Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

Οι θύτες, τα θύματα και οι περίεργοι


Καθώς μεγάλωνα, συνήθιζα να παρατηρώ τις ανθρώπινες σχέσεις τριγύρω μου. Οκ και κάποιες λίγες φορές να τις ζω κιόλας. Αυτό που παρατηρούσα σε πάρα πολλές από αυτές ήταν ότι τα άτομα που τις αποτελούσαν αναλάμβαν ακούσια ή μη, κάποιους συγκεκριμένους ρόλους. Δύο ρόλους βασικά. Του θύτη και του θύματος.

Θύτης, στο πλαίσιο μίας κοινωνικής σχέσης, είναι αυτός που θα επιβάλλει την θέληση του στο άλλο άτομο, που μαζί με αυτό αποτελούν αυτή τη σχέση. Κάποιοι θα το χαρακτηρίσουν ισχυρή προσωπικότητα, ή πιο ισχυρή προσωπικότητα. Ο θύτης συνήθως δεν ενδιαφέρεται για τις επιθυμίες του άλλου ατόμου, το αντίθετο θα νιώσει την όποια ικανοποίηση μόνο αν πραγματοποιηθούν οι δικές του. Εφόσον συμβεί αυτό όλα πάνε καλά. Έχουν υψηλή αίσθηση αξιοπρέπειας, της δικής τους, αντίθετα έχουν μηδαμινή αντίληψη ή έγνοια για την αξιοπρέπεια των άλλων. Γενικότερα έχουν μία αίσθηση ανωτερότητας, θεωρούν ότι γεννήθηκαν για να γαμάνε και να δέρνουνε.

Θύμα, στο ίδιο πλαίσιο, είναι το συμπλήρωμα του θύτη. Είναι τα άτομα που οποιαδήποτε προσωπική τους επιθυμία, την αφήνουν στην άκρη, όταν αυτή έρχεται σε αντίθεση με αυτές του Θύτη. Κάποιες φορές αναίμακτα, κάποιες φορές όχι. Αυτό που τους οδηγεί σε αυτές τις υποχωρήσεις, είναι η εξάρτηση τους από τον Θύτη, η οποία πολλές φορές είναι λόγω πρακτικών καταστάσεων, και άλλες στο χειρότερο σενάριο, είναι λόγω του συναισθηματικού δεσίματος που έχουν μαζί του. Μπορεί να έχουν πλήρη επίγνωση και αίσθηση της έννοιας της αξιοπρέπειας, αλλά κακά τα ψέμματα, δεν φαίνεται να τη δίνουν ιδιαίτερη σημασία, μια και προτεραιότητα τους είναι τα «αγαθά» που τους προσφέρει η εξάρτηση από τον θύτη τους. Τι και αν έχουν προσωπικότητα; Την ξεχνάνε όταν σφίγγουν οι κώλοι.

Και έτσι κάπως καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να αγαπούν και να μην αγαπιούνται, διότι η αγάπη και κάθε συναίσθημα σημαίνει πράξεις, τα λόγια είναι απλά βιτρίνα και άνθρωποι οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να αγαπιούνται και να μην αγαπάνε. Ωραία όλα αυτά. Και ποιος ο λόγος της παραπάνω «ανάλυσης» . Δεν υπάρχει κάποια έκπληξη. Από τη στιγμή που ζούμε σε μία «κοινωνία» που λατρεύει την ιεραρχία οποιουδήποτε επιπέδου, που λειτουργεί βάση του ανταγωνισμού και όχι της συλλογικότητας, από τη στιγμή που μεγαλώνουμε όλοι σε αυτό το αρρωστημένο κατά τον γράφοντα περιβάλλον, είναι απόλυτα λογικό να το μεταφέρουμε και στην καθημερινότητα μας και εν συνεχεία και στις κοινωνικές σχέσεις μας.Bέβαια κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι αυτή είναι και η γοητεία του ανθρώπινου είδους, το γεγονός ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί.  Το πως έχουν καταφέρει να ταυτίσουν στο μυαλό τους τις έννοιες της «διαφορετικότητας» και της «ανισότητας», είναι κάτι που ακόμα και σήμερα μου διαφεύγει, αλλά αν το είχα ήδη καταλάβει δεν θα έγραφα αυτό το κείμενο.

Δυστυχώς αυτός είναι ο κανόνας. Ευτυχώς κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Δεν το λέω επειδή καταλήφθηκα από κάποια αφελή αισιοδοξία. Έχω γνωρίσει ανθρώπους, καθώς και έχω ζήσει ανθρώπινες σχέσεις, που δεν βασίζονται στην επιβολή και στην υποχώρηση, το αντίθετο βασίζονται στην αλληλέγγυα προσπάθεια, να αντέξουν στις οποιεσδήποτε δυσκολίες της ζωής και να μοιραστούν μαζί τις ομορφιές της. Αυτές οι σχέσεις αποτελούνται από δύο διαφορετικά άτομα, με ένα σημαντικό κοινό διπλό στοιχείο όμως. Δεν γουστάρουν να είναι θύτες και ταυτόχρονα δεν ανέχονται να είναι θύματα κανενός, ούτε καν των συναισθημάτων τους. Οι υπόλοιποι τους αποκαλούν "περίεργους". Εγώ τους αποκαλώ τελείως αυθαίρετα, αμυνόμενες προσωπικότητες. Αμυνόμενες διότι δεν θα «επιτεθούν» για να αποκτήσουν αυτά που τους ενδιαφέρουν, αλλά θα αμυνθούν όταν θα αντιληφθούν ότι θα βρεθεί κάποιος στο δρόμο τους που θα θέλει να τους τα στερήσει. Προσωπικότητες, διότι όπως προανέφερα, την προσωπικότητα που έχουν δεν την ξεχνάνε ποτέ, ανεξάρτητα με το πόσο στριμόκωλες καταστάσεις αντιμετωπίζουν, αντίθετα πολλές φορές εκείνη είναι η στιγμή που θα λάμψουν περισσότερο από ποτέ.

Οι αμυνόμενες προσπικότητες δεν θα ανεχτούν ποτέ ένα θύτη πάνω από το κεφάλι τους, αλλά θα βαρεθούν και ένα θύμα που θα εμφανιστεί ετοιμοπαράδοτο στο πιάτο τους. Μάλιστα θα του δώσουν πολύ σύντομα την ελευθερία του, όντας ειλικρινείς απέναντι του. Όλο αυτό φυσικά θα έχει σαν συνέπεια, να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ποσότητα των κοινωνικών σχέσεων που θα ανήκουν. Και αυτό μερικές φορές θα τους φαντάζει τρομακτικό. Αλλά γνωρίζουν και αν δεν γνωρίζουν θα μάθουν, ότι θα αποζημιωθούν και με το παραπάνω όταν θα συναντήσουν ανθρώπους σαν αυτούς. Και θα γευτούν αυτή τη μαγική ποιότητα των στιγμών, που μοιράζονται μεταξύ ανθρώπων, διαφορετικών και ίσων. Δίκαιο μου φαίνεται.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Ποιος τελικά δικαιούται τον όρο Μακεδονία;


-Greece? Great! And which part of Greece are you coming from? An island?
-No, I’m coming from Northern Greece, Macedonia!
(
Κάπου εδώ πέφτει το πρώτο σκάλωμα)
-Ehm, Sorry I didn’t understand, are you from Greece or Macedonia?

Τα παραπάνω είναι μία συζήτηση στην οποία συμμετέχω πολύ συχνά. Οι διάφοροι άνθρωποι που γνωρίζω είτε στη δουλειά μου, είτε στην καθημερινότητα μου, με ρωτάνε φυσιολογικά την καταγωγή μου και επειδή πολλοί από αυτούς έχουν έρθει διακοπές στην Ελλάδα, περιμένουν να ακούσουν ότι κατάγομαι από κάποιο νησί ή την Αθήνα, μέρη που συνήθως έχουν επισκεφθεί. Μέχρι εδώ όλα καλά. Το γεγονός όμως ότι κατάγομαι από την Θεσσαλονίκη, δηλαδή την μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας περιπλέκει τα πράγματα . Έτσι εγώ απλά τους εξηγώ ότι υπάρχει μία γεωγραφική περιοχή στην Ελλάδα, που λέγεται Μακεδονία και κάπως έτσι το αφήνουμε το θέμα αφενός γιατί χέστηκαν, αφετέρου γιατί έχουνε και δουλειές να κάνουνε.

Αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι η δυσκολία στην παρουσίαση της καταγωγής μου, δημιουργείται από την ύπαρξη ενός κράτους στα βόρεια της Ελλάδας, που μόνο εμείς οι Έλληνες και ο ΟΗΕ, το αποκαλούμε Π.Γ.Δ.Μ. και όλοι υπόλοιποι το αποκαλούν για λόγους ευκολίας και βαρεμάρας, «Μακεδονία». Τελικά όμως τι γίνεται με την κακόμοιρη τη Μακεδονία; Είναι Ελληνική; Είναι Σλαβική, Είναι Μακεδονική; Είναι κινέζικη;

Αγνοώντας επίτηδες τις πολιτικές που προσπαθούν να βαφτίσουν τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, διότι θα χρειαζόταν καμιά 50αριά άρθρα ακόμα, θα προσπαθήσω να κάνω μία ουσιαστική περίληψη, των κοινωνικών και ιστορικών στοιχείων της Μακεδονίας, έτσι ώστε να βγει το συμπέρασμα, ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο συμπέρασμα.  Και επειδή όλη η φασαρία γίνεται για το ποιος δικαιούται να αποκαλείται απόγονος των Μακεδόνων του Φιλίππου και του Αλέξανδρου, θα θέσω σαν βάση της ανάλυσης το συγκεκριμένο άξονα.

Γύρω στο 700 π.Χ. λοιπόν, δημιουργείται το Βασίλειο της Μακεδονίας, το οποίο τότε εκτεινόταν στις περιοχές του σημερινού Νομού Ημαθίας. Γύρω από αυτό το κρατίδιο υπήρχαν πολλά άλλα φύλλα, τα οποία μιλούσαν επίσης τη Δωρική διάλεκτο. Κάτι απόλυτα φυσιολογικό μια και από τη Δυτική Μακεδονία ξεκίνησε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η κάθοδος των Δωριέων λίγους αιώνες πριν.  Οι Εορδοί στην σημερινή Κοζάνη, οι Λυγκηστές στη Φλώρινα, οι Ορεστοί στη Καστοριά κ.τ.λ. Με άλλα λόγια ζούσαν Ελληνικά φύλα.  Αυτά τα φύλα αποτελούνταν από φατρίες που ήταν  λίγο παρανοϊκές, μια και όπως μας μαθαίνει ο Στήβεν Πρέσφιλντ στις «Αρετές του πολέμου», απαγορευόντουσαν οι γάμοι μεταξύ ατόμων της ίδιας φατρίας και κάπως έτσι έπρεπε ο «γαμπρός» να βρει γυναίκα σε μια άλλη φατρία, να την απαγάγει κατά προτίμηση με τη θέληση της, να γίνει ένα ωραίο μακελειό μετά μεταξύ των δύο σογιών και έπειτα από τις αναγκαίες κηδείες να γινόταν και ο γάμος, αν φυσικά ο επίδοξος γαμπρός ήταν ακόμα ζωντανός. Ανατολικότερα του Αξιού ζούσαν Θρακικά φύλα, τα οποία δεν ήταν ακριβώς Έλληνες αλλά κάτι σαν ξαδέλφια των τότε Ελλήνων.

 Καθώς περνούσαν οι αιώνες, και έπειτα από πολέμους και από γάμους φτάνουμε στο 450 π.Χ. οπού επί Αλέξανδρου του Α’ της Μακεδονίας όλα αυτά τα φύλα έχουν ενωθεί(διατηρώντας μία σχετική αυτονομία) κάτω από την εξουσία του στέμματος του Μακεδόνα βασιλιά. Μάλιστα η επικυριαρχία του, έχει εξαπλωθεί μέχρι τον ποταμό Νέστο. Αυτή είναι και η βάση του Μακεδονικού Βασιλείου, η οποία παρέμεινε πάνω κάτω στα ίδια σύνορα για 100 χρόνια, μέχρι να ανέβει στο θρόνο ο Φίλιππος και έπειτα ο Αλέξανδρος ‘Γ και η η επικράτεια του Μακεδόνα Βασιλιά να φτάσει μέχρι τον Ινδό Ποταμό. Νότια αυτού του κράτους ζούσαν οι υπόλοιποι Έλληνες, δυτικά ήταν το Βασίλειο της Ηπείρου, Βορειοδυτικά οι Ιλλυρίοι(μη αποκλειστικοί πρόγονοι πολλών σύγχρονων βαλκανικών λαών) και βόρεια οι Παίονες, ενώ  ανατολικά ζούσαν ακόμα τα διάφορα θρακικά φύλα.

Μετά με τους πολέμους των Διαδόχων του Αλέξανδρου η Μακεδονία επέστρεψε στα αρχικά της σύνορα, έχοντας όμως και πολλές έξτρα κτήσεις σε όλο τον χώρο περιμετρικά του Αιγαίου, καθώς παρέμενε το ισχυρότερο κράτος στην περιοχή. Μέχρι που το 168 π.Χ. καταλαμβάνεται από τους Ρωμαίους. Εκεί κάπου τελειώνει και η ανεξάρτητη ιστορία της Μακεδονίας μία και μέχρι σήμερα η συγκεκριμένη περιοχή αποτελούσε πάντα επαρχία μεγαλύτερων κρατών.

Μέσα σε αυτά τα 2000+ χρόνια λοιπόν η Μακεδονία υπήρξε μέρος: της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας(Βυζαντινής) και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με κάποια διαλλείματα όπου υπήρξε μέρος: του Βουλγαρικού Κράτους είτε επί Συμεών είτε επί Σαμουήλ, του σταυροφορικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης, του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Σέρβικου βασιλείου. Μάλιστα κατά τη Βυζαντινή περίοδο η σημερινή Μακεδονία λεγόταν Θέμα(επαρχία) Θεσσαλονίκης και Θέμα Μακεδονίας αποκαλούταν η σημερινή Θράκη! Μέσα σε όλο αυτό το χαμό, που δεν αναφέρω όλες τις επιδρομές που έχουν γίνει(Ούνοι, Γότθοι, Σλάβοι κ.τ.λ.), τις εγκατάστασεις λαών οποιασδήποτε προέλευσης, τις υποχρεωτικές μετακινήσεις πληθυσμών λόγω ανασφαλειών του εκάστοτε αυτοκράτορα, τις επιμιξίες που σίγουρα υπήρξαν ακόμα και νόμιμες μια και εκείνες τις εποχές δεν υπήρχαν εθνικές συνειδήσεις παρά μόνο θρησκευτικές και όλοι οι λαοί των Βαλκανίων ήταν Χριστιανοί, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το να βγάλει κανείς ξεκάθαρο συμπέρασμα για το ποιος λαός, είναι απευθείας απόγονος των αρχαίων Μακεδόνων βάσει DNA, είναι πρακτικά αδύνατο. Και αν το πετύχει κάποιος θα το πετύχει αγνοώντας επίτηδες ιστορικά στοιχεία για να πραγματοποιήσει προπαγάνδα.Ίσως μία ακριβής περίληψη θα ήταν το να αναφέρουμε ότι στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας ζούσαν από τα αρχαία χρόνια Έλληνες και Θράκες, οι Θράκες ύστερα εξελληνίστηκαν, έπειτα προστέθηκαν οι Σλάβοι και τέλος προστέθηκαν οι Τούρκοι. Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα ο καθένας κάθε καθαρότητα, οποιαδήποτε φυλής έχει πάει περίπατο. Και για να τελειώνει η όλη ιστορία σκεφτείτε ότι ο σημερινός πληθυσμός της Ελληνικής Μακεδονίας είναι κατά 50% προσφυγικός από τη Μικρά Ασία, από Ρωμιούς πρόσφυγες που ήρθαν και στήσαν τη νέα τους ζωή εκεί, που παλιότερα ζούσαν Σλάβοι ή Τούρκοι, οι οποίοι  είχαν στήσει τη νέα τους ζωή εκεί που ζούσαν παλιότερα Έλληνες και Θράκες. Και ενώ ποτέ κανείς από τους προηγούμενους πληθυσμούς δεν είχε εγκαταλείψει οριστικά την περιοχή. Παράνοια!

Και κάπου εδώ επιβεβαιώνεται ότι δεν μπορεί να βγει ένα συμπέρασμα διότι πολλοί απλά 2500 χρόνια ιστορίας με ότι αυτή συνεπάγεται, δεν βγάζουν ποτέ μόνο ένα συμπέρασμα. Και πως άρα θα κρίνουμε ποιος έχει «δίκιο»; Αν πρέπει να το κάνουμε σώνει και καλά αυτό και αφού η φυλετική συνέχεια διαλύθηκε, τότε θα πρέπει να βασιστούμε στα άλλα τρία χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν έναν λαό. Η θρησκεία(καλώς ή κακώς), η γεωγραφία και η γλώσσα. Η θρησκεία τρώει γκολ από τα αποδυτήρια μια και το Δωδεκάθεο που πίστευαν οι Μακεδόνες έπαψε να υφίσταται εδώ και 1700 περίπου χρόνια. Η γεωγραφία. Είναι γεγονός ότι από την αρχαία έκταση του Μακεδονικού Βασιλείου ένα 80% βρίσκεται στη σημερινή Ελλάδα. Η γλώσσα; Η γλώσσα δεν υπάρχει καμία αμφισβήτιση ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν την Ελληνική γλώσσα και μάλιστα από ένα σημείο και μετά είχαν υιοθετήσει στα επίσημα γραπτά τους, την Αττική διάλεκτο.

Κάπως έτσι καταλαβαίνουμε ότι αν η Μακεδονία πρέπει οπωσδήποτε να έχει μία ταυτότητα αυτή που περιέχει τα περισσότερα αλλά όχι όλα τα εχέγγυα για να υιοθετήσει είναι η Ελληνική. Ευτυχώς ή δυστυχώς για την ίδια. Και μην νομίζετε πως νιώθω ιδιαίτερα περήφανος για αυτό, χωρίς όμως να νιώθω και κάποια ντροπή. Απλά έτσι είναι η ιστορία η ρημάδα τι να κάνουμε.

Δεν αναφέρομαι ιστορικά στο κράτος της Π.Γ.Δ.Μ. διότι πολύ απλά η πραγματικότητα είναι, ότι η συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή σπάνια συσχετιζόταν σε ολοκληρωτικό βαθμό, με τη Μακεδονία. Η ίδια περιοχή αυτή έχει δικιά της ιστορία η οποία θα ήταν καλό να αναπτυχθεί σωστά σε άλλο άρθρο κάποιου που κατέχει καλύτερη γνώση σχετικά με αυτή. Ούτως ή άλλως μετά τους Παίονες, και μέχρι το 1992 δεν είχε ποτέ την παραμικρή ανεξάρτητη υπόσταση ούτε και  είναι 40 εκατομμύρια ομόγλωσσοι και ομόθρησκοι όπως οι Κούρδοι. Με εξαίρεση ίσως την περίοδο του Σαμουήλ, που το κράτος του είχε κέντρο την Αχρίδα στις Πρέσπες. Αλλά αυτό συνέβη για μια χρονική περίοδο όχι πάνω από 40 χρόνια, τα οποία είναι αμελητέα ποσότητα στην Ιστορία. Μάλιστα ο τίτλος του Σαμουήλ ήταν Τσάρος, δηλαδή Βουλγάρικος. Όσον αφορά το αν υπάρχει κάποια φυλετική συνέχεια, με τους Μακεδόνες αυτό απαντήθηκε πιο πριν, ότι πολύ απλά δεν μπορεί να υπάρξει καμιά γενικά φυλετική συνέχεια. Και τέλος όσον αφορά τη γλώσσα, δεν αξίζει καν να ανοίξουμε συζήτηση. Σλάβικα μιλάνε κατά βάση οι άνθρωποι, έχοντας και προφανώς έντονα στοιχεία διαλέκτου. Ισχύει όμως ότι οι άνθρωποι αυτοί αυτοαποκαλούνται "Μακεδόνες" τους τελευταίους αιώνες από τις εποχές της Οθωμανική αυτοκρατορίας ακόμα.

Τέλος και για να παρέχω μία άποψη σχετικά με το όνομα που πρέπει να δοθεί στην Π.Γ.Δ.Μ. θεωρώ ότι βάσει της ιστορίας που αναφέρθηκε παραπάνω, των πολιτιστικών χαρακτηριστικών, του γεγονότος ότι ήδη 140, σχεδόν, κράτη έχουν αναγνωρίσει την Π.Γ.Δ.Μ. ως «Μακεδονία» αλλά ταυτόχρονα θεωρούν τις προσωπικότητες της αρχαίας Μακεδονίας «Έλληνες», του γεγονότος ότι ακόμα και η  Ελλάδα έχει αναγνωρίσει αυτή τη γεωγραφική περιοχή σαν Μακεδονία όταν υπέγραφε ο Μακεδόνας Καραμανλής συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και μέσα σε παρένθεση αναγραφόταν και η "Δημοκρατια της Μακεδονίας" ως μέρος της ομοσπονδίας, το πιο δίκαιο, ακριβές και πιστό στην τωρινή πραγματικότητα, θα είναι η χώρα αυτή να ονομαστεί «Σλαβική Μακεδονία» ή «Σλαβομακεδονία». Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι μία τέτοια ονομασία, θα γινόταν αποδεκτή και από τα υγιή μέλη της κοινωνίας της Π.Γ.Δ.Μ. όπως και από τα αντίστοιχα της δικιάς μας. Συμπερασματικά θα είχαμε τρεις Μακεδονίες που ο επιθετικός-γλωσσικός προσδιορισμός τους θα χαρακτήριζε και τη σύνθεση των κατοίκων τους. «Σλαβική Μακεδονία» «Ελληνική Μακεδονία» και «Βουλγάρικη Μακεδονία». Διότι έτσι γίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός, των πολιτιστικών και ιστορικών διαφορών ο οποίος δεν αφήνει χώρο για περαιτέρω φασαρίες στο μέλλον. Και μας δίνει και τη δυνατότητα να μπορέσουμε επιτέλους να βελτιώσουμε το επίπεδο ζωής και των δύο λαών.

Υ.Γ.1. Ο χάρτης που συνοδεύει το κείμενο, είναι το Μακεδονικό Βασίλειο, όπως το παρέλαβε ο Φίλιππος Β' το 356 π.Χ. και οι φυλές που το αποτελούσαν.

Υ.Γ.2. Το βίντεο που συνοδεύει το κείμενο, είναι από το soundtrack μίας ταινίας που αναφέρεται μεταξύ αλλων, στον κοινό αγώνα Ελληνόφωνων και Σλαβόφωνων Μακεδόνων, έχοντας πίστη για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Τι και αν αποδείχτηκε τότε απατηλή η πίστη αυτή, μήπως τελικά αυτός ο καλύτερος κόσμος, πρέπει να είναι η προτεραιότητα μας και όχι τα ονόματα;




Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Κάθε φορά, ας είναι η τελευταία...


Νιώθει το φως της ημέρας, στα βλέφαρα του. Τα μάτια του είναι ακόμα κλειστά. Απολαμβάνει τη ζεστασιά του παπλώματος, πάνω στο ολόγυμνό κορμί του. Ξαφνικά αισθάνεται την εναλλαγή του βάρους, στο στρώμα του. Την βλέπει να σπρώχνει το πάπλωμα από πάνω της και να σηκώνεται ολόγυμνη και αυτή στο φως της ημέρας. Καθώς μαζεύει το στρίνγκ της από το πάτωμα και το φοράει, αυτός θαυμάζει τη Βαλτική αν και μικροκαμωμένη, σιλουέτα της, με τα χρώματα της ασιατικής της επιδερμίδας, να φωτίζονται από τις ηλιαχτίδες που διαπερνούσαν το παράθυρο.

Σηκώνεται και αυτός, κατεβαίνει στην κουζίνα, ετοιμάζει δύο καφέδες. Κάθονται αμίλητοι, απολαμβάνοντας την σπάνια για τη Βραβάντη, ηλιοφάνεια. Την παρατηρεί να ρουφάει μία τελευταία φορά το τσιγάρο της, προτού το σβήσει και να τον κοιτάει στα μάτια.

-Αυτό δεν θα ξανασυμβεί, του αποκρίνεται με ένα ύφος αντίστοιχο της γερμανικής κουλτούρας που έχει μεγαλώσει.
-Το ξέρω, της απαντάει αυτός, χωρίς να την κοιτάει και ενώ σβήνει με τη σειρά του, το τσιγάρο του.

Όντως το ήξερε. Και το πίστευε. Ο ίδιος ήταν, που όταν ένας κοινός τους φίλος, του έλεγε πως υπάρχει ενδιαφέρον, από τη μεριά της προς το πρόσωπο του, έλεγε ότι δεν παίζει κάτι τέτοιο. Διότι γνώριζε τα πλάνα της ζωής της. Και ήξερε ότι σε αυτά, περιλαμβάνονταν άλλη πόλη και άλλος άνδρας. Ο άνδρας της, όπως τον αποκαλούσε. Και το έβλεπε ότι ήταν ειλικρινής όταν μιλούσε για αυτόν. Έτσι δεν ήθελε να δεχτεί ότι για ακόμα μία φορά προοριζόταν για αναλώσιμος. Αλλά...

Αλλά οι σκέψεις είναι πάντοτε ηττοπαθείς απέναντι στα συναισθήματα και τις ορμές της στιγμής. Ειδικά αν οι τελευταίες έχουν συμμάχους. Επαρκές αλκοόλ και έναν καριόλη μπάρμαν να αντιλαμβάνεται τη στιγμή και να βάζει την κατάλληλη μουσική. Τα πρώτα φιλιά τους, ακολούθησε ένας απότομος αποχωρισμός. Περπατούσε μόνος του σπίτι και ξαφνικά την είδε πάλι μπροστά του. Και κάπως έτσι βρέθηκαν σπίτι του, το προηγούμενο βράδυ.

Λίγα βράδια αργότερα, γυρνάει μόνος του σπίτι. Την είχε δει μόλις λίγα λεπτά πιο πριν. Δεν ένιωθε καλά και αυτή το είχε καταλάβει. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να περάσουν, ένα ακόμα βράδυ μαζί, όπως έγινε επανειλλημένα τα προηγούμενα. Κάθεται στο γραφείο του, βάζει ένα ποτήρι κρασί και Βαμβακάρη να παίζει στα ηχεία του δωματίου του. Βλέπει ένα μήνυμα στο κινητό του. «Κατέβα κάτω». Ανόιγει την εξώπορτα του σπιτιού του. Την βλέπει σε κατάσταση χειρότερη, από ότι ήταν ο ίδιος, έτοιμη να κλάψει. Ανεβαίνουν αγκαλιασμένοι στο δωμάτιο του.

-Γίνεται περίπλοκο, του λέει.
-Καλώς ήρθες στον κόσμο μου, της απαντάει.
-Και μάλλον θα γίνει και επώδυνο...
-Ο χρόνος θα δείξει...

Μετά από αρκετές μέρες, ξυπνάνε και πάλι μαζί. Ο καφές τους συνοδεύεται, παραδόξως, ακόμα μία φορά από λιακάδα και μελωδίες του Χατζιδάκι. Συμφωνούν και οι δύο ότι εδώ τελειώνουν όλα. Ότι θα ξεκόψουν κάθε επαφή. Στην τελική δεν υπήρχε νόημα. Αυτή πλησίαζε επικίνδυνα, στη χαραυγή μίας νέας ζωής, αυτός είχε να διαχειριστεί τις απαιτήσεις της δικιάς του, δεν μπορούσε να γαμάει το μυαλό του, για μία «σχέση»με ημερομηνία λήξης προκαθορισμένη. Κατεβαίνουν στην εξώπορτα μαζί. Της ανοίγει την πόρτα. Κοιτάζονται στα μάτια. Αγκαλιάζονται. Σφιχτά. Πολύ σφιχτά.  Δακρυσμένοι καθώς είναι, αρχίζουν να ανταλάσσουν φιλιά, στο λαιμό. Και λίγο μετά στο στόμα. Ανεβαίνουν πάλι στο δωμάτιο του. Αυτή βάζει τα κλάματα. Ξαπλώνουν μαζί. Ηρεμούν. Λίγη ώρα αργότερα, γυμνοί για ακόμα μία φορά, μοιράζονται ένα τσιγάρο στο κρεβάτι. Οι ματιές τους διασταυρώνονται.

-Πες το, της λέει χαριτωμένα και επιτακτικά ταυτόχρονα.
-Τι να το πω, κάθε φορά που το λέω, μετά από μία ή δύο μέρες το ξεχνάμε
-Πες το.
-Εντάξει.Αυτή είναι η τελευταία φορά που συνέβη αυτό...
-Ωραία...
-Δεν ξέρω αν το πιστεύω...Εσύ;
-Εγώ το πιστεύω...
-Γιατί;
-Γιατί θέλω να πιστεύω, κάθε φορά που σε συναντώ, ότι είναι η τελευταία...Ακόμα και αν είναι όντως...Είναι καλύτερα έτσι...

Σβήνει το τσιγάρο. Του χαμογελάει...


 

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Το θαύμα των Χριστουγέννων


Ο Σεμπαστιάν βάζει στο φάκελο, το γράμμα που μόλις έγραψε στην γυναίκα του Μάρθα. Γράφει το ονοματεπώνυμο της παραλήπτριας.  Συμπληρώνει και την ημερομηνία. 25 Δεκεμβρίου 1914. Το επόμενο πρωί αν έβρισκε την ευκαιρία θα το έστελνε.

Ήταν ήδη δύο μήνες που είχε ξεκινήσει ο, πρόσφατα αποκαλούμενος  από τις εφημερίδες, Μεγάλος Πόλεμος, λόγω της συμμετοχής σε αυτόν, των ισχυρότερων κρατών της Ευρώπης. Από τη μια πλευρά είχαν συνταχθεί η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία και από την άλλη η Γερμανία, η Αυστρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και ήδη φαινόταν ότι θα προστεθούν και άλλα κράτη σε αυτή τη σύρραξη.

Στα σύνορα Βελγίου-Γαλλίας,
στην περιοχή Πλούχστιρτ της Φλάνδρας. είχε στηθεί το Δυτικό Μέτωπο. Σε αυτό κλήθηκε να υπηρετήσει, δύο μήνες πριν, ο Σεμπαστιάν την πατρίδα του τη Γερμανία, εγκαταλείπωντας την τότε ετοιμόγεννη σύζυγο του και την δουλειά του σαν βοηθός μηχανικού σε ένα εργοστάσιο στη Στουτγάρδη. Στο τελευταίο γράμμα που παρέλαβε από τη Μάρθα, είχε μάθει ότι είχε γεννήσει ένα υγιέστατο κοριτσάκι, που είχε πάρει τα μάτια του. Έτσι ήταν πολύ λογική η «απαίτηση» του, στο επόμενο φάκελο που θα παραλάβει, να υπάρχει και μία φωτογραφία της κόρης του.

Αράζει σε μία «βολική» γωνιά του χαρακώματος και ελπίζει το επόμενο πρωί να μην χρειαστεί να μαζεύει τα κομμάτια των διαμελισμένων συμπολεμιστών του, και να μπορέσει να στείλει το γράμμα στην γυναίκα του. Εκείνη την στιγμή τον πλησιάζει ο Λούκας και του δίνει ένα κερί.

- Τι είναι αυτό; Ρωτάει ο Σεμπάστιαν
- Άναψε το και τραγούδα, απαντάει ο Λούκας χαμογελώντας δειλά

Από το χαράκωμα τους αρχίζουν να ακούγονται φωνές. Συντονισμένες. Σαν χορωδία. Η μελωδία που βγαίνει είναι πασίγνωστη. Είναι η
Stille Nacht (Άγια Νύχτα). Η μελωδία διαχέεται κατά μήκος όλου του χαρακώματος. Λίγο αργότερα και μερικά μέτρα πιο μακρυά, από το αγγλικό χαράκωμα αρχίζει να ακούγεται το Silent Night. Η διγλωσσία δεν επηρεάζει, την ανάδειξη της κοινής μελωδίας στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Στο ίδιο μέρος λίγες ώρες πριν ακούγοντας εκρήξεις, πυροβολισμοί, κραυγές πόνου και κλάμματα. Και τώρα ακούγονται κάλαντα.

Ο Σεμπάστιαν, ο Λούκας και αρκετοί ακόμα Γερμανοί στρατιώτες ακούγοντας τους Άγγλους συναδέλφους τους να τραγουδάνε, αποφασίζουν να κάνουν το μεγάλο βήμα και να βγούν από το χαράκωμα τους  με κατεύθυνση την αγγλική πλευρά. Αδιαφορούν για τις βρισιές των αξιωματικών τους. Γνωρίζουν οτί κανείς από τους υπόλοιπους Γερμανούς στρατιώτες δεν θα τους πυροβολήσει, μια και όλοι  είναι αφοσιωμένοι στα κάλαντα και στο να στολίζουν όπως μπορούν κάτι μικρά έλατα που είχαν μαζέψει.Καθώς περπατάνε βλέπουν απέναντι τους Άγγλους στρατιώτες, να τους πλησιάζουν άοπλοι. Πλησιάζουν στο ένα μέτρο. Δίνουν τα χέρια. 


Το επόμενο πρωί οι στρατιώτες των δύο πλευρών συνεργάζονται στην ταφή των νεκρών. Όλοι μαζί σκάβουν, θάβουν και ψέλνουν. Στις επόμενες ώρες στη νεκρή ζώνη, στήνεται μια χριστουγεννιάτικη γιορτή. Δεν ξεχωρίζουν οι στρατιώτες σε ποια πλευρά ανήκουν. Ανταλλάσουν «δώρα», παίζουν χαρτιά, πίνουν μπύρες και τραγουδάνε. Ο Σεμπάστιαν σε ένα σημείο δέχεται ένα ποτήρι ουίσκι σαν δώρο, από τον Τσαρλς ένα συνομήλικο του από το Μέρσεϊσαϊντ. Αρχίζουν συζητάνε και διηγούνται ιστορίες από την ζωή τους εν καιρώ ειρήνης. Νιόπαντρος και ο Τσαρλς είχε προλάβει να δει τον γιο του, και παραδέχεται με δάκρυα στα μάτια το πόσο του λείπει.

Νωρίς το απόγευμα, συμμετέχουν στον ποδοσφαιρικό αγώνα που γίνεται σε ένα αυτοσχέδιο γηπεδο, με μια μπάλα φτιαγμένη από πανιά και σπάγγο και τέρματα σχηματισμένα από κράνη και όπλα. Στον ορισμό του φιλικού αγώνα, οι Γερμανοί κέρδισαν 3-2. Η γιορτή συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ της 25ης Δεκεμβρίου. 


Την επόμενη μέρα οι 1.000.000 στρατιώτες , που συμμετείχαν σε αυτή, επέστρεψαν στα χαρακώματα τους. Έτσι και ο Σεμπάστιαν αφού έστειλε το γράμμα στη Μάρθα, φόρεσε τον οπλισμό του και πήρε θέση στο Γερμανικό χαράκωμα. Άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Έπειτα ακολούθησαν οι χειροβομβίδες. Ο Σεμπάστιαν βλέπωντας τους συμπατριώτες του να ακρωτηριάζονται αρπάζει μια χειροβομβίδα και την πετάει με όλη του τη δύναμη η οποία σκάει στην καρδιά του εχθρικού χαρακώματος. 

Κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο τα ανθρώπινα μέλη που τινάζονται στον αέρα από την έκρηξη της χειροβομβίδας που εκτόξευσε. Αναρωτιέται στιγμιαία, αν ο γιος του Τσαρλς θα ξαναδεί ποτέ τον πατέρα του. Και αν ευθύνεται αυτός σε περίπτωση που δεν τον ξαναδεί. Βλέπει έναν Άγγλο στρατιώτη ακάλυπτο. Οπλίζει. Στοχεύει.Πυροβολεί. Σκοτώνει.

Όλα τα παραπάνω βασίζονται σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβει τέτοιες μέρες ακριβώς 103 χρόνια πριν, το οποίο εξιστορείται με λεπτομέρειες στην ταινία
Joyeux Noël Γαλλικής παραγωγής του 2005. Ίσως ήταν θαύμα. Ίσως ήταν το «πνεύμα των Χριστουγέννων». Ανθρωπιά το αποκαλώ εγώ. 


Πρώτη Δημοσίευση: Balaoritou Street




Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Επιστροφή στις ρίζες, Θεσσαλονίκη


Βρίσκομαι στο Μπιτ Παζάρ. Μία παλιά στοά-πλατεία που απαρτίζεται από πρώην παλαιοπωλεία και νυν ταβέρνες. Κτίρια ίσως και εκατονταετίας. Οι υπάλληλοι των μαγαζιών, μαζεύουν τα τελευταία τραπέζια έτσι ώστε να μπορέσουν να πάνε σπίτι τους και σαν άνθρωποι να ξεκουραστούν και αυτοί. Λίγο μετά αποχαιρετώ την παρέα μου. Είναι 3 η ώρα. Τα πρώτα λεωφορεία αργούν ακόμα. Ναι δεν έχουν απεργία.

Έχω επιστρέψει μετά από 7 μήνες στην πόλη που αγαπω περισσότερο από όσο τη μισώ. Στην πατρίδα. Στη Θεσσαλονίκη. Πρώτη φορά έλλειψα τόσο. Το δίωρο που είχα μπροστά μου ήταν η ιδανική ευκαιρία όχι για να ξαναθυμηθώ αλλά για να ξαναζήσω την πόλη μου. Όπως μου αρέσει να τη ζω. Αργά το βράδυ με λίγη μουσική στα ακουστικά του τηλεφώνου μου.

Ξεκινάω αυτό το μίνι οδοιπορικό από την οδό Ίωνος Δραγούμη. Πήρε το όνομα της από έναν ήρωα του Μακεδονικού αγώνα, και αιώνιο ερωτικό απωθημένο της Πηνελόπης Δέλτα. Καθώς κατεβαίνω το δρόμο βλέπω στις πλευρές μου τις γκρίζες πολυκατοικίες που φιλοξενούν φοιτητές, τα όνειρα τους και τα πάθη τους. Πόσο ειρωνία σε τόσο άσχημα περιτυλίγματα να κρύβονται τόσο όμορφα περιεχόμενα.

Βγαίνω στην Εγνατία. Ίσως ο πιο κεντρικός δρόμος της πόλης. Πήρε το όνομα της από την Μεσσαιωνική εθνική οδό που ένωνε  την Κωνσταντινούπολη με το Δυρράχιο(πόλη της σημερινής Αλβανίας).  Την περπατάω με κατεύθυνση προς τα ανατολικά. Ελάχιστοι διαβάτες στο δρόμο. Λογικό για καθημερινή. Συναντώ έναν γνωστό μου αδέσποτο σκύλο. Είχα να τον δω από όταν έφυγα. Ή με θυμήθηκε ή απλά είχε ανάγκη για ένα χάδι ενός περαστικού. Κάθε τόσο συναντάω τα έργα του μετρό, τα οποία αποκαλύπτουν στους περίεργους όπως εγώ την αρχαία πόλη που βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη. Ένας από τους βασικούς λόγους που καθυστερούν την ολοκλήρωση των έργων. Ακόμα μία ειρωνία. Για να μπορέσει η Θεσσαλονίκη να προχωρήσει στο μέλλον της πρέπει πρώτα να βρεθεί αντιμέτωπη με το παρελθόν της. Ένα μέλλον όχι και τόσο απαραίτητο κατά την ταπεινή γνώμη, αλλά ίσως είναι μία μορφή Θείας Δίκης για την πλειοψηφία των Θεσσαλονικιών, που αγνοούσαν τόσα χρόνια το σπουδαίο παρελθόν της.

Φτάνω στην Καμάρα. Στην αψίδα του Γαλερίου. Όλα τα αρχαία οικοδομήματα του άξονα Ροτόντας-Καμάρας-Ναυαρίνου ανήκουν στον συγκεκριμένο τύπο, όπου όντας συναυτοκράτορας της Ρώμης για 6 περίπου χρόνια έθεσε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα της επικράτειας του. Μία κατάρα ακολουθεί αυτή την πόλη από όταν ιδρύθηκε. Να μην είναι ποτέ πρωτεύουσα ενός κράτους. Από τα χρόνια του Μακεδονικού Βασιλείου που παρ’ότι γρήγορα μετά την ίδρυση της από τον Κάσσανδρο έγινε η πολυπληθέστερη πόλη του, πρωτεύουσα ήταν η Πέλλα. Έπειτα στα χρόνια της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας(Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) ήταν στη σκιά της Κωνσταντινούπολης, όπως και επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και στην σύγχρονη εποχή στη σκιά της Αθήνας. Ο Γαλέριος αγνόησε το DNA της πόλης και προσπάθησε να την κάνει πρωταγωνίστρια, κάνοντας το τέλος του από φριχτούς πόνους να φαντάζει ένα είδος  Νέμεσις.

Κατεβαίνοντας την άδεια πλατεία της Ναυαρίνου και ενώ ατενίζω τα υπόλοιπα δείγματα της ματαιοδοξίας του Γαλερίου, βλέπω στα αριστερά μου ένα στενό. Ένα στενό που πριν αιώνες, θα οδηγούσε στον Ιππόδρομο όπου οι στρατιώτες του Θεοδόσιου σφάξανε 7000 Θεσσαλονικείς. Στον παλιό ιππόδρομο. Ένα στενό που πριν λίγες δεκαετίες οδηγούσε  στην μοναδική πολυκατοικία που κατέρρευσε στον σεισμό του 78, οδηγώντας στο θάνατο πολλούς ενοίκους της. Για ακόμα μία φορά το παρελθόν καταδιώκει τη Θεσσαλονίκη και δίνει τροφή για υπερφυσικά σενάρια.

Διασχίζω τη Τσιμισκή, κατεβαίνω στο ΚΘΒΕ και έπειτα καταλήγω μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Σκέφτομαι την τελευταία μου επίσκεψη εκεί και το αίσθημα ικανοποίησης, που μου είχε δώσει το γεγονός ότι έγινε επιτέλους ένα αξιοπρεπέστατο μουσείο στο εσωτερικό του. Την ικανοποίηση μου διακόπτουν οι πλάκες, που υποδεικνύουν το περιτείχισμα που υπήρχε γύρω από τον Πύργο και γκρεμίστηκε για άγνωστο ουσιαστικό λόγο.

Συνεχίζω τη βόλτα μου κατά μήκος της παραλίας. Στα αριστερά μου κάτι ψαράδες έχουν αποκοιμηθεί. Στα δεξιά μου και άλλες γκρίζες πολυκατοικίες που αντικατέστησαν τα παλιά αρχοντικά, που έκαναν τη θέα της πόλης από τα ερχόμενα καράβια πολύ ομορφότερη. Στρίβω απότομα και ξαναμπαίνω στην Τσιμισκή. Κατευθύνομαι τώρα προς τα δυτικά. Σε ένα σημείο λίγο πριν την Αγία Σοφία, βλέπω στα δεξιά μου έναν άστεγο να κοιμάται στον υπνόσακο του ενώ στα αριστερά μου, ένα νεαρό ζευγάρι μοιράζεται τρυφερές στιγμές. Οι δύο εικόνες αυτές, φαίνονται στα μάτια μου ως μία αλληγορία της Θεσσαλονίκης. Μία αλληγορία της ίδιας της ζωής. Του πόνου και της ευτυχίας που μπορεί να προσφέρει.

Μπαίνω στην πλατεία της Αγίας Σοφίας. Στα δεξιά μου η συνωνόματη εκκλησία που στέκει στο ίδιο σημείο από το 700 μ.Χ. Στα αριστερά μου το κόκκινο σπίτι. Στοιχειωμένο σύμφωνα με τις αμέτρητες δεσιδαιμονίες της πόλης. Πλέον στην ιδιοκτησία ενός ανθρώπου αμφισβητούμενης ηθικής μεν του μοναδικού επενδυτή της πόλης δε, που σύντομα θα του ανήκει κάθε προσοδοφόρα δραστηριότητα της. Για ακόμα μία φορά, το παρελθόν παρεμβάλλεται στο μέλλον της Θεσσαλονίκης. Με αποτελέσματα άγνωστα προς το παρόν για αυτή.

Φτάνω στην Πλατεία Αριστοτέλους. Όμορφη και έρημη, λόγω της προχωρημένης ώρας. Παρά την ομορφιά της, σπάνια μου προκαλεί το ενδιαφέρον. Ίσως γιατί είναι ένα ακόμα παράδειγμα μίας καμμένη φιλοδοξίας για την πόλη μου. Βλέπετε στο αρχικό σχέδιο του Ερνέστο Εμπράρ, του αρχιτέκτονα  που ανέλαβε την ανοικοδόμηση της πόλης μετά το 1917, υπήρχε το πλάνο ολοκληρο το κέντρο να είναι ανάλογης ομορφιάς της πλατείας Αριστοτέλους. Αλλά ουκ αν λάβεις, παρά του μη έχοντος.

Θα ήθελα να πάω στην Άνω πόλη. Αλλά χρειάζομαι ένα ποτό τώρα. Θα αφήσω το ντεζα βού για εκεί πάνω, για κάποια άλλη μέρα ή νύχτα. Κατευθύνομαι στα δυτικά. Σε γειτονιές που η Θεσσαλονίκη κρύβει επιμελώς, για να μην χαλάσουν τη μόστρα της. Όπως κάνει και με το παρελθόν της. Ξεχνώντας και στις δύο περιπτώσεις ότι η γοητεία της είναι εκεί. Στις ανθρώπινες ιστορίες που τα απαρτίζουν.  Ίσως κάποια στιγμή βρει τη δύναμη να τα κοιτάξει στα μάτια. Μέχρι τότε θα θυσιάζει ότι γοητεία έχει, προς χάριν μίας ανούσιας και επίπλαστης συνήθως ομορφιάς.


 Υ.Γ. Η μουσική συντροφιά στην βόλτα μου ήταν ο δίσκος “Superman’s Blues” των Sleeping Pillow μίας μπάντας από τη Θεσσαλονίκη, που αξίζει πραγματικά να γνωρίσει, όποιος θεωρεί τον εαυτό του μουσικόφιλο και αρέσκεται σε rock ψυχεδελικούς ήχους, συνδυασμένους με παραδοσιακά όργανα.


Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Γράμμα στον Chuck Schuldiner...


“Our open wounds expose the importance of our innocence, a high that can never be bought or sold”

Φίλε Chuck επέλεξα να σε καλωσορίσω με τα παραπάνω τόσο προσωπικά και ταυτόχρονα καθολικά λόγια σου. Δυστυχώς δεν είχα την τύχη να σε γνωρίσω ποτέ από κοντά, μετά από κάποια συναυλία ή κάπου αλλού, μια και εγώ ήμουν μόλις 12 χρονών και εσύ 34, όταν το καταπονημένο κορμί σου από δύο απανωτούς όγκους στον εγκέφαλο και τις χημειοθεραπείες σταματούσε να λειτουργεί, μια μέρα σαν κι αυτή στις 13/12/2001.Σε αυτή την ηλικία εμένα με είχαν κάνει να πιστεύω ότι οι τα φρικιά της metal ήταν πρεζόνια και σατανιστές. Και εσύ δεν ήσουν ποτέ ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Δεν σε γνώρισα ούτε όταν πρωτοάκουσα τους
Death εκεί στα 16-17 μου, την μπάντα που ήσουν τραγουδιστής, στιχουργός, συνθέτης, κιθαρίστας και μοναδικό μόνιμο μέλος της. Μπορεί να γοητεύτηκα από το συνδυασμό που τόσο συχνά χρησιμοποιούσες, το metal παιγμένο σε ανατολίτικες κλίμακες, αλλά και πάλι δεν φιλοτιμήθηκα να σε γνωρίσω. Μπορεί να εντυπωσιάστηκα από τα jazz στοιχεία που είχες σε κάθε σχεδόν τραγούδι που συνέθετες. Μπορεί να αντιλήφθηκα ότι σου αρέσει να ξεφεύγεις από τα στερεότυπα του death metal, του είδους που εσύ ο ίδιος δημιούργησες, και σε ονόμασαν νονό του, μπαμπά του, μπατζανάκη του και ότι άλλη μαλακία χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι. Μπορεί να σε αποθέωσα όταν πρωτοάρχισα να σε μελετώ κιθαριστικά και προσπαθούσα να αναπαράγω κάποιες συνθέσεις σου στην κιθάρα μου . Αλλά ούτε και τότε σε γνώρισα.. Ούτε καν όταν περνούσα μια δύσκολη φάση στην ζωή μου εκεί γύρω στα 19 που ένοιωθα ότι όλα πήγαιναν σκατά,ίσως αδικαιολόγητα, ίσως δικαιολογημένα. Σε αυτή τη φάση, την εφηβική κλιμακτήριο όπως την αποκαλώ, παρέα με έκαναν οι Opeth όχι εσύ. Όμως μετά από αυτή τη συναισθηματικά φορτισμένη φάση, ακολούθησε η άλλη. Του κυνισμού. Της ουδετερότητας. Του ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Όχι της ζωής. Της επιβίωσης. Αλλά αυτή η τόσο ασφαλής και ταυτόχρονα άνοστη περίοδος έληξε απότομα. Πώς;

Ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα που λες φίλε
Chuck άραξα και έψαχνα ένα δίσκο να συνοδεύσει τον απογευματινό μου καφέ. Κενός, όπως ήμουν εδώ και καιρό. Έπεσε το χέρι μου τυχαία στο “Symbolic” των Death. Μπορεί και μοιραία. Από εκείνη την στιγμή και για τα επόμενα 50 λεπτά, βρέθηκα αλλού. Παρ’οτι τον δίσκο τον είχα ακούσει αρκετές φορές, πρώτη φορά τον ένοιωθα. Πρώτη φορά γινόμουν εθελοντής σκλάβος των στίχων και των μελωδιών σου. Γινόμουν δέκτης  τους και πομπός τους ταυτόχρονα. Και κάπου εκεί αρχίζει πραγματικά η γνωριμία μας Chuck. Από εκείνη την στιγμή και μετά που αποφάσισα φουλ συνειδητά και υποσυνείδητα να σε γνωρίσω ολοκληρώτικα.

Αν κάτι γουστάρω σε σένα
Chuck είναι ότι σε κάθε δίσκο εξέφραζες τον εαυτό σου. Από τον εφηβικά και ερασιτεχνικά πρωτόλειο δίσκο Death by Metal (1984)με τους Mantas. Στους Death με το Scream Bloody Gore(1987) που ήσουν απλά ένας 20χρονος χούλιγκαν που λάτρευε τις splatter ταινίες, στον μηδενισμό του Leprosy (1988), στην κοινωνική οργή του Spiritual Healing (1990), στην αυτοκριτική του ανθρώπινου είδους στο Human (1991) και στο Individual thought Patterns (1993), στην εύρεση της αρμονίας και της αγάπης για τη ΖΩΗ στο Symbolic (1995), και στην αναζήτηση του κάτι παραπάνω, πέρα από αυτή, στο Sound of Perseverance (1998). 

Και
για το τέλος το Fragile Art of Existence (1999) των Control Denied. Τον μοναδικό δίσκο που δεν τραγούδησες και στον οποίο έβγαζες τα συμπεράσματα σου για την ζωή αφού είχες νικήσει τον πρώτο καρκίνο, μέσα στο κεφάλι σου. Ενώ είχες σταματήσει, προσωρινά δυστυχώς, εκείνους τους πόνους πάνω από τον αυχένα σου. Εκείνους που σε ώθησαν να γράψεις το στίχο “Take the plunge, take the chance, Safe in the heart and soul from elements, Spawned by those void of no self-worth, And no sense of dreams”.  

Για όλη αυτή τη διαδρομή σε πήγα Chuck. Γιατί μέσα σε αυτή εντόπισα την αγάπη σου για τα ζώα, γράφωντας δύο τραγούδια για αυτά, οπού περιγράφεις τόσο όμορφα την ύπαρξη τους με τίτλους όπως το “Nothing is Everything” και το “Sacred Serenity”. Γιατί δεν είναι τυχαίο που ο σκύλος σου ο Buster ήρθε να σου κάνει παρέα λίγες μέρες μετά αφού έφυγες. Γιατί μέσα σε αυτή τη διαδρομή άκουσα ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που διαπραγματεύονται τόσο όμορφα το φαινόμενο του έρωτα. Για το Destiny λέω που τραγουδάς “I know there is no way to avoid the pain that we must go through, To find the other half that is true, Destiny is what we all seek, Destiny was waiting for you and me” και με εκφράζει τόσο πολύ. Γιατί σε ένοιωσα στο voice of the soul και κατάλαβα το πόσο ωραίο είναι να αφήνεις την μουσική να εκφράζει ότι αισθάνεσαι, χωρίς τον παραμικρό στίχο, χωρίς ίχνος λογικής σκέψης.

Γιατί πολύ απλά μέχρι και τώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές νοιώθω ότι δεν σε έχω γνωρίσει ολοκληρωτικά, και αυτός είναι ο λόγος που ακόμα ασχολούμαι μαζί σου. Γιατί μου έμαθες ότι ούτε την ίδια την ζώη θα την μάθω ποτέ ολοκληρωτικά.  Και μου έδωσες να καταλάβω ότι αυτό είναι το νόημα της. Να θέλω συνεχώς να την γνωρίζω. Γιατί μου έδωσες τον ωραιότερο ορισμό της. Αιώνια αναζήτηση. Σε αυτό το στίχο. Σε ένα στίχο που, μα τι ειρωνία, ανήκε σε ένα τραγούδι μιας μπάντας  που λεγόταν
Death. Ναι ρε σε αυτόν που απευθύνθηκες σε μένα:

“Won’t you join me on the perennial quest, reaching into the dark, retrieving light, search for answers on the perennial quest, where dreams are followed, and time is a test”

Πρώτη Δημοσίευση: Balaoritou Street


Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Η λειτουργία του μίσους


Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, «Το κοιμητήριο της Πράγας». Αν όχι το πιο ενδιαφέρον, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου, ήταν η συνάντηση του πρωταγωνιστή Λοχαγού Σιμονίνι, ενός ιδιαίτερα ταλαντούχου πλαστογράφου, με τον κ. Ρασκόφσκι, έναν αξιωματούχο των Ρώσικων μυστικών υπηρεσιών, με τη συνάντηση αυτή να λαμβάνει χώρα κάπου στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα. Θα αναφέρω κάποια χαρακτηριστικά σημεία του διαλόγου:

-Αλλά γιατί βάζετε στο στόχαστρο ειδικά τους Εβραίους, αναρωτιέται ο Σιμονίνι.

-Μα επειδή στη Ρωσία υπάρχουν οι Εβραίοι. Αν ήμουν στην Τουρκία, θα έβαζα στο στόχαστρο τους Αρμένιους.

Και συνεχίζει ο Ρώσος αξιωματούχος με έναν μονόλογο, του οποίου θα αναφέρω τα πιο καίρια(για μένα) σημεία του.

-Εγώ ενδιαφέρομαι για την ηθική αντοχή του Ρώσικου λαού και δεν επιθυμώ(ή μάλλον τα πρόσωπα που θέλω να εξυπηρετήσω δεν επιθυμούν) αυτός ο λαός να κατευθύνει τη δυσαρέσκεια του ενάντια του Τσάρου. Συνεπώς χρειάζεται ένας εχθρός.

-Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας.

-Χρειάζεται ένας εχθρός για να δώσουμε ελπίδα στο λαό.

-Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιωθουμε δικαιωμένοι μες στη δυστυχία μας.Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μία ανώμαλη κατάσταση.

-...μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη  μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για να αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά.

Και κάπου εδώ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ιδιοφυής Ιταλός διανοούμενος, κάνει μία ανάλυση της έννοιας του μίσους. Ξεκινάει από το συλλογικό επίπεδο, όπου το μίσος εκφράζεται μέσω του ρατσισμού και συνεχίζει καταλήγοντας στο ατομικό επίπεδο, όπου το αναλύει σαν βαθύτερο συναίσθημα. Έχοντας ζήσει και ίσως ζώντας ακόμα μία κατάσταση μίσους προς ένα άτομο(όταν είμαι νηφάλιος)  μπήκα στο τριπάκι να το σκεφτώ λίγο παραπάνω. Απλά θα το πάω αντίστροφα. Θα ξεκινήσω από το ατομικό για να καταλήξω στο συλλογικό.

Αρχικά τι είναι το μίσος; Θεωρώ ότι το μίσος είναι η κατάρα που ακολούθησε τον άνθρωπο, από την πρώτη στιγμή που απέκτησε συνείδηση της ύπαρξης του. Το δώρο ήταν η αγάπη. Άρα όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, το μίσος και η αγάπη είναι δύο συναισθήματα που συνδέονται. Αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη μεταξύ τους. Η έλλειψη του ενός τροφοδοτεί το άλλο. Πιστεύω ακράδαντα, ότι και οι δύο λειτουργίες υπάρχουν μέσα σε κάθε νοήμονα ανθρώπινο οργανισμό σχεδόν από τη στιγμή της γέννησης του. Είναι κακοήθεια και υποκρισία, όταν ακούω κάποιους να μου το παίζουν ολοκληρωτικά αγαπούλες. Ας το αποδεχτούμε. Οι άνθρωποι και όχι μόνο σαν είδος αλλά και σαν μονάδες ανεξάρτητες είμαστε ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο. Τι είναι όμως αυτό που θα καθορίσει το πόσο το μίσος θα κατακλείσει το είναι μας; Όσον αφορά το πως νιώθουμε, το τι αισθανόμαστε, είναι ξεκάθαρο, ότι ο ρυθμιστής του μίσους μέσα μας, είναι η αγάπη, η μάλλον η έλλειψη της. Από τη στιγμή που θα καλλιεργηθεί το μίσος μέσα μας, μόνο η αγάπη σαν ίση και αντίρροπη δύναμη μπορεί να το πατάξει. Είτε είναι η προδοσία ενός φίλου, ενός συντρόφου, είτε είναι η υποτίμηση της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας μας, μόνο μία αντίστροφη και ισόποση συμπεριφορά μπορεί, ίσως, να μας επαναφέρει σε μία ισορροπία.

Αλλά ανεξάρτητα το πως νιώθουμε μεγάλη σημασία έχει και το πως εκφραζόμαστε. Τι είναι αυτό που μπορεί να χαλιναγωγήσει το μίσος μας, έτσι ώστε να μην το εκφράζουμε και να μην βλάπτουμε είτε τα άτομα που μισούμε είτε γενικότερα τους γύρω μας; Κρίνοντας και πάλι εκ προσωπικής πείρας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι μόνο η παιδεία μπορεί να μας αποτρέψει από το να εκφράσουμε μία μισητή συμπεριφορά. Είναι η παιδεία και η προσωπική καλλιέργεια οι οποίες θα μας μάθουν το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η αυτοεκτίμηση και η αίσθηση αξιοπρέπειας, θα μας προτρέψουν  να το διαχειριστούμε μέσα  μας πιο νηφάλια, και έτσι θα μας βοηθήσουν να κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και να μην προβούμε σε πράξεις τις οποίες πολύ πιθανόν να μετανιώσουμε. Γιατί αυτή είναι η πουστιά του μίσους. Μόνο όταν το εκτονώσουμε ολοκληρωτικά, και έχοντας πλέον ηρεμήσει και αδειάσει από αυτό, μπορούμε να κρίνουμε τις ενέργειες στις οποίες το μίσος μας οδήγησε. Και όντας ήρεμοι και άρα αντικειμενικοί, το πιθανότερο είναι να μετανοιώσουμε για το τέρας που υπήρξαμε λίγες μόλις στιγμές πριν, καταλήγοντας τελικά να μισούμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Και αν δεν το μετανιώσουμε ποτέ σημαίνει ότι το μίσος(άρα και η έλλειψη αγάπης) μας ακολούθησε σε όλη μας τη ζωή. Φρικτό ε;

Πως όμως το μίσος φτάνει σε σημείο να κατακλύσει μία ολόκληρη κοινωνία; Νομίζω ότι η απάντηση είναι απλά μαθηματικά. Όταν μία κοινωνία μισεί, σημαίνει ότι αποτελείται από ανθρώπους που μισούν. Έστω σε ένα σημαντικό ποσοστό της. Τι μπορεί να κάνει ένα μεγάλο μέρος των ατόμων μίας κοινωνίας να μισούν; Μα φυσικά το μίσος, άρα η έλλειψη αγάπης που εισπράττουν. Όταν αυτό συμβαίνει, είτε με πομπό το κράτος, είτε με πομπό την ίδια κοινωνία, είτε και με τα δύο, τότε είναι λογικό αλλά όχι δικαιολογημένο μία κοινωνία να μισεί. Να ψάχνει να βρει τον κακό, τον υπέυθυνο της δυστυχίας της. Τον εχθρό. Σκόπιμα αντιγράφω τις φράσεις του Ρώσου αξιωματούχου. Κάπως έτσι το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ένας συνηθισμένος ηγέτης, είναι να κατευθύνει το μίσος των ανθρώπων. Προς όφελος του. Προς προστασία του πολλές φορές. Και ίσως ένας πιο πονηρός ηγέτης να μαθαίνει όχι απλά να χειραγωγεί το μίσος των υπηκόων του, αλλά να το δημιουργεί, ή και να το ρυθμίζει κιόλας ανάλογα με τις ανάγκες του. Πως θα το ρυθμίσει; Μην πάτε μακρυά συνδέστε κάποια γεγονότα. Η οικονομική κρίση ξεκινάει το 2008. Στα επόμενα χρόνια γίνεται κατανοητό ότι μόνο με υποτίμηση της ζωής των ανεπτυγμένων κοινωνιών θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί χωρίς να στερηθούν κάποιοι τα κέρδη τους. Το 2011 ξεσπάει η Αραβική άνοιξη κάτι που οδηγεί εκατομμύρια πρόσφυγες φυσιολογικά να ψάξουν μία καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Και λίγο μετά αρχίζουν να ανεβαίνουν τα ακροδεξιά κόμματα. Όχι δεν δημιουργώ θεωρίες συνομωσίας. Απλά θέτω κάποια γεγονότα, τα οποία υπό το χειρισμό κάποιων ιδιαιτέρως έξυπνων άνθρώπων μπορεί να αποτελέσουν ευκαιρίες για κάποια άλλα γεγονότα και καταστάσεις που θα συμφέρουν κάποιους. Το ότι συνδέονται τόσο «όμορφα» όλα μεταξύ τους δεν είναι απαραίτητο να είναι προσχεδιασμένο. Όχι απόλυτα τουλάχιστον. Ευτυχώς οι στενές ανθρώπινες σχέσεις δεν φαίνονται ακόμα να απειλούνται άμεσα, από τις επιβουλές κάποιων έξω από αυτές. Τουλάχιστον όταν είναι πραγματικές. Γιατί αλλιώς μια χαρά έχουν καταντήσει χειραγωγίσιμες. Πως γίνεται αυτό; Δημιουργώντας κοινωνικά πρότυπα. Η τέλεια οικογένεια. Ο τέλειος σύντροφος. Καταλήγοντας να στερούμαστε τη μαγεία, τη γοητεία της ατέλειας, αυτοί που μας κάνει να ερωτευόμαστε, να συγκινούμαστε. Αλλά όχι ρε κουφάλες, το θαύμα αυτό, η πραγματική αγάπη, όταν συμβαίνει είναι άτρωτη στις πουστιές σας.

Περεταίρω ανάλυση ίσως καταντήσει κουραστική, ίσως και εγώ δεν έχω αναπτύξει τη δυνατότητα ακόμα, να μπορέσω να διαχειριστώ το όλο θέμα καλύτερα. Είναι προφανές όμως ότι αν στα επόμενα χρόνια θέλουμε να παρατηρούμε λιγότερο μίσος μέσα μας και στην κοινωνία μας, τότε δύο είναι οι έννοιες που πρέπει να επενδύσουμε. Η αγάπη και η παιδεία.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε ένα δροσερό βράδυ στη Βραβάντη, υπό τους ήχους του “Themes from William Blake's The Marriage of Heaven and Hell” των Νορβηγών Ulver. Ένας διπλός δίσκος που έχει μελοποιημένα αποσπάσματα από έργο «Ο Γάμος του Παραδείσου και της Κόλασης» του Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Τα αποσπάσματα αυτά παντρεύονται με ηλεκτρονικούς και ψυχεδελικούς rock ήχους και το αποτέλεσμα είναι απλά μαγικό. Κόλαση. Παράδεισος. Μίσος. Αγάπη.