρους, οι οποίοι στην Ελλάδα προβάλλονται περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, δικαίως, διότι είναι αυτοί που συνέβαλλαν περισσότερο από τον καθένα στην επιτυχία και αυτοί που φροντίζουν για ότι αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Και ο κόσμος το αναγνωρίζει αυτό, για αυτό και τους ακολουθεί στο Instagram και προωθεί κάθε σκέψη τους. Θέλουν να έχουν τον κόσμο στο πλευρό τους διότι γνωρίζουν ότι σε δημοκρατίες όπως η Ελλάδα, δεν υπάρχει ισχυρότερη υπερασπιστική γραμμή από να σε υποστηρίζει ένας σεβαστός αριθμός ψηφοφόρων. Διότι με τους τρόπους που γίνεται κάποιος πολύ πλούσιος σε αυτή τη χώρα, είναι πολύ πιθανό στο μέλλον ένας δικηγόρος να μην είναι αρκετός. Επίσης βοηθάνε και στην ενίσχυση των διακρατικών σχέσεων, επενδύοντας λεφτά σε εταιρείες του εξωτερικού που ασχολούνται με το Ελληνικό πρωτάθλημα. Το αν τους τα πέρνουν πίσω μετά, έχει να κάνει με το αναμφισβήτητο Ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο.

 Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι υπάλληλοι του ποδοσφαιρικού τμήματος. Είναι αυτοί που θα κάνουν υπενθυμίσεις στο διαιτητή, αυτοί που θα κόψουν τον τσαμπουκά των αντιπάλων, με ποιο τρόπο δεν έχει σημασία και είναι και αυτοί που θα φανατίσουν τους ποδοσφαιριστές για τη μάχη που θα δώσουν. Εννοείται ότι και αυτοί θα είναι δραστήριοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου είναι ακόμα ένα γήπεδο, όπου μάχονται με τους ομολόγους τους, των άλλων ομάδων. Συνήθως είναι και οι βασικοί υπεύθυνοι για την φιλοξενία της αντίπαλης ομάδας, ακόμα και για την προσέλευση τους στο χώρο του σταδίου, μακριά από την ενοχλητική παρουσία της αστυνομίας και με θερμή υποδοχή των οπαδών μέσα στα στενά που θα περάσει το πούλμαν του αντιπάλου. Ο Ξένιος Ζευς υπάρχει ακόμα σε αυτή τη χώρα.

Δεν γίνεται να ξεχάσω τους οπαδούς, τους πιστούς φίλους κάθε ομάδας οι οποίοι και αυτοί είναι πολυεπίπεδοι και δεν είναι μονότονοι όπως οι αντίστοιχοι Ευρωπαίοι. Ενώ στην Ευρώπη λοιπόν οι οπαδοί το μόνο που κάνουν είναι να ενθαρρύνουν την ομάδα τους, άντε και να γιουχάρουν τους αντιπάλους, στην Ελλάδα, έχουν πολύ περισσότερες ευθύνες. Πρώτο και σημαντικότερο να μειώσουν την απόδοση των αντιπάλων ποδοσφαιριστών και προπονητών, αποσπώντας την προσοχή τους από την μπάλα, βρίσκοντας άλλα θεαματικά ερεθίσματα, όπως ιπτάμενα μπουκάλια, κροτίδες, κουτάκια μπύρας(άδεια ή γεμάτα), ρολό ταμειακής μηχανής(τυλιγμένα ή όχι), κότες, μπουγάτσες και πολλά άλλα. Όπως όμως και οι προηγούμενες κατηγορίες έχουν και αυτοί τον εξωαγωνιστικό τους ρόλο. Πέρα από διπλωματικές επισκέψεις σε άλλους οπαδούς τις βραδινές ώρες, στις οποίες πολλές φορές προσπαθούν απεγνωσμένα να τους πείσουν για το δίκιο των επιχειρημάτων τους (έως ότου αυτοί για να γλιτώσουν τρέχουν στο δρόμο και σκοτώνονται από διερχόμενο αυτοκίνητο) υπάρχουν και οι αντίστοιχες επισκέψεις σε παίκτες αντίπαλης ομάδας (κατά προτίμηση αυτής που παίζουν τις επόμενες μέρες) για να τους εκφράσουν την εκτίμηση τους και την καλόπιστη ζήλεια τους. Και επειδή πολλές φορές είναι και ντροπαλοί, δηλώνουν, οπαδοί άλλης ομάδας. Πάντα περισσότεροι, από τους άλλους, διότι δεν θα γινόταν διαφορετικά στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, να μην προβαλλόταν το δίκαιο της πλειοψηφίας. Τέλος οι οπαδοί της κάθε ελληνικής ομάδας είναι πάρα πολύ μορφωμένοι σε επιστήμες όπως η ιστορία, η γεωγραφία και η εθνολογία, έτσι σε κάθε συνάντηση τους με άλλους δεν αμελούν να τους μεταδόσουν την γνώση τους σχετικά με την καταγωγή τους και την ταυτότητα τους. Για να μην αναφέρω και τις γνώσεις τους πάνω στη νομική και στα οικονομικά, όταν η ομάδα τους αντιμετωπίζει αντίστοιχα ζητήματα.

Για το τέλος άφησα τους πρωταγωνιστές του αθλήματος, τους ποδοσφαιριστές. Πολλά ακούγονται για την ποιότητα τους και για τις αθλητικές ικανότητες. Εν μέρει δικαίως, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε ένα πολυεπίπεδο έργο, ειδικά ο πρωταγωνιστής πρέπει να είναι επίσης πολυτάλαντος. Οι ποδοσφαιριστές του Ελληνικού πρωταθλήματος λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουν καλά την τέχνη της υποκριτικής, είτε για να μπερδέψουν το διαιτητή, είτε για να τον βοηθήσουν να εφαρμόσει τις παραινέσεις του προέδρου και εργοδότη τους. Επίσης, όπως και οι προπονητές, πρέπει να ξέρουν να ξεχωρίζουν αν τα αντικείμενα που θα προσγειωθούν τριγύρω τους, είναι από οπαδούς της ομάδας που αγωνίζονται ή από αντιπάλους. Στην πρώτη περίπτωση θα κάνουν τα παλικάρια σαν να μην συμβαίνει τίποτα και θα αποθεώνουν τους οπαδούς, που τους στηρίζουν. Στη δεύτερη περίπτωση θα θυμηθούν ότι είναι πολιτισμένοι άνθρωποι και ότι αυτά τα πράγματα καλό είναι να μην γίνονται, αλλά αν γίνουν τότε, ας αναλάβουν τα δικαστήρια το αποτέλεσμα του αγώνα, μια και στη ζωή το να πετυχαίνεις τον στόχο σου χωρίς κόπο είναι ιδιαίτερα ευχάριστο.

Για κερασάκι στην τούρτα, θέλω να αναφέρω, ίσως όχι την πιο σημαντική αλλά την, σίγουρα, μαγική ιδιότητα που έχει το Ελληνικό ποδόσφαιρο, να δίνει τη δυνατότητα σε κάθε ομάδα, να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Έτσι μπορεί μία ΠΑΕ να έχει πέσει σε οικονομική δυσμένεια, αλλά πάντοτε της δίνεται η δυνατότητα να προσπαθήσει ξανά, ξεκινώντας από το μηδέν(στα χρέη). Οι τρόποι είναι πολλοί και διάφοροι. Παγωμένα χρέη, ειδικά άρθρα, αγορά ΑΦΜ άλλων ομάδων, λύτρωση με πτώση 1-2 κατηγοριών και επιστροφή μετά. Με άλλα λόγια το Ελληνικό ποδόσφαιρο έχει και μεταφυσικές ιδιότητες.

Συγχωρέστε με αν έχω ξεχάσει πτυχές που εκπροσωπούν την ομάδα σας είτε θετικά είτε αρνητικά, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε ένα τέτοιου μεγέθους υπερθέαμα δεν μπορεί να αναλυθεί διεξοδικά σε μόνο δύο σελίδες Word…



Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Κόμπλεξ Ανωτερότητας



Ζούμε σε καθαρά ανταγωνιστικές κοινωνίες. Και όπου υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει και κατάταξη. Είναι σαν να συμμετέχουμε σε ένα πρωτάθλημα ζωής, σε έναν αγώνα δρόμου με τελικά τρόπαια, ανάλογα με τη θέση που θα κατακτήσουμε. Έτσι νομίζουμε τουλάχιστον...

Πόσα και πόσα άρθρα δεν έχουν γραφτεί, που μας προτρέπουν να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να ανεβάσουμε τα επίπεδα της αυτοεκτίμησης μας, να πιστέψουμε στα ταλέντα μας και τις δυνάμεις μας. Άπειρα. Η αιτία; Προφανώς επειδή υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν άσχημα με το ίδιο τους το «είναι».  Ή μήπως νιώθουν άσχημα με το «φαίνεσθαι» τους, το οποίο το ίδιο τους το περιβάλλον το έχει περάσει σαν «είναι»; Διότι δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι κατώτεροι από ότι είναι στην πραγματικότητα. Έχουν δηλαδή ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Κάτι το οποίο είναι αναληθές μια και μόνο οι φασίστες, με την ευρεία έννοια του όρου, είναι κατώτεροι άνθρωποι, τι και αν, σας διαβεβαιώνω, οι ίδιοι δεν νιώθουν έτσι. Αντίθετα νιώθουν ότι είναι υπεράνω, με άλλα λόγια, έχουν κόμπλεξ ανωτερότητας.

Πέρα όμως, από τις άμορφες μάζες οστών και λίπους(για τους φασίστες λέμε ντε) υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι επίσης διακατέχονται από αυτό το κόμπλεξ ανωτερότητας. Σε αντίθεση δηλαδή με τους άλλους ανθρώπους(οι φασίστες, είπαμε δεν είναι άνθρωποι) που υποτιμούν τους εαυτούς τους χωρίς να το αξίζουν, οι ίδιοι υπερτιμούν τους εαυτούς τους χωρίς φυσικά να το αξίζουν.
Δεν είναι δύσκολο να τους πάρεις πρέφα. Αρκεί να –αποπειραθείς- να πιάσεις κουβέντα μαζί τους. Σύντομα θα δεις το υπεροπτικό υφάκι τους, αν φυσικά καταδεχτούν, να σου απαντήσουν. Σε περίπτωση που τελικά γίνει αυτό, η αλαζονεία τους θα διακατέχεται στην ατμόσφαιρα, σε τέτοιο βαθμό που να μετανοιώνεις την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισες να τους δώσεις τον λόγο.

Η συμπεριφορά τους, ακόμα και η στάση τους σώματος τους, θα είναι τέτοια που θα είναι σαν να βροντοφωνάζουν «γαμάω και δέρνω». Και γνωρίζουμε όλοι, έστω και αν δεν έχουμε μεγάλη εμπειρία στη ζωή, ότι όπως ο πραγματικός τρελός ποτέ δεν «λέει» ότι είναι τρελός, έτσι και ο πραγματικός γαμάτος, ποτέ δεν θα «πει» ότι είναι γαμάτος. Είτε γιατί δεν το ξέρουν, είτε γιατί ακόμα και να το υποπτεύονται, δεν θα αφήσουν τον εαυτό τους να πειστεί και να το πάρει ως δεδομένο.

Έχω συναντήσει πάρα πολλούς από τους παραπάνω μαλάκες στη ζωή μου. Από τα 18 μου, που άρχισα να ψάχνομαι πάνω στην τέχνη και γενικά να έχω κάθε είδους αναζητήσεις, μέχρι και τα 25 μου περίπου, που έριξα ένα γερό κωλοδάχτυλο πίσω μου σε κάθε είδους «κύκλους», συνάντησα πάρα πολλά από τα προαναφερόμενα «ψώνια». Είτε στους κύκλους των μουσικών είτε στους αντίστοιχους των
wanna be διανοούμενων, έπεφτα συνεχώς πάνω σε τύπους οι οποίοι, χωρίς να σε έχουν ακούσει, χωρίς να σου έχουν μιλήσει, χωρίς να σε ξέρουν καν, θεωρούσαν ότι σου κάνουν χάρη και μόνο που βρίσκονταν στον ίδιο χρόνο και τόπο με σένα. 

Οι μουσικοί νόμιζαν ότι ήταν μία μετεμψύχωση του Jim Morrison και του Ian Curtis, έχοντας και το απαραίτητο drama queen υφάκι, οι συγγραφείς/μπλόγκερ/λογοτέχνες πάλι θεωρούσαν ότι έχουν διαβάσει πιο πολλά βιβλία και από τη φημισμένη βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο, στο Μιλάνο. Πέρα όμως από τον εκνευρισμό που προκαλούσαν σε όσους είχαμε την ατυχία να συναναστραφούμε μαζί τους, για μένα διέπρατταν και το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορεί να γράψει κάποιος που νομίζει ότι κατέχει την οποιαδήποτε γνώση/τέχνη. Να μην την μοιράζεται. Είναι παρανοϊκό, οι τύποι είχαν ιδρύσει μέσα στον μικρόκοσμο τους, κάτι σαν μία τεκτονική στοά και ου ε κι αλίμονο αν κάποιος κατάφερνε να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτή. Μιλάμε για σχιζοφρένεια. 

Βέβαια, επειδή η ζωή είναι μεγάλη πουτάνα, σύντομα «τιμωρούνταν» για την αλαζονεία τους. Και έμεναν παρέα μόνο με το αίσθημα της αδικίας, που η μεγαλοφυία τους δεν αναγνωρίστηκε, μια και όλους όσους τους προσέγγισαν προηγούμενως τους είχαν απομακρύνει. Από ότι φαίνεται το κόμπλεξ ανωτερότητας είναι το ίδιο καταστρεπτικό με το αντίστοιχο της κατωτερότητας.

Αντίθετα, την ίδια εποχή συναντήθηκα με πολλούς πραγματικά καταξιωμένους, των οποίων η απλότητα τους δεν ήταν λιγότερο γοητευτική, από αυτή των πωλητών του Βαρδάρη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι όταν μετά από μία συναυλία των Opeth, πήγα και φορτώθηκα στον Mikael Akerfeldt, ήπια μπύρες μαζί του λες και ξανασυναντούσα κάποιον παλιό συμφοιτητή. Μιλάμε για ένα μουσικό που έχει κάνει headline show στο Royal Albert Hall, στο Λονδίνο.

Αλλά η μεγαλύτερη μου αδυναμία, ήταν όλοι αυτοί οι ανώνυμοι που συνάντησα, οι οποίοι, είτε λόγω μετριοφροσύνης, είτε λόγω ανασφαλειών που τους προκλήθηκαν από την ανταγωνιστική κοινωνία, δεν «διαφήμιζαν» ποτέ τα έργα τους, όχι όσο έπρεπε τουλάχιστον. Και ήμουν πάρα πολύ τυχερός που ένιωσαν αρκετά «ασφαλείς» για να τα μοιραστούν μαζί μου. Αυτούς τους αγαπώ λίγο παραπάνω. Και πιστέψτε με, αυτοί είναι που, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, έχουν προοδεύσει πραγματικά, κάνοντας αυτό που αγαπάνε και υπηρετούν. Και αυτό δεν είναι ο εαυτός τους, ούτε η φήμη τους. Είναι η τέχνη τους. Είναι η ψυχή τους.




Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Η νοοτροπία του διαλόγου



Καθώς μεγαλώνεις και καλλιεργείς ανάλογα την προσωπικότητα σου, αρχίζεις σιγά-σιγά, να βάζεις τουβλάκια(σαν ένα παιχνίδι LEGO) στον τοίχο του χαρακτήρα σου. Πέρα όμως από τα γνωστά, πάνω-κάτω, σε όλους μας στοιχεία που ποικοιλούν σε έναν άνθρωπο, καλλιεργείται και η δυνατότητα να είσαι ευέλικτος ανάμεσα σε αυτά χαρακτηριστικά. Ειδικά σε ότι αφορά τις απόψεις σχετικά με θέματα που συναντάς καθημερινά ή όχι και τόσο καθημερινά. Κοινώς καλλιεργείται μέσα σου η νοοτροπία του διαλόγου.

Παρατηρώντας τον εαυτό μου καθώς μεγάλωνα, αντιλήφθηκα ότι κατά καιρούς σε διάφορα θέματα άλλαζα γνώμη. Όχι απόλυτα πάντα, αλλά αρκετές φορές επαρκώς. Πως γινόταν αυτό; Κατά τύχη και όχι μόνο. Οι προσωπικές μου αναζητήσεις ήταν η αφορμή, ότι χωρίς την οποιαδήποτε τύχη, αναθεωρούσα, κάποια άποψη μου. Κατά τύχη όταν συναντιόμουν με κάποιο συνομιλητή, θέταμε τα επιχειρήματα μας, διαφωνούσαμε και αρκετές φορές ο εκάστοτε συνομιλητής μου κατόρθωνε με τα επιχειρήματα του να με πείσει για του λόγου το αληθές του. Αρκετές φορές όχι. Η τελική έκβαση της συζήτησης συνήθως εξαρτιόταν από τη γνώση μου πάνω στο θέμα. Αν θεωρούσα ότι ήταν περισσότερη από του συνομιλητή τότε στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, παρέμενα πιστός στην αρχική μου γνώμη. Όταν συνέβαινε το αντίθετο, τότε προφανώς ήμουν πολύ περισσότερο διατεθειμένος να την αλλάξω.

Ταυτόχρονα όμως παρατηρώντας τον εαυτό μου, παρατηρούσα και τους άλλους. Και δυστυχώς έβλεπα σαν μάρτυρας, ή ζούσα σαν συνομιλητής, τον διάλογο να ξεφεύγει τελείως από τα αρχικά του πλαίσια και στο τέλος να μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση, φωνές, βρισιές.  Με αποτέλεσμα αυτή η υπέροχη διαδικασία του διαλόγου, που μας κάνει σαν ανθρώπους να ξεχωρίζουμε από τα συμπαθέστα ζωάκια, να εκφυλίζεται και μαζί της και η ανθρώπινη υπόσταση μας.

Στην αρχή αφελώς πίστευα ότι η δυνατότητα κάποιου να συζητάει είχε να κάνει με το μορφωτικό του επίπεδο. Πόσο λάθος ήμουν. Έχοντας την τύχη να γνωρίσω σπουδαίους λαϊκούς ανθρωπους στη ζωή μου, με τους οποίους κάθε συνομιλία μου μαζί τους μου πρόσφερε, γνώση και άνοιγμα των οριζόντων του μυαλού μου. Αντίθετα είχα την ατυχία να γνωρίσω ανθρώπους που ενώ είχαν ένα κοινωνικό και αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο, η διάθεση τους να κάνουν διάλογο ήταν λιγότερη και ενός 45άρη να πάει με τη γυναίκα του για ψώνια.

Επίσης δεν έχει να κάνει με τις κοινωνικό-πολιτικές ιδέες που έχουν οι συνομιλητές. Εξαιρούνται οι φασίστες με δίπλωμα. Έχω γνωρίσει και καλά δημοκρατικούς ανθρώπους οι οποίοι στην πρώτη διαφωνία ξεκινάνε τις προσωπικές προσβολές, ενώ έχω γνωρίσει άλλους που ανήκουν επίσημα σε πιο συντηρητικούς κύκλους και είναι διατεθειμένοι να κάνουν μια πολύ όμορφη και ίσως και εποικοδομητική ανταλλαγή ιδεών.

Μία ακόμα δυσάρεστη διαπίστωση που έκανα τον τελευταίο χρόνο που ζω στην Ολλανδία, είναι ότι στην Ελλάδα δυστυχώς υπάρχει μεγάλη έλλειψη νοοτροπίας διαλόγου. «Ανακάλυψες την Αμερική» θα μου πει κάποιος, απλά είχα την ιδέα ότι αυτά τα σκατά ήταν διεθνή. Με μεγάλη μου λύπη δεν είναι. Έχω διαφωνήσει πολλές φορές με Ολλανδούς, πολύ σπάνια η συζήτηση έχει ξεφύγει από τον αρχικό της σκοπό. Αντίθετα στην Ελλάδα είμαστε ένα μεγάλο τηλεοπτικό παράθυρο. Λες και ένας Ευαγγελάτος βγάλμένος από τα θρυλικά 90s, έχει αναλάβει ανεξαρτήτως κυβερνήσεων τα τελευταία 20 χρόνια, να μας καλλιεργήσει επάνω στο διάλογο. Τα αποτελέσματα είναι φανερά, καθημερινά και παντού γύρω μας.

Δεν θα το παίξω άγιος. Και εγώ μπορώ να ανακαλέσω στο μυαλό μου στιγμές που δεν υπήρξα αντάξιος διαλόγου(αν και ποτέ δεν προέβηκα σε προσωπική επίθεση) αλλά έχω την αίσθηση ότι όσο μεγαλώνω, βελτιώνω την ικανότητα μου στον εποικοδομητικό διάλογο και ελαττώνω αυτές τις στιγμές. Ίσως έχει να κάνει με το γεγονός νομίζω, ότι όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο ανοιχτόμυαλος γίνομαι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό για να μπορούμε να γίνουμε σοβαροί συνομιλητές. Το ανοιχτό μυαλό, και η καλή διάθεση(στοιχειώδης σεβασμός) απέναντι σε αυτόν που μας κάνει την τιμή να συζητήσει μαζί μας. 

Και θα ρωτήσει κάποιος: Πως ανοίγει το μυαλό; Το πως περιλαμβάνει πολλές απαντήσεις. Το «πότε» είναι το καθοριστικό ερώτημα. Και η απάντηση σε αυτό είναι «μόνο όταν θέλει».




Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Οι αμαζόνες της νύχτας



Φαντάζομαι κάθε άνθρωπος που πλησιάζει επικίνδυνα τα πρώτα -άντα, έχει απολαύσει ένα σεβαστό αριθμό εμπειριών και καταστάσεων. Μέσα σε αυτές, σιγουρα, έχει παρατηρήσει ανθρώπινες συμπεριφορές, καταστάσεις και καλώς ή κακώς , έχει σχηματίσει κάποιες ιδέες για τους άλλους ανθρώπους που συναναστρέφεται.

Κάπως έτσι και εγώ, ανήκοντας στην παραπάνω κατηγορία για λίγο καιρό ακόμα, έχω σχηματίσει κάποιες συγκεκριμένες γνώμες για ομάδες ανθρώπων. Και ενώ προσπαθώ απεγνωσμένα να απαρνιέμαι τις αρνητικές από αυτές και έτσι να μην είμαι προκατειλλημένος απέναντι σε έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζω, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις θετικές, μια και μου αρέσει πολύ το να είμαι κάπως θετικά προϊδεασμένος απέναντι σε έναν άνθρωπο και ας μην τον ξέρω. Ναι προφανώς συνήθως την πατάω, αλλά δεν γαμιέται.

Όντας ετεροφυλόφιλο αρσενικό λοιπόν, ήταν λογικό, η παρατήρηση μου να είναι λίγο πιο προσεκτική, στις γυναίκες που γνώριζα. Και όταν αναφέρομαι στη λέξη «γνωρίζω» εννοώ όλα τα επίπεδα που μπορεί να εκφράζει αυτή. Από μία απλή τυχαία κουβέντα μέχρι και σχέση κανονική. Πριν μεταναστεύσω στην Ολλανδία, εργάστηκα σε πολλές νυχτερινές δουλειές, κυρίως σαν σερβιτόρος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γνωρίσω πολλές γυναίκες που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα, ή απλά εργάζονταν στον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Ε λοιπόν, το λέω απόλυτα συνειδητά, δεν έχω γνωρίσει πιο θαυμαστές υπάρξεις από αυτές.

Από την αρχή με ιντριγκάριζε το γεγονός, ότι ένα σημαντικό μέρος της «σεβαστής» κοινωνίας μας(εμετός), τις θεωρούσε «εύκολες», «χαλαρών ηθών» και πολλά άλλα «όμορφα». Έτσι ήθελα και κατάφερνα με τη συμπεριφορά μου, να τις δημιουργήσω πρόσφορο έδαφος για να μου δείξουν την ομορφιά τους. Την πραγματική, την ανθρώπινη ομορφιά τους. Και δεν με διέψευσαν, αντίθετα διέψευσαν τους προαναφερόμενους «νοικοκύρηδες».

Οι γυναίκες αυτές λοιπόν ούτε εύκολες είναι, ούτε χαλαρών ηθών. Το βασικότερο είναι ανεξάρτητες, δεν κρέμονται από τα παπάρια κανενός νταή και οριοθετούν μόνες τους τη ζωή τους, χωρίς να περιορίζονται σε σεξιστικά και παραδοσιακά πρότυπα. Είναι κυρίαρχοι των ζωών τους. Δουλεύουν πολύ σκληρά για να τα βγάλουν πέρα για αυτές και πολλές φορές για τα παιδιά τους, όντας τελείως μόνες τους.

Ξέρουν πως να συμπεριφερθούν. Πολύ σπάνια να τις άκουσα να κοτσομπολεύουν το οτιδήποτε. Ούτε ντυσίματα, ούτε συμπεριφορές. Πολύ πιθανόν να είναι απόρροια του γεγονότος, ότι συναναστρέφονται με πολύ κόσμο και έτσι αντιλαμβάνονται το τι είναι πραγματικά άξιο κριτικής και τι όχι. Τι και αν οι ίδιες συνήθως προσέχουν την εμφάνιση τους, ξέρουν πόσο ασήμαντα είναι τα νύχια, τα ρούχα και οι τρίχες.

Σέβονται τον καθένα μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Έτσι όπως θα αρνηθούν ευγενικά, χωρίς να το παίξουν Μαρίες Αντουανέτες, μία ευγενική ένδειξη ενδιαφέροντος από κάποιον άνδρα, έτσι κιόλας δεν θα διστάσουν να βάλουν στη θέση τους τον κάθε μαλάκα που νομίζει ότι επειδή πληρώνει, μπορεί να αγοράσει και κάτι παραπάνω πέρα από τα προϊόντα του καταλόγου. Χωρίς να έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, έχουν υψηλά επίπεδα αυτοσεβασμού και δικαίως τον απαιτούν. Διότι γνωρίζουν ότι και οι ίδιες με τη στάση τους, εκφράζουν τον αυτονόητο σεβασμό σε όλους όσους βρίσκονται γύρω τους.

Η στιγμή που τις θαύμαζα περισσότερο από κάθε άλλες, μια και διαπίστωνα την αρχοντιά τους, ήταν στο σχόλασμα. Εκεί τόσο κουρασμένες αλλά ταυτόχρονα και τόσο αγέρωχες, με ένα ποτό και ένα τσιγάρο αποχαιρετούσαν μία ακόμα δύσκολη βραδιά, ίσως παραπονεμένες αλλά σίγουρα περήφανες για το πρόσφατο παρελθόν και το κοντινό μέλλον τους. Το έβλεπα το μέλλον τους. Το φανταζόμουν καθώς κοιτούσα τα μάτια τους. Θα πήγαιναν σπίτι, πολλές από αυτές θα έδιναν ένα φιλί στο κοιμισμένο παιδάκι τους, θα κοιμόντουσαν και θα ξυπνούσαν κατά το μεσημεράκι. Θα αντιμετώπιζαν πολλές φορές τα αφ’υψηλού βλέμματα από τις «πριγκήπισσες», που τόσο έντεχνα χτίσαν το χρυσό κλουβάκι τους και τώρα νομίζουν ότι είναι υπεράνω. Αλλά έχουν μάθει να αδιαφορούν για αυτά. Στην τελική, τι έχει να ζηλέψει μία ελεύθερη αμαζόνα από μία σκλαβωμένη πριγκήπισσα;

Προς όλες τις γυναίκες που συμπεριλαμβάνονται στις παραπάνω λέξεις, στις σερβιτόρες, στις μπαργούμεν, στις λαντζέρησες, στις εργάτριες κουζίνας, στις καφετζούδες, στις χορεύτριες στριπτιζ και μη, στις υπαλλήλους διανυκτερευότων ζαχαροπλαστείων, στις καθαρίστριες, σε όλες τις αμαζόνες της νύχτας...Κυρίες μου, υποκλίνομαι...



Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Ακούγοντας το Σταυρό του Νότου


Ο Ελληνικός πολιτισμός γενικότερα και η Ελληνική δισκογραφία ειδικότερα έχουν να δείξουν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα κάποια υπέροχα δείγματα. Θέλετε η σύγχρονη ιστορία του τόπου, θέλετε το ταμπεραμέντο που μας χαρακτηρίζει ανέκαθεν, βοήθησαν στο να βγουν έργα τα οποία είναι πλημμυρισμένα από συναισθήματα και σκέψεις.

Ειδικά με την τόσο χαρακτηριστική ελληνική μουσική, εντοπίζουμε πληρέστατα έργα-δίσκους τα οποία δεν ακολουθούν την λογική του hit-filler αλλά αποτελούν ολοκληρωμένα αριστουργήματα. Ένα από αυτά είναι ο Σταυρός του Νότου. Ένας δίσκος σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, ερμηνείες των Γιάννη Κούτρα, Αιμιλίας Σαρρή και Βασίλη Παπακωνσταντίνου και κυρίως σε ποίηση του Νίκου Καββαδία.

Για να μπορέσει κανείς να αντιληφθεί καλύτερα τον δίσκο θα πρέπει να γνωρίζει κάποια βασικά γνωρίσματα του Καββαδία. Το κυρίαρχο από αυτά , όχι σαν αιτία αλλά σαν αφορμή για το περιεχόμενο της ποίησης του ήταν το επάγγελμα του, αυτό του ναυτικού. Όταν σε έναν άνθρωπο με την παιδεία και το ανοιχτό μυαλό ενός ποιητή του προσφέρεις την ελευθερία των ταξιδιών, της θάλασσας και αυτόματα τη γνωριμία με άλλους τόπους και άλλες κουλτούρες, τότε δημιουργείται ένα
overdose αισθαντικών εμπειριών. Γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος πάντα έτσι λειτουργούσε. Με μια αμφίδρομη σχέση του περιβάλλοντος και του πυρήνα  του. Το ένα να τροφοδοτεί το άλλο και αντίστροφα όταν σταματάει το ένα σταματάει και το άλλο.

Κάπως έτσι ο Καββαδίας με το Σταυρό του Νότου, μας δίνει απλόχερα το δώρο της ζωής του. Όπως την αισθάνθηκε και όπως την σκέφτηκε. Αυτό σε μια εποχή που η ανάγκη για σιγουριά(=δειλία), ασφάλεια(=μονοτονία) και για τελείως συμβατική ζωή, είναι πάρα πολύ χρήσιμο για να επαναπροσδιορίσουμε κάποια πράγματα. Τι θέλουμε τελικά από την κάτα πάσα πιθανότητα μοναδική ζωή μας;

Βέβαια στον Σταυρό του Νότου, που τόσο ωραία μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος, δεν συναντάμε κάποιου είδους ευτυχία. Τουλάχιστον όχι κάποιου είδους μόνιμη ευτυχία. Διότι είναι στη φύση της ζωής μας τα συναισθήματα να είναι στιγμές, άντε και στην καλύτερη ή στην χειρότερη περίπτωση, μικροί περίοδοι. Αυτό που θα συναντήσει ο καθένας ακούγοντας λίγο προσεκτικά τους στίχους του ποιητή, είναι ότι δεν έχει να κάνει με έναν απόλυτα δυστυχισμένο ή απόλυτα ευτυχισμένο άνθρωπο. Είναι όμως τα προϊόντα ενός μυαλού και μιας καρδιάς, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό.

Ο Σταυρός του Νότου είναι από αυτά τα έργα τέχνης που όντως εμπνευσμένα από τη ζωή, περιγράφουν την ζωή όπως πρέπει να είναι και τελικά εμπνέουν τους δέκτες τους για τη δικιά τους τη ζωή.

«Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζωνη μου σφιγμένο, 
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου, 
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, 
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...»

Και ναι ξέρω ότι ο παραπάνω στίχος εκ πρώτης όψεως φαίνεται τελείως αντίθετος με όλα αυτα που περιέγραψα ότι μου γεννάει ο Σταυρός του Νότου. Αλλά δεν είναι έτσι. Το φλερτ με τον θάνατο πάντα μέσα στο μυαλό μας λαμβάνει χώρα. Και οι ποιητές σαν τον Καββαδία, οι καλλιτέχνες γενικότερα, γνωρίζουνε ότι όταν φλερτάρει το μυαλό τους με τον θάνατο, τότε είναι που νιώθουν πιο ζωντανοί από ποτέ.


Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Μία κριτική για την αριστερά, με αφορμή το συλλαλητήριο για το Μακεδονικό Ζήτημα


Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία που το συλαλλητήριο για το Μακεδονικό ζήτημα, θα λάμβανε χώρα στη Θεσσαλονίκη, είχα εκφράσει ανοιχτά την εναντίωση μου στη συγκεκριμένη εκδήλωση. Ο λόγος, ο οποίος επαληθεύθηκε, ήταν διότι ήξερα ότι το όλο γεγονός θα καπελωνόταν  από ακροδεξιές και εθνικιστικές ομάδες(και μονάδες...), όπως και έγινε. Σαν να μην έφτανε αυτό, είχαμε και τον εμπρησμό του κτιρίου της κατάληψης της Libertatia, με ότι μπορεί να σημαίνει συμβολικά και πρακτικά, η πράξη αυτή.

Ακόμα και το ίδιο το αντικείμενο του συλλαλητηρίου δεν με έβρισκε σύμφωνο, καθώς όπως αναφέρω σε προηγούμενο άρθρο, βάσει ιστορίας, πιστεύω ότι ναι μεν τα περισσότερα δικαιώματα για την χρήση του όρου «Μακεδονία» τα έχει η ελληνική πλευρά, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει και την αποκλειστικότητα. Και για να κλείνω και το θέμα αυτό, θεωρώ ότι βάσει της ιστορίας, των πολιτιστικών χαρακτηριστικών, του γεγονότος ότι ήδη 140, σχεδόν, κράτη έχουν αναγνωρίσει την Π.Γ.Δ.Μ. ως «Μακεδονία» αλλά ταυτόχρονα θεωρούν τις προσωπικότητες της αρχαίας Μακεδονίας «Έλληνες», το πιο δίκαιο, ακριβές και πιστό στην πραγματικότητα, θα είναι η χώρα αυτή να ονομαστεί «Σλαβική Μακεδονία» ή «Σλαβομακεδονία». Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι μία τέτοια ονομασία, θα γινόταν αποδεκτή και από τα υγιή μέλη της κοινωνίας της Π.Γ.Δ.Μ. όπως και από τα αντίστοιχα της δικιάς μας. Συμπερασματικά θα είχαμε τρεις Μακεδονίες που ο επιθετικός-γλωσσικός προσδιορισμός τους θα χαρακτήριζε και τη σύνθεση των κατοίκων τους. «Σλαβική Μακεδονία» «Ελληνική Μακεδονία» και «Βουλγάρικη Μακεδονία». Διότι έτσι γίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός, των πολιτιστικών και ιστορικών διαφορών ο οποίος δεν αφήνει χώρο για περαιτέρω φασαρίες στο μέλλον. Και μας δίνει και τη δυνατότητα να μπορέσουμε επιτέλους να βελτιώσουμε το επίπεδο ζωής και των δύο λαών.

Εκείνο που ανέμενα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν η στάση που θα κρατούσαν μεμονωμένα και συλλογικά, οι αριστεροί και οι αναρχικοί αυτής της χώρας. Οφείλω να παραδεχτώ πως ούτε και σε αυτό το κομμάτι ήμουν ιδιαίτερα αισιόδοξος. Και δυστυχώς και εκεί επαληθεύτηκα. Σε όλες τις συζητήσεις που συμμετείχα, ή παρακολούθησα, παρατήρησα ότι μία πλειοψηφία των προοδευτικών αυτής της χώρας, επέλεγαν την εύκολη νοητικά ερμηνεία ότι όσοι παρευρέθηκαν στο συλλαλητήριο είναι υπερεθνικιστές και φασίστες, ενώ επίσης όποιος ομοϊδεάτης τους διαφωνούσε μεταξύ τους κυρίως ως προς το ιστορικό του ζητήματος, χαρακτηριζόταν ασυνείδητος ρατσιστής και αποικιοκράτης. Μερικών ελάχιστων κιόλας, ήταν τόσο το πάθος για αναζήτηση και εντοπισμό κρυφοφασιστών, που έφτασαν στο σημείο να εκμηδενίζουν και αυτόματα να υποστηρίζουν αντίστοιχες εθνικιστικές πράξεις από την άλλη πλευρά.

Αυτό απέδειξε για ακόμα μία φορά ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Ελληνικής Αριστεράς. Ο στρουθοκαμηλισμός και τα κλειστά μυαλά. Διότι αρχικά, ναι η πλειοψηφία των παρευρισκομένων στο συλλαλητήριο, στο άκουσμα του ονόματος «Αντίγονος Γονατάς»(αρχαίος Μακεδόνας Βασιλιάς) θα νόμιζαν ότι, ήταν ήρωας των ταινιών του Φώσκολου, με άλλα λόγια παρασύρθηκαν λόγω έλλειψης ιστορικών γνώσεων, αλλά αυτό δεν τους κατατάσει αυτόματα στον πάτο της ανθρωπότητας, δηλαδή τους φασίστες. Ούτε όλοι αυτοί ψηφίζουν Χ.Α. ή άλλες υπερεθνικιστικές συμμορίες. Τέλος όποτε κάποιος αριστερός διαφωνούσε μαζί τους δεν το έκανε, λόγω κάποιου πατριωτισμού, αλλά το έκανε επειδή τυχαίνει να μην μισεί κανένα λαό στη Γη, και έτσι ούτε και τους Έλληνες, αντίθετα προτεραιότητα του είναι πάντα η σοσιαλιστική κοινωνία για όλους και να μην δίνει χώρο για κανέναν υπερεθνικισμό, καμίας χώρας, γνωρίζοντας τους κινδύνους που υπάρχουν.

Και ναι μπορεί όσοι ψηφίζουν Χ.Α. να μην έχουν καμιά ελπίδα, αλλά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι τυγχάνει να μην έχουν θέσει τον εαυτό τους σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη, ή θεώρηση. Και ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτή είναι η πλειοψηφία της κοινωνίας. Και ένα μέρος της ντόπιας αριστεράς, τι κάνει; Αντί να προσπαθήσει να τους ενημερώσει, χωρίς εμπάθειες και μειοτικούς χαρακτηρισμούς, αντί να προσπαθήσει να τους πείσει, για το δίκαιο του αγώνα για μία ισότιμη, σοσιαλιστική κοινωνία, τους αφήνει στο σκοτάδι και έρμαιο των αφορμών που ψάχνουν οι ακροδεξιές δυνάμεις, με τρανταχτό παράδειγμα το συγκεκριμένο συλλαλητήριο. Όχι πως οι ίδιοι παρευρισκόντες δεν έχουν καμία ευθύνη, αλλά υποτίθεται ο ρόλος μίας πολιτικής δύναμης είναι να ενημερώνει και να προωθεί προς την σωστή(κατά τη γνώμη της) κατεύθυνση, αυτούς που δεν βρίσκονται, ήδη στους κόλπους της.

Κοιτάζοντας το πρόσφατο παρελθόν, και κρίνοντας αντικειμενικά τις πληροφορίες που μας δίνει, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι η στιγμή που η Ελλάδα έφτασε πιο κοντά για να πετύχει μία κοινωνία δομημένη βάσει του Σοσιαλισμού, όταν δηλαδή είχε την πλειοψηφία της κοινωνίας με το μέρος της, ήταν όταν, ίσως λόγω πολέμου, ήταν δεκτική απέναντι σε κάθε πολίτη που δεν είχε πάρει ξεκάθαρη θέση με την πλευρά του φασισμού. Τους καλούσε στις τάξεις της και έπειτα, τους έπειθε με τα έργα της. Και ναι μιλάω για την εποχή του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. Και είναι ευνόητο ότι δεν αναφέρομαι στο αντάρτικο αυτό καθέ αυτό, αλλά στη νοοτροπία, στην ανοικτή λαϊκή υπόσταση που οφείλει να έχει κάθε αριστερό κίνημα. Προτείνω δηλαδή, να διδαχθούμε από τη νοοτροπία, την αντίληψη, τα σωστά και  τα λάθη φυσικά, που έγιναν μόλις 75 χρόνια πριν.

Διότι η παρερμηνεία και εκμετάλλευση της ιστορίας, είναι το όπλο των φασιστών. Αντίθετα η αντικειμενική και ανιδιοτελής ερμηνεία της, είναι το δικό μας. Αρκεί, σύντροφοι, να ξέρουμε να το χρησιμοποιούμε... 


Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Δεν είμαστε πολίτες, είμαστε οπαδοί


Ας ξεκινήσουμε με έναν σύντομο ορισμό του τι σημαίνει οπαδός και του τι σημαίνει πολίτης, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ:

Πολίτης, είναι το άτομο-μέλος μιας κοινωνίας το οποίο προσπαθεί στο βαθμό που του αναλογεί να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο που ανήκει. Και όταν έρχεται η ώρα να κριτικάρει , γεγονότα, πράξεις και συμπεριφορές το κάνει με γνώμονα το καλό της κοινωνίας, το οποίο έχει μάθει να το αντιλαμβάνεται χάρη στην παιδεία που έχει αναπτύξει κατά τη διάρκεια της ζωής του, μέσα από τις εμπειρίες του και τα περιβάλλοντα που έχει βιώσει.

Οπαδός, είναι το άτομο το οποίο η κριτική του για την κοινωνία και γενικότερα για τη ζωή του και το περιβάλλον του, καθορίζεται με βάση το κατά πόσο αυτό ικανοποιεί, την πλευρά που έχει διαλέξει να υποστηρίζει, ή που έμαθε να υποστηρίζει. Όπως ακριβώς στο ποδοσφαίρο, ένας οπαδός δεν θα τον νοιάξει, αν η ομάδα του κερδίσει με διαιτητική εύνοια, διότι δεν τον νοιάζει το καλό του ποδοσφαίρου αλλά να νικήσει η ομάδα του, έτσι και σε κοινωνικό επίπεδο δεν το νοιάζει  τόσο το καλό της κοινωνίας αλλά να επικρατήσει η παράταξη η ιδέα που έχει μάθει να ακολουθεί. Πολλές φορές μάλιστο στο μυαλό του, το καλό της κοινωνίας είναι συνυφασμένο με το καλό της οπαδικής του ταυτότητας.

Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είναι κακό να είναι κανείς οπαδός . Αρκεί αυτή του την ιδιότητα να την εφαρμόζει μόνο στο χώρο του αθλητισμού(χωρίς εννοείται βίαια ξεσπάσματα) και γενικότερα σε πράγματα δευτερεύοντα σε μία κοινωνία. Το πρόβλημα όμως γεννιέται όταν έρχεται η στιγμή που η οπαδική-πολιτική του ταυτότητα επηρεάζει την κοινωνική του συνείδηση.

Το τι είδους προβλήματα δημιουργούνται απαιτούνται τόμοι για να αναλυθούν. Θα σας προτρέψω απλά να κοιτάξετε την σημερινή Ελληνική κοινωνία, και το πως αυτή εκφράζεται. Είναι απόλυτα λογικό να συμβαίνει αυτό καθώς η Ελλάδα διαχρονικά πριν από την ίδρυση της ακόμα, αποτελείται κυρίως από οπαδούς και δευτερεόντως από πολίτες.  Οι οποίοι οπαδοί με τη στάση τους και με τις πράξεις τους , είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, εξυπηρετούσαν συμφέροντα εξωγενή απέναντι στην Ελλάδα σε βαθμό ανάλογο με την εξουσία που τους είχε δωθεί. Άπειρα τα παραδείγματα πολιτικών προσωπικοτήτων που ουσιαστικά πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους είτε προς δυσμάς είτε προς ανατολάς. Ελάχιστοι, από αυτούς, έπρατταν με γνώμονα το καλό της κοινωνίας που ζούσαν, και οι συνέπειες ήταν να κυνηγούνται από όλους τους υπόλοιπους. Η περίπτωση του Άρη Βελουχιώτη, στην αυτοκτονία του οποίου ηθικός αυτουργός ήταν το ΚΚΕ και έμμεσος φυσικός αυτουργός οι φιλοδυτικές δυνάμεις(σε σημαντικό βαθμό πρώην φιλοναζιστικές) είναι χαρακτηριστική.

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα και στην πολύ πιο πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η κριτική στην πολιτική που ασκείται στην Ελλάδα στην εποχή των μνημονίων. Οι αριστεροί-οπαδοί θεωρούν ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει καλύτερα ή λιγότερο άσχημα το μνημόνιο(για να μην αναφέρουμετο πόσο έχουν εξασθεσνήσει σε ποιότητα και ποσότητα οι πορείες επί ΣΥΡΙΖΑ), ενώ αντίστοιχα οι δεξιοί-οπαδοί θεωρούν ότι η ΝΔ δικαιούται την προαναφερόμενη περιγραφή. Το ΠΑΣΟΚ δεν το αναφέρω μια και είναι τόσο ψόφιο που δεν επηρεάζει πλέον ούτε τα εσωτερικά του. Και οι δύο πλευρές τυφλωμένες από τις ιδεοληψίες τους δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι τα τελευταία 8-9 χρόνια εφαρμόζεται η ίδια πολιτική με διαφορετικά χρώματα έτσι απλά για να μην βαριόμαστε.

Και μέσα σε αυτό το σύγχρονο κολοσσαίο, όπου τα θηρία μάχονται μεταξύ τους, χωρίς να ξέρουν πραγματικά το λόγο που το κάνουν(και αν τον ξέρουν, τον κρυβουν) αναρωτιέται κανείς...Υπάρχει ελπίδα για αυτή την κοινωνία; Θα μπορέσουμε ποτέ σαν σύνολο να διεκδικήσουμε μία καλύτερη ζωή για όλους μας; Η απάντηση είναι στη φράση του Μάνου Χατζιδάκι, ενός καλλιτέχνη τον οποίον –τι ειρωνία- προσπαθούν απεγνωσμένα αν και μάταια να του αποδόσουν μία οπαδική-πολιτική ταυτότητα...

«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο όσες φορές τ’ άκουγα. Έλεγα μέσα μου, τι άραγες εννοεί; Σκέφτηκα σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει και πως ποτέ δεν θα αναστηθεί»

Υ.Γ. Και για να μην κρύβομαι, ναι οι προσωπικές μου πολιτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις, ανήκουν στο χώρο της Αριστεράς. Αλλά η ιδιότητα μου ως αριστερού, δεν θα υπερισχύσει ποτέ ούτε της ιδιότητας του πολίτη, ούτε του ανθρώπου.