Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Η χημεία των ανθρώπων


Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, όλοι ερχόμαστε σε επαφή με άπειρους άλλους ανθρώπους. Κάποιους από αυτούς, λησμονούμε την ύπαρξη τους στο επόμενο δευτερόλεπτο της απουσίας τους. Με κάποιους άλλους διατηρούμε μία ευγενική επαφή και με άλλους κάνουμε φανερή την αντιπάθεια μας από την αρχή της γνωριμίας μας. Με κάποιους στεριώνουμε περισσότερο και γινόμαστε φίλοι ή σύντροφοι, ενώ με πολλούς από τους τελευταίους, καταλήγουμε σε καυγάδες αν όχι στα δικαστήρια.

Για να κολλήσουν δύο (ή και περισσότεροι μερικές φορές) άνθρωποι, συνηθίζουμε να λέμε ότι έχουν κοινά ενδιαφέροντα, επιδιώξεις ή ακόμα και συμφέροντα. Φυσικά υπάρχει και η θεωρία των ετερώνυμων που έλκονται, ότι ουσιαστικά, καλύπτει ο ένας τον άλλον. Παρ’ όλα αυτά εγώ προσωπικά έχω βρεθεί παρών και στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και ήταν πάρα πολλά τα παραδείγματα στα οποία δεν υπήρξε καμία σύνδεση, καμία επικοινωνία, έστω και αντιστρόφως ανάλογη.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι συνισταμένες που χρειάζονται για να συνδεθούν οι άνθρωποι ποικίλουν από περίπτωση σε περίπτωση. Και αφού, τα ενδιαφέροντα, τα χόμπυ, οι ιδέες σχετικά με τη ζωή και τον κόσμο κτλ, δεν είναι οι σταθερές οι οποίες αποτελούν θεμέλια για το δέσιμο δύο ατόμων, τότε τι είναι αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο κάθε υγιούς σύνδεσης μεταξύ δύο προσωπικοτήτων;

Ίσως τελικά, πολλά από τα χαρακτηριστικά που θεωρούμε τόσο κρίσιμα για το «είναι» μας, να μην είναι τόσο σημαντικά για τις ανθρώπινες σχέσεις, ή ίσως να είναι απλά προεκτάσεις άλλων σημαντικότερων στοιχείων μας τα οποία μπορεί να έχουν καλιεργηθεί τελείως υποσυνείδητα και να μην τα  έχουμε πάρει καν χαμπάρι. Ίσως είναι αυτό που κάποιοι το αποκαλούν «ψυχή ενός ανθρώπου», ίσως  είναι αυτό που λέμε όταν βλέπουμε δύο ανθρώπους να είναι δεμένους, ότι είναι από την «ίδια πάστα».

Είναι αρκετά θολό το τοπίο, μια και οι έννοιες που καθορίζουν την πάστα ενός ανθρώπου, είναι αμφιλεγόμενες, όχί τόσο ως προς το νόημα τους, αλλά στην εφαρμογή τους στον άνθρωπο αυτό, καθώς έχουν την τάση να είναι υποκεμενικές. Έννοιες όπως η ειλικρίνεια, η τιμιότητα, η ανοιχτόμυαλη προσέγγιση σε διάφορα θέματα, το χιούμορ και τόσες άλλες που καθοριζουν την υπόσταση μας, πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε καν.

Οπότε όταν κάποιοι άνθρωποι έχουν αυτά τα στοιχεία και εφαρμόζονται πάνω τους κατά παρόμοιο τρόπο, ώστε να αναγνωρίζονται μεταξύ αυτών των δύο ατόμων, τότε συμβαίνει αυτή η όμορφη διαδικασία, του να κολλάνε οι δυο τους, να έχουνε χημεία. Δεν είναι κάτι τόσο συνηθισμένο όσο μπορεί να νομίζουμε, αν κρίνουμε από το γεγονός το ότι οι περισσότεροι από μας, δεν καταλήγουν με πάνω από δύο-τρεις αληθινούς φίλους, ενώ στις σχέσεις είναι ακόμα πιο σύνθετα τα πράγματα ώστε ακόμα και τις πετυχημένες από αυτές να τις τοποθετήσουμε στην κατηγορία της «χημείας».

Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πως πολλές φορές η ποιότητα και η ιδιαιτερότητα κάθε ανθρώπου, δεν κρίνεται με από τα επιφανειακά χαρακτηριστικά που εκφράζει καθημερινά, αλλά από βαθύτερα τα οποία αναδύονται ενίοτε σε ανύποπτες στιγμές. Αυτή η ασάφεια, είναι που κάνει και τόσο γοητευτική την παρατήρηση των ανθρωπίνων σχέσεων και του πως δημιουργούνται και του πως εξελίσσονται. Διότι, αν ήταν απλά μαθηματικά, αν ήταν απλά «1+1=2», τότε θα δημιουργούτα μία πεπατημένη την οποία θα προσπαθούσαμε όλοι να ακολουθήσουμε.

Μπορεί να μας ζορίζει αυτή η γκρίζα ζώνη, μπορεί πολλές φορές να μας απελπίζει όταν η «πάστα» μας δεν βρίσκει εύκολα άλλες ταιριαστές στην ίδια, αλλά η άλλη όψη του νομίσματος είναι αυτή που κάνει το τίμημα να φαίνεται μικρό. Όταν δηλαδή γνωρίζουμε έναν άνθρωπο και αντιλαμβανόμαστε ότι η παρουσία του στη ζωή μας δεν θα είναι παροδική. Όταν νιώσουμε ότι έχουμε βρει ένα συνοδοιπόρο.

 


Πηγή εικόνας: brainfoodextra.com

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Το αυγό του φιδιού στην Ελλάδα

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι είναι ένας «φασίστας». Είναι οπαδός της ιδεολογίας του φασισμού. Χαίρω πολύ. Και τι είναι φασισμός; Ας αφήσουμε εκτός, για την οικονομία του κειμένου, τις διάφορες περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αυτές οι λέξεις και ας συγκρατήσουμε την αρχική πολιτική έννοια τους. Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη είναι «ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα της άκρας δεξιάς, με έντονα εθνικιστικό και αυταρχικό χαρακτήρα, που καταργεί τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία και βασίζεται στον μονοκομματισμό και τον ολοκληρωτισμό».

Πόσους φασίστες έχει διαχρονικά η Ελλάδα; Αν αποφασίσουμε να μην είμαστε αυστηροί και να μην συμπεριλάβουμε αυτούς που μπορεί να έχουν ενίοτε φασίζουσα συμπεριφορά, ή να υποστηρίζουν περιστασιακά και από βλακεία, φασιστικά κινήματα και αν κρατήσουμε τον όρο «φασίστας» για αυτούς που εξασκούν άμεσα την ιδεολογία του φασισμού και συμμετέχουν αυτοπροσώπως σε φασιστικές ενέργειες, κινήματα και καθεστώτα, θα φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι δεδομένου της βλαβερής τους επιρροής στην κοινωνία, δεν είναι λίγοι.

Δυστυχώς όμως θα φτάσουμε και στο συμπερασμα ότι διαχρονικά η ποσότητα τους δεν μειώνεται, στην πραγματικότητα. Διατηρείται και κρύβεται μέσα σε «δημοκρατικά» κινήματα, πολλές φορές κάνει και τη 
«βρώμικη δουλειά» για αυτά και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να ξεπροβάλλει από την κρυψώνα του. Σαν ένα φίδι.


Ο αναγνώστης θα καταλάβει σε ποιους ακριβώς αναφέρομαι ως «φασίστες με τη βούλα» με την ιστορική αναδρομή που θα υπάρξει στις επόμενες παραγράφους. Θα αφήσω έξω προφασιστικές δράσεις από διάφορα κινήματα εθνικιστικού χαρακτήρα και θα πάω στο πρώτο ξεδιάντροπα φασιστικό καθεστώς που έλαβε χώρα στην Ελλάδα, την 4η Αυγούστου 1936, τη δικτατορία του Μεταξά. Πέρα από τους εφησυχασμένους νοικοκυραίους που δεν είχαν πρόβλημα τα παιδιά τους να διαπαδαγωγούνται με ακραίες εθνικιστικές διδαχές, υπήρχαν και πολίτες οι οποίοι συνεισφέραν στην «ευζωία» του καθεστώτος, με ρουφιανιές, τραμπουκισμούς και βασανιστήρια.

Θα περίμενε κάποιος, η επερχόμενη Γερμανική κατοχή να ανακόψει τη δράση τους, αλλά αντίθετα την εντατικοποίησε. Είτε μέσω της παραδοσιακής χαφιέδικης συμπεριφοράς τους, είτε μέσω της συμμετοχής τους σε κατοχικές τερατουργίες όπως τα τάγματα ασφαλείας και οι Χίτες. Μόνο η αντίσταση του ΕΛΑΣ περιόρισε την δράση τους. Για λίγο, όμως μια και μετά το τέλος της κατοχής τους βρήκε να πρωταγωνιστούν σε αντικομμουνιστικές δράσεις, τη «Λευκή Τρομοκρατία», με την κάλυψη της «δημοκρατικής» εγκάθετης, εκ δυτικών, κυβέρνησης.

Ουσιαστικά αυτοί που ρουφιάνευαν και τραμπούκιζαν τον κόσμο στους Γερμανούς, έπειτα ρουφιάνευαν και τραμπούκιζαν για λογαριασμό των εχθρών των Γερμανών. Στα «κρυφά» εννοείται, μια και στην Ελλάδα επικρατούσε «Δημοκρατία». Για τιμωρία τους στο μεταπολεμικό καθεστώς, ούτε λόγος. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουσουρή, ιστορικό στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, η Ελλάδα είναι η χώρα με την μικρότερο αριθμό καταδικασθέντων δοσιλόγων. Πολλοί μάλιστα ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες τους, σαν τον πατέρα του Χριστοφοράκου.

Πέρασαν αρκετά χρόνια, που οι φασίστες δρούσαν σε ένα φανερό παρασκήνιο, όπως η δολοφονία του Λαμπράκη, με την ανοχή (αν όχι τις ευλογίες) των ελληνικών κυβερνήσεων, μέχρι που τελικά ξαναβγήκαν στο προσκήνιο, εκμεταλλευόμενοι την πολιτική κρίση της εποχής και έχοντας ως όχημα την στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε μέσω πραξικοπήματος, την 21η Απριλίου του 1967. Τα επόμενα εφτά χρόνια θα συνέχιζαν τις αγαπημένες τους δραστηριότητες των τραμπουκισμών, της ρουφιανιάς και των βασανιστηρίων.

Όταν τελικά, κατέπεσε το Απριλιανό καθεστώς και ξαναήρθε η «Δημοκρατία» στην Ελλάδα, πολλοί παρατήρησαν ότι οι πολίτες της χώρας έγιναν μάρτυρες ενός ιστορικού
déjà vu. Ελάχιστοι φασίστες τιμωρήθηκαν και η πλειοψηφία αυτών έζησαν ζωή χαρισάμενη, κάποιοι από αυτούς μάλιστα κομπάζοντας για τις νεο-δημοκρατικές τους ιδέες. Φυσικά, συνέχισαν να δρουν με χαμηλό πολιτικά προφίλ, π.χ. μέσω της ΕΠΕΝ, στην οποία ανήκαν και εξέχοντα πολιτικά πρόσωπα όπως ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του έκανε αθλοπαιδειές με τσεκούρια. Και εννοείται και ο Νίκος ο Μιχαλολιάκος, ο μετέπειτα Γ.Γ. της Χρυσής Αυγής.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, περιστασιακά οι φασίστες κάναν πιο έντονη την παρουσία τους με τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα από τον Γιάννη Καλαμπόκα, στέλεχος της ΟΝΝΕΔ, την απόπειρα δολοφονίας του προαναφερθέντος ιστορικού από τον «Περίανδρο». Μέχρι που φτάνουμε στην αρχή της οικονομικής κρίσης, το 2008 και οι φασίστες επανέρχονται με κάθε επισημότητα μέσω της εκλογικής ανόδου της Χρυσής Αυγής. Το τι ακολούθησε είναι πάνω-κάτω γνωστό, με αποκορύφωμα τη χθεσινή έκδοση της καταδικαστικής απόφασης για την εγκληματική φύση του Νεοναζιστικού κόμματος. Πλεονασμός.

Στον αναγνώστη του παρόντος κειμένου, μπορεί να φαίνεται ότι επαναλαμβάνομαι και θα έχει και δίκιο για αυτή του την παρατήρηση. Διότι, μελετώντας κάποιος την ιστορία του φασισμού στην Ελλάδα, τον τελευταίο αιώνα, θα παρατηρήσει ότι επαναλαμβάνεται το ίδιο ιστορικό μοτίβο: Οι φασίστες να παρασιτούν παρασκηνιακά σε μία φαινομενικά δημοκρατική κοινωνία, να έρχονται στο προσκήνιο εκμεταλλευόμενοι κοινωνικόπολιτικές κρίσεις και έπειτα να επιστρέφουν στο παρασκήνιο ή να καμουφλάρονται ως εθνικόφρονες δημοκράτες, αναμένοντας τη στιγμή που θα εκφράσουν τα μισανθρωπικά τους ένστικτα. Και φυσικά ποτέ να μην έχουν την τιμωρία που τους αναλογεί.

Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες ότι το σημερινό σύστημα, συνέχεια των παλαιότερων, θα είναι πολύ πρόθυμο να αλλάξει αυτό το μοτίβο. Μην ξεχνάμε ότι οι 50 καταδικασμένοι δεν δράσαν μόνοι τους. Έτσι γίνεται ακόμα πιο σημαντικό το γεγονός, ότι τα υγιή τμήματα αυτής της κοινωνίας έχουν καθήκον μέσω της καθημερινής συλλογικής τριβής να καταστήσουν σαφές σε όλους, ότι οι φασίστες δεν μπορούν να κρύβονται, με κορώνες ΓιαΤηνΠατρίδα, ούτε να διατυμπανίζουν ότι προσφέρουν Ελληνικές Λύσεις, ούτε ότι έβαλαν μυαλό και έχουν γίνει Νεοι Δημοκράτες, ούτε να τους συγχωρούνται οι ένστολες βίαιες συμπεριφορές, όπως όταν ανακοινώθηκε η ετυμηγορία και επιτεθήκαν τελείως αναίτια στο συγκεντρωμένο πλήθος, έξω από το δικαστήριο. 

Διότι το αυγό του φιδιού πρέπει να συνθλίβεται από όλες τις πλευρές, προτού εκκολαφθεί.



Πηγή εικόνας: trendsmap.com

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Δίνοντας προτεραιότητα στη ζωή μας

 

Ακριβώς τη στιγμή που γεννιόμαστε, πέρα από τη διαδικασία της ζωής, ξεκινάει και μία άλλη. Μία αναμέτρηση. Ξεκινάει η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον μας και κυρίως με τους ανθρώπους γύρω μας. Εννοείται σε αυτό το αρχικό στάδιο κυριαρχεί η επικοινωνία μας με τους γονείς μας. Μετά από κάποια χρόνια, αρχίζουμε και διευρύνουμε το περιβάλλον μας με την είσοδο στις αίθουσες και στις αυλές του σχολείου και σε δευτερεύουσες, βάσει του χρόνου που δεσμεύουν, δραστηριότητες. Που βρίσκεται όμως το στοιχείο της αναμέτρησης; Ποιες έννοιες, ποια μεγέθη συγκρούονται ή έστω απλά συγκρίνονται;

Τα μεγέθη αυτά, είναι δύο. Το ένα είναι το πως βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας, τη ζωή μας και το άλλο είναι το πως αντιλαμβανόμαστε ότι μας βλέπουν οι «άλλοι». Όσο μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε τόσο καλλιεργούνται και αυτές οι δύο αντιλήψεις και μάλιστα αλληλοεπηρεάζονται, αλληλοεμπνέονται και αλληλοδιαψεύδονται, ενίοτε. Η αναμέτρηση τους, η τριβή τους, είναι μία εντελώς φυσιολογική διαδικασία που λαμβάνει χώρα στον καθένα μας, μια και ο άνθρωπος έχει αυτή την, κάποιες φορές ενοχλητική, τάση να κοινωνικοποιείται.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η παραπάνω συνύπαρξη δεν μπορεί να αποφευχθεί εκτός αν κάποιος αποφασίσει να γίνει ερημίτης στα υψίπεδα του Κασμίρ. Και αυτή η μη αποφυγή δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό, δεν είναι εξ’ ορισμού μία επώδυνη διαδικασία. Μπορεί να γίνει όμως. Στην περίπτωση που η αντίληψη που έχουμε για τη συμπεριφορά των «άλλων» απέναντι μας, υπερισχύσει της αντίληψης που έχουμε οι ίδιοι για εμάς. Και ειδικά όταν η αίσθηση μας για την πρώτη δεν είναι και ιδιαίτερα ευχάριστη. Διότι τότε είναι που ξεκινάει η κατηφόρα μας, αρχικά εσωτερική και έπειτα εξωτερική.

Άσχημες και αγενείς συμπεριφορές, ματαιώσεις σημαντικών μας σχέσεων, αδιαφορία από υποψήφιες νέες και ένα σωρό άλλες αρνητικές ενέργειες εναντίον μας, μπορεί να μας οδηγήσουν να πιστέψουμε ότι οι «άλλοι» έχουν αρνητική άποψη για μας. Και έπειτα να ρίξουμε την ευθύνη για αυτό το συναίσθημα σε μας. Και τέλος να υιοθετήσουμε και εμείς οι ίδιοι αυτή την «άποψη» για τον εαυτό μας. Και εκεί είναι που ζορίζει πλέον η κατάσταση. Διότι χάνοντας την εκτίμηση για τον εαυτό μας, χάνουμε αυτόματα την εκτίμηση και για την ίδια μας τη ζωή. Η οποία, ξεχνάμε πολλές φορές ότι, είναι μία και μοναδική. Άλλη δεν θα υπάρξει, από όσο γνωρίζουμε τουλάχιστον.

Και είναι αυτή η μοναδικότητα της ζωής μας, της ύπαρξης μας, που την κάνει τόσο ανεκτίμητη, τόσο συντριπτικά ανώτερη από την οποιαδήποτε υποτίμηση θα δεχτούμε από κάποιον εξωτερικό παράγοντα κατά τη διάρκεια της. Είναι απλό, δεν χρειάζεται κάποια διατριβή στη φιλοσοφία. Απλά δεν αξίζει. Ναι, είναι δύσκολο να το χωνέψουμε όταν μεγαλώνουμε σε ένα περιβάλλον συνεχούς κριτικής, πολλές φορές κακοπροαίρετης. Είναι πολύ δύσκολο να το κατανοήσουμε όταν έχουμε τριγύρω μας «άλλους» που μας προπαγανδίζουν να νοιαζόμαστε για τους «άλλους»,  ενώ οι ίδιοι δεν δίνουν δεκάρα για τα δικά μας συναισθήματα. Είναι πραγματικά, τεράστια πρόκληση να καταφέρουμε να βγούμε από αυτή τη λούπα, από αυτό τον λαβύρινθο που μας έχουν κλείσει.

Για να αρχίσει να επιδιώκεται αυτή η απόδραση, χρειάζεται συνήθως μία επώδυνη και τρομακτική αφορμή. Μία εμπειρία η οποία θα μας υπενθυμίσει την ασυναγώνιστη αξία που έχει η ζωή μας, για εμάς, απέναντι σε κάθε άλλον άνθρωπο και ειδικά αυτούς που την έχουν «μολύνει». Μία κατά μέτωπο αναμέτρηση με την περίπτωση της απώλειας του σημαντικότερου κτήματος μας. Της ύπαρξης μας. Διότε εκείνη τη στιγμή, ο μεγαλύτερος φόβος μας, η πρώτη με διαφορά από τη δεύτερη, έγνοια μας, δεν θα είναι η οποιαδήποτε άποψη ενός «άλλου» αλλά εμείς οι ίδιοι. Είναι το ένστικτο της επιβίωσης, το καλύτερο εργαλείο αναπροσαρμογής προτεραιοτήτων.

Θα είναι μία δυσάρεστη, αλλά και μία προοπτικά λυτρωτική αφετηρία επανάκτησης της προτεραιότητας της ζωής μας, στο σύστημα αξιών του μυαλού μας, στην ιεραρχία που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας. Και θα ακολουθήσει μία πορεία δύσκολη, κάποιες φορές ευάλωτη, στην οποία όμως θα πρέπει να μείνουμε πιστοί. Και ανοιχτοί σε κάθε χέρι που θα μας στηρίξει, είτε αυτό είναι κάποιου ανθρώπου που ποτέ δεν έγινε απόλυτα «άλλος» απέναντι μας, είτε μας πείθει με τις πράξεις του ότι δεν σκοπεύει να γίνει.


Πηγή εικόνας: startupanz.com


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η αναβολή μίας αυτοκτονίας

Ο Τζακ, ο άστεγος και ο αδέσποτος μεν, σκύλος του δε, ο Τζώνυ περπατάνε ευδιάθετοι σε αυτή την κακόφημη γειτονιά της πόλης, κανά δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Η εξόρμηση τους στα γυράδικα που κλείνανε λίγη ώρα πριν ήταν αρκετά επιτυχημένη. Δύο πίτες, ένα μπιφτέκι, ένα σουτζουκάκι και ένα κεσεδάκι με λίγο μπαγιάτικο γύρο, ήταν τα λάφυρα της αποψινής ζητιανιάς τους. Θα κοιμηθούν φαγωμένοι και αυτό το φθινοπωρινό βράδυ.

Πλησιάζουν, προς τη διάβαση του τρένου, την οποία σκοπεύουν να διασχίσουν και στα επόμενα εκατό μέτρα να πάνε στο εγκαταλελειμμένο βαγόνι που έχουν απαλλοτριώσει και τους προστατεύει από τη δροσιά. Την αίσθηση της όσφρησης των κρεατικών στη μύτη του Τζακ, διακόπτει το γαύγισμα του Τζώνυ και η ανήσυχη κίνηση του υπολείμματος της ουράς του, που μάλλον την είχε κόψει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης μαζί με το αυτί του, προτού τον εγκαταλείψει. Ο Τζακ κοιτάει προς τις ράγες του τρένου και βλέπει έναν άνδρα, νεαρό μάλλον, να έχει ξαπλώσει πάνω σε αυτές, κάθετα.

«Αν δεν περάσει κανένα καθυστερημένο εμπορικό τρένο, δεν έχει δρομολόγιο για τις επόμενες δύο-τρεις ώρες φιλαράκι, άδικα περιμένεις», λέει ο Τζακ καθώς περνάει κάτω από τη μπάρα και πλησιάζει τον ξαπλωμένο άνδρα.
«Δεν με ενδιαφέρει, θα περιμένω όσο χρειαστεί», απαντάει ο άνδρας περίλυπος.
«Για να μην ταλαιπωρείσαι με την αναμονή, το λέω».
«Και τι σε νοιάζει εσένα αν θα ταλαιπωρηθώ;»
«Δεν με νοιάζει», απαντάει ενώ ανάβει ένα τσιγάρο ο άστεγος.
«Κανείς δεν νοιάζεται για μένα», σχολιάζει θλιμμένος ο άντρας
«Και γιατί να το κάνουν;»
«Δεν έχεις άδικο, είμαι ένα τίποτα.»
«Σχεδόν. Συγκεκριμένα είσαι το», λέει ο Τζακ ενώ μετράει με τα δάχτυλα του, «0.000013 τοις εκατό των ανθρώπων πάνω στη Γη.»
«Πως το έβγαλες αυτό το νούμερο;»
«Διαίρεσα το 1 που είσαι εσύ, με τα 7,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων πάνω στη Γη. Μην με κοιτάς περίεργα, ήμουν καλός στα μαθηματικά στο σχολείο.»
«Και τι νόημα είχε αυτός ο υπολογισμός;»
«Κανένα νόημα. Ετοιμάζεσαι να αυτοκτονήσεις και ψάχνεις για νοήματα;»
«Η ζωή μου έχασε κάθε νόημα.»
«Γιατί, είχε και ποτέ;»
«Με απέλυσαν από τη δουλειά.»
«Επιτέλους έχεις ελεύθερο χρόνο.»
«Η γυναίκα μου με παράτησε για τον καλύτερο μου φίλο.»
«Δεν πήγε με κάποιον που δεν ξέρεις, άρα δεν χρειάζεται να ανησυχείς.»
«Δεν με αφήνει να δω τα παιδιά μου.»
«Ίσως ούτε αυτά δεν θέλουν να σε δούνε.»
«΄Εχω αποτύχει τελείως.»
«Εσύ τουλάχιστον το αντιλήφθηκες νωρίς. Οι υπόλοιποι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους.»
«Θέλω να απαλλαγώ από το μαρτύριο μου.»
«Αυτό θα το καταφέρεις όπως και να έχει κάποια στιγμή, αλλά με το να το επισπεύσεις όντας διαμελισμένος, δεν θα βοηθήσει να το χαρείς, ούτε καν να το αισθανθείς.»
«Θέλω, με την αυτοκτονία μου, να εκδικηθώ όσους με πλήγωσαν!» λέει ο άντρας εκνευρισμένος πλέον.
«Εδώ δεν είχαν ενοχές όταν ήσουν ζωντανός, θα έχουν όταν είσαι νεκρός και άρα ακίνδυνος; Το πολύ--πολύ να ρίξουν κανά δάκρυ πάνω από το κλειστό φέρετρο σου και ύστερα να έχουν ένα στα γρήγορα στην τουαλέτα της ταβέρνας που θα γίνει το αποχαιρετιστήριο τραπέζι για να γιορτάσουν το γεγονός ότι ξεμπέρδεψαν από την ενοχλητική σου ύπαρξη.»
«Ακόμα και η αυτοκτονία μου, θα είναι μάταια!» λέει ξανά περίλυπος ο άνδρας.
«Όπως και η ζωή σου.»
«Δεν καταλαβαίνω. Προσπαθείς να αποτρέψεις το θάνατο μου ή να τον ενθαρρύνεις;»
«Τίποτα από τα δύο. Απλά επειδή η ζωή δεν έχει νόημα, δεν σημαίνει ότι έχει ο θάνατος», λέει ο Τζακ ενώ χασμουριέται.
«Ε τότε τι να κάνω;»
«Πάρε αυτό το μπιφτέκι και δώστο στο Τζώνυ, του αρέσει να τρώει μεζέδες από ξένα χέρια, το αντιλαμβάνεται σαν μία νέα εμπειρία», λέει ο Τζακ ενώ βγάζει το μπιφτέκι από τη σακούλα και το δίνει στον άνδρα, την ώρα που ένας θόρυβος πλησιάζει.

Αυτός σηκώνεται, πλησιάζει τον Τζώνυ που στέκεται λίγα μέτρα μακριά από τις ράγες και απλώνει το χέρι του με το μπιφτέκι, το οποίο ο σκύλος το κάνει μία χαψιά. Ο άνδρας χαμογελάει αυθόρμητα, βλέποντας το απομεινάρι της ουράς του αδέσποτου να κινείται σε ένα χαρούμενο ρυθμό και νιώθωντας το δροσερό αεράκι που έχει προκαλέσει η εμπορική αμαξοστοιχία που κινείται στις ράγες λίγα μέτρα πίσω του.




Πηγή εικόνας: wallhaven.cc



Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Ταξιδεύοντας με την Ιστορία

Όταν ένας νεαρός άνθρωπος καταφέρνει, καλώς ερχόντων των πραγμάτων, να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά, έχοντας μία δουλειά που θα του επιτρέπει να κάνει και κάτι παραπάνω, πέρα από το να πληρώνει τους λογαριασμούς του, και έχει έρθει ο καιρός κάποιας άδειας ή διακοπών έρχεται και αντιμέτωπος με ένα πολύ ευχάριστο ζήτημα. Το πως θα αξιοποιήσει τον έξτρα αυτό ελεύθερο χρόνο. Σε ποιον προορισμό, θα ταξιδέψει.

Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι θα δημιουργήσει κάποιον απαράβατο κανόνα, είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να έχουν εναν κοινό θεματικό πυρήνα στα ταξίδια τους, έστω για κάποια συγκεκριμένη ηλικιακή περίοδο. Κάποιοι θα πάνε ταξίδι σε τουριστικούς προορισμούς που φημίζονται για τη νυχτερινή ζωή, τα φεστιβάλ και τα πάρτυ τους. Άλλοι θα ταξιδέψουν σε ειδυλλιακές τοποθεσίες, πολλές φορές απομονωμένες και αραικατοικημένες για να θαυμάσουν ένα φυσικό τοπίο. Άλλοι θα ταξιδέψουν για να γευτούν γαστρονομικές εμπειρίες, άλλοι για να γνωρίσουν εξωτικές κουλτούρες και η λίστα, ευτυχώς, δεν τελειώνει ποτέ.

Εγώ, έχοντας την τύχη να αποκτήσω αυτή την οικονομική και χρονική δυνατότητα σχετικά πρόσφατα δεν θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση. Ιδιαίτερο
party animal δεν υπήρξα ποτέ, φυσιολάτρης μεγάλος ποτέ δεν ήμουν, χωρίς βέβαια να έχω υποτιμήσει ποτέ την ομορφιά π.χ. ενός δάσους και ενώ ήμουν πάντα μεγάλος καλοφαγάς, δεν είχα ποτέ έντονη επιθυμία να πειραματιστώ πάνω σε αυτό. Πάντα όμως, τουλάχιστον από την πρώιμη εφηβεία και μετά, μου άρεσε να ανακαλύπτω πολιτισμούς ξένους και μη, μέσω της ιστορίας των τόπων που κατοικοεδρεύουν. Και παρότι η ενασχόληση μου με την ιστορία έμεινε σε ερασιτεχνικό επίπεδο, έστω και εντατικό, δεν έπαψα ποτέ να γοητεύομαι από το παρελθόν των λαών.

Κάπως έτσι, άθελα μου και χωρίς να το συνειδητοποιήσω αρχικά, σχεδόν όλοι οι ταξιδιωτικοί προορισμοί μου τα τελευταία χρόνια, είναι μέρη των οποίων η ιστορία, σε συνδυασμό με την κουλτούρα, μου είχαν ήδη προκαλέσει ένα έντονο φιλολογικό ενδιαφέρον, μέσω στεγνών γνώσεων από το διαδίκτυο, αλλά και μέσω της τέχνης, όπως οι ταινίες και η μουσική. Στη δεύτερη περίπτωση, βέβαια, πάντα υπήρχε έντονη ιστορική χροιά, η οποία μπορεί να έφτανε μέχρι το σήμερα, αλλά είχες τις ρίζες της σε παλαιότερα χρόνια, δεκαετίες, ίσως και αιώνες. 

Έχοντας προετοιμάσει τον εαυτό μου σε θεωρητικό επίπεδο, προτού επισκεφθώ ένα μέρος, έχω τη δυνατότητα όταν βρίσκομαι σε αυτό να βιώνω σε επίπεδο αισθήσεων τις πληροφορίες, τις εικόνες και τους ήχους που έμαθα πριν. Σε αισθήσεις αναφέρομαι, όχι σε παραισθήσεις, μην χαρακτηριστώ και αλαφροίσκιωτος. Έτσι επιτυγχάνω πέρα από το να διασκεδάζω επιφανειακά την παρουσία μου σε έναν καινούριο για μένα τόπο, να ψυχαγωγούμαι κιόλας, αντιλαμβανόμενος περιστατικά και στιγμιότυπα που έχουν λάβει χώρα στο περιβάλλον που βρίσκομαι. Είναι σαν να μπαίνω σε μία μικρή και ακίνδυνη χρονομηχανή και να ταξιδεύω για λίγο στο παρελθόν.

Για παράδειγμα, όταν βρέθηκα στη Σκωτία, στο κάστρο του
Stirling, μου ήταν πολύ εύκολο να νιώσω για δέκατα του δευτερολέπτου ότι ήμουν απευθείας μάρτυρας, σε μία από τις αναρίθμητες μάχες που έλαβαν χώρα μεταξύ Σκωτσέζων και Άγγλων και το πως ο Ρόμπερτ Μπρους ηγήθηκε στον αγώνα των πρώτων, για ανεξαρτησία. Ή όταν βρέθηκα στην Κόρδοβα και άκουγα τους Φλαμένκο μουσικούς, αισθανόμουν πως κάπου εκεί τριγύρω η Κάρμεν αποπλανούσε έναν Βάσκο αξιωματικό του Ισπανικού στρατού, σε μία προσομοίωση με λιγότερο ιστορικό και περισσότερο λογοτεχνικό υπόβαθρο. Τέλος, δεν γίνεται όταν κάνω τις καθιερωμένες βόλτες μου στα τείχη του Επταπυργίου να μην νιώσω ένας από τους Ζηλωτές και τους υπόλοιπους Θεσσαλονικείς που αμύνθηκαν επιτυχώς, ενάντια στον Καντακουζηνό και τους Τούρκους μισθοφόρους του, σχεδόν 700 χρόνια πριν.

Όπως και να έχει, όποια και αν είναι τα κίνητρα, ιστορικά και μη, είναι γεγονός ότι ένα ταξίδι είναι μία εμπειρία ζωής, ένα επιπλέον κτήμα στον πλούτο των αναμνήσεων που δημιουργούμε στη διάρκεια του βίου μας και αλήθεια, πόσο φτωχή είναι η ζωή ενός ανθρώπου που δεν έχει καταφέρει να ταξιδέψει; Το λέω αυτό γνωρίζοντας ότι στο μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τώρα ζωής μου, ήμουν ένας από αυτούς.

Όσες και να είναι οι αντιξοότητες, θεωρώ πως κάθε ενσυνείδητο πλάσμα πρέπει να προσπαθήσει απεγνωσμένα να γνωρίσει νέους τόπους και να τους συναισθανθεί στο μέγιστο. Είναι υποχρέωση και ταυτόχρονα δικαίωμα, απέναντι στην ίδια του την ύπαρξη.


Πηγή εικόνας: GapYear

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Η επίσκεψη ενός φαντάσματος

 

Σβήνει το φως του σαλονιού. Πηγαίνει στο μπάνιο και βουρτσίζει τα δόντια του. Ξεπλένει το στόμα του και κατευθύνεται προς το δωμάτιο του. Βγάζει τα ρούχα του και το εσώρουχο του. Πλέον τελείως γυμνός, ξαπλώνει στο κρεβάτι του. Δεν σκεπάζεται με τη λεπτή κουβέρτα μια και η ζέστη, αυτό το αυγουστιάτικο βράδυ, είναι αφόρητη. Έχει αφήσει λίγο ανοιχτό το παράθυρο του δωματίου έτσι ώστε κάποιο τυχαίο περαστικό δροσερό αεράκι να αφήσει τα απομεινάρια του και να διευκολύνει τον ύπνο του.

Και όντως, λίγο αργότερα νιώθει μία αγαλίαση, απαραίτητη προϋπόθεση για έναν γλυκό ύπνο. Μόνο που γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι συνέπεια κάποιας διακοπής της άπνοιας που γενικότερα επικρατεί στην πόλη που μένει. Είναι αποτέλεσμα της άπνοιας που επικρατεί ανέκαθεν στη ζωή του. Με μικρά διαλείμματα, ενίοτε. Αλλά τώρα γνωρίζει ότι δεν ζει ένα διάλειμμα. Τώρα είναι μία αυτόκλητη παρένθεση.

Μία ύπαρξη, απρόσκλητη στο υπνοδωμάτιο του αλλά και οικεία ταυτόχρονα, μια και τον επισκέπτεται συχνά, αν όχι καθημερινά. Είναι αόρατη, άοσμη και άγευστη. Και είναι λυτρωτική σαν το ναρκωτικό για το πρεζάκι. Αυτό είναι που την κάνει και ευπρόσδεκτη. Η παρουσία μίας απουσίας που γίνεται αισθητή. Ένα φάντασμα, ανύπαρκτο για τους ζωντανούς, που έχει όμως παρεισφρύσει στον κόσμο του. Και είναι αυτή η ώρα της απόλυτης μοναξιάς που απαιτεί ο Μορφέας, την οποία επιλέγει το φάντασμα, για να τον επισκευθεί.

Ο μελλοντικός κοιμώμενος γνωρίζει τη διαδικασία που θα ακολουθήσει. Σιγά-σιγά, με αργά αλλά σταθερά βήματα το φάντασμα θα αρχίσει να γίνεται ορατό, να αποκτάει μία αρχικά αμυδρή μορφή σαν ένα ανθρώπινο κορμί φτιαγμένο από καπνό και σύννεφα. Και σιγά-σιγά ο καπνός στερεοποιείται και γίνεται οστά, ενώ τα σύννεφα γίνονται σάρκα και δέρμα. Πλέον έχουν αποκτήσει υλική υπόσταση, τα πόδια, έπειτα ο κορμός και τέλος τα χέρια. Μένει μόνο το κεφάλι. Και το πρόσωπο.

Αυτό είναι το μόνο στάδιο της ενσάρκωσης που παρουσιάζει αποκλίσεις κατά καιρούς. Το απότελεσμα του εξαρτάται από το εκάστοτε παρόν. Όταν το τελευταίο, στερείται στοχευμένων επιθυμιών, τότε το πρόσωπο είναι εμπνευσμένο από το παρελθόν. Όταν όμως έχει υπάρξει η υπόννοια μίας προσδοκίας στο παρόν του, τότε το μέλλον είναι αυτό που θα εμπνεύσει την τελική μορφή του προσώπου αυτού. Τα μάτια που το χαρακτηρίζουν και τα μαλλιά που το περιβάλλουν. Τις γκριμάτσες και τα βλέμματα.

Το φάντασμα με αργές κινήσεις ξαπλώνει δίπλα του. Με το ένα χέρι του χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά του. Με το άλλο ακουμπάει απαλά τα δάχτυλα του στο στέρνο του. Και  αρμονικά αρχίζει να τον κατεθύνει στο παλάτι του Μορφέα, όπως έχει κάνει πετυχημένα τόσες φορές στο παρελθόν. Τίποτα δεν έχει διακόψει πριν, αυτή τη διαδικασία. Το φαντάσμα με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, συνεχίζει να τον κατευθύνει προς τον πολυπόθητο για αυτόν, ύπνο.

Τι  θα μπορούσε να ταράξει αυτή την ύποπτη γαλήνη; Μόνο ένας λάνθασμένος χειρισμός από το ίδιο το φάντασμα. Μία απρόσεκτη κίνηση, απόρροια της υπερβολικής αυτοπεποίθησης που απέχει λίγα χιλιοστά από την κόκκινη γραμμή της έπαρσης και της αλαζονείας. Και το φάντασμα εφησυχασμένο από τις προηγούμενες επιτυχίες του, απόψε βάζει ασυναίσθητα ελάχιστη παραπάνω ένταση στα αγγίγματα του. Και ο παρολίγον πλέον κοιμώμενος που μόλις πριν λίγο κυλούσε στο μονοπάτι της αποπλάνησης, αρχίζει να αισθάνεται τα πόδια του. Ύστερα τον κορμό. Μετά τα χέρια του. Και τέλος το κεφάλι του.

Ολοκληρώνοντας την επανάκτηση της συναίσθησης του, στρέφει το βλέμμα του προς το φάντασμα και το κοιτάει στα μάτια. Καθώς του χαϊδεύει απαλά το μάγουλο, αντιλαμβάνεται ότι το πρόσωπο έχει αρχίσει να αλλοιώνεται. Σαν το δέρμα του να ξεφλουδίζεται και να αποκτάει καινούρια χαρακτηριστικά. Γνώριμα σε αυτόν. Όσο πιο οικείο γίνεται το πρόσωπο τόσο πιο πολύ εντείνει τα χάδια του. Λίγο μετά βλέπει το καινούριο προσωπείο του φαντάσματος. Και αναγνωρίζει το τελευταίο πρόσωπο που είδε πραγματικά προτού ξαπλώσει. Το δικό του, όταν ξέπλενε το στόμα του μπροστά από τον καθρέφτη.

Αυτή  αντανάκλαση του υπενθυμίζει την ύπουλη συμπεριφορά του φαντάσματος. Τη συνήθεια του να τον συντροφεύει πάντα στην κοίμηση και ποτέ στην αφύπνιση. Κατειλλημένος από οργή για την υποκρισία του φαντάσματος βάζει τα χέρια του στο λαιμό του και τα σφίγγει με δύναμη και μίσος. Το φάντασμα αντιστέκεται αλλά είναι πλέον αργά. Κάποιες σποραδικές ξεψυχισμένες αναπνοές δεν αρκούν για να αποτρέψουν το αναπόφευκτο. Λίγο μετά το φάντασμα είναι νεκρό και μετασχηματίζεται και πάλι σε καπνό και σύννεφα, μέχρι που κάθε του ίχνος εξαφανίζεται.

Πέφτει εξαντλημένος και πάλι στο κρεβάτι του. Γνωρίζει όμως πως το πρωί θα ξυπνήσει χωρίς την παραμικρή αίσθηση οποιασδήποτε έλλειψης. Χωρίς να νιώθει εξαπατημένος. Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη απατεωνιά από το να αποκοιμίζεις κάποιον και να τον παρατάς ενώ κοιμάται, αφήνοντας τον μόνο να αντιμετωπίσει την αφύπνιση.



Πηγή εικόνας: The Guardian

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Όχι και τόσο, ηρωικές αναμνήσεις μίας θητείας

Μία από τις πιο ενοχλητικές -για τις γυναίκες- ανδρικές συζητήσεις, είναι όταν αρχίζουν οι αναμνήσεις από τις στρατιωτικές τους θητείες. Βέβαια, αν παρατηρήσουν, θα καταλάβουν ότι αυτές οι ιστορίες σπάνια έχουν κάποιο ηρωικό περιεχόμενο, το αντίθετο, τα κωμικοτραγικά συμβάντα που συμβαίνουν στο φανταριλίκι, λειτουργούν ως αφορμή για γέλιο και αυτοσαρκασμό. Είναι ειρωνικό ότι η πιο σοβαροφανής περίοδος της ζωής ενός Έλληνα άνδρα, είναι τελικά αυτή που έχει αρχειοθετηθεί ως η πιο αστεία. Ή και γελοία.

Εγώ δεν θα μπορούσα  να είμαι η εξαίρεση. Ειδικά από τη στιγμή που υπηρέτησα στον βόρειο Έβρο, εκεί που η σοβαρόφανεια του στρατιωτικού περιβάλλοντος χτυπάει κόκκινο με αποτέλεσμα να έχει ανάλογα μεγέθη και η κωμωδία που διεξάγεται εκεί στα βόρεια σύνορα μας. Θα προσπαθήσω να ανακαλέσω τις χαρακτηριστικότερες στιγμές που κάθε ψευδαίσθηση ακμαιότατου ηθικού, έγινε θρύψαλλα σαν μία βιτρίνα που σπάει από μέσα. Ας ξεκινήσω λοιπόν από την αρχή, ή σχεδόν από την αρχή.

Είχαμε νυχτερινή εκπαίδευση στο κέντρο πυροβολικού της Θήβας. Εϊχαμε και έναν λοχία πολύ μαλάκα που κάθε τόσο μας πουλούσε νταηλίκια. Εϊχαμε όμως και έναν λοχαγό, ο οποίος αντιπαθούσε τον συγκεκριμένο λοχία και είχε έρθει να επιθεωρήσει την εκπαίδευση.
«Πρέπει να έχετε ενεργές όλες σας τις αισθήσεις!» διατάζει με στόμφο ο λοχίας μιμούμενος πετυχημένα την χροιά του Παπαδόπουλου.
«Η αυτοκρατορία των αισθήσεων, φοβερή τσόντα!» πετάγεται ο λοχαγός και αρχίζουμε να γελάμε όλοι οι φαντάροι.
«Στρατιώτη, άσε τα γέλια και κάνε έρπινγκ ευθεία στα επόμενα δέκα μέτρα!» λέει ο λοχίας σε έναν αμέριμνο φαντάρο.
«Μα, εκεί έχει τσουκνίδες!» απαντάει φοβούμενος, τις τσουκνίδες φυσικά και όχι το λοχία, το φανταράκι.
«Αρνείσαι τη διαταγή ανωτέρου σου, στρατιώτη;» ρωτάει εκνευρισμένα ο Λοχίας.
«Λοχία, σαν ανώτερος πρέπει να δώσεις το καλό παράδειγμα. Εμπρός, κάνε έρπινγκ και μετά θα σε ακολουθήσουν οι στρατιώτε. Αν τους διατάξω εγώ», λέει ο λοχαγός με μία χαρακτηριστική ηρεμία.
«Μα, έχει τσουκνίδες!» απαντάει ο λοχίας.
«Αρνείσαι τις διαταγές του ανωτέρου σου λοχία;» ρωτάει χαμογελαστά ο Λοχαγός.
Τελικά μόνο ο λοχίας έκανε έρπινγκ στις τσουκνίδες. Τις επόμενες μέρες δεν τον είδαμε, είχε αναρωτική άδεια.

Είναι η μέρα των μεταθέσεων. Όντας από τους λιγότερο εθνικόφρονες –βασικά καθόλου, από τότε αναρχοκομμούνι ήμουν- ένιωθα άβολα να ακούω τους υπόλοιπους φαντάρους, να ορκίζονται ότι ποτέ δεν θα έβαζαν βύσμα για να τρώνε τα γιουβαρλάκια της μάνας τους, διότι από τη μία με εκνεύριζε αυτός ο υπερπατριωτισμός του, από την άλλη με ανάγκαζαν να αναγνωρίσω την ειλικρίνεια στις πεποιθήσεις τους. Σύντομα όμως αυτή η εσωτερική διαμάχη θα λάβαινε τέλος. Άκουγα για ώρα τον αρχιλογία να λέει ονοματεπώνυμα και να επαναλαμβάνει τις λέξεις «Αθήνα» και «Θεσσαλονίκη». Είχα αρχίσει να αμφιβάλω για τις γεωγραφικές μου γνώσεις και να υποπτεύομαι ότι τα νότια σύνορα της Ελλάδας είναι στο Σούνιο και τα αντίστοιχα στο Βορρά, στο Χορτιάτη. Τελικά όταν έμαθα ότι  μετατίθομαι στον Λαγό Έβρου, ηρέμησα. Ο καθηγητής γεωγραφίας στο γυμνάσιο θα μπορούσε να κοιμάται ήρεμος.

Βρισκόμαστε κάπου στη μέση του πουθενά, σε κάποιο από τα εκατομμύρια χωράφια που έχει η Γκατζολ... εχμ, ο βόρειος νομός Έβρου. Συμμετέχουμε στο ΣΠΕΝ, τη βασική εκπαίδευση των οπλιτών, η οποία στην περίπτωση μας διεκπεραιώταν από κάτι στρατόκαβλους των τεθωρακισμένων. Έχουμε αράξει για διάλειμμα μέχρι που μας πλησιάζει ένας ίλαρχος.
«Όποιος δεν είναι γιωτόμπαλο, να σηκώσει χέρι», λέει φορτωμένος.
Από τους εκατό φαντάρους, μόνο καμιά δεκαριά βρήκαν το κουράγιο να σηκώσουν το χέρι. Οι υπόλοιποι δήλωσαν μέσω της ακινησίας του χεριού τους, «ναι, είμαστε γιωτόμπαλα!».
Όντας ένας από αυτούς που σήκωσαν το χέρι τους, αναρωτιέμαι αν τελικά κέρδισα τίποτα παραπάνω πέρα από την εμπειρία του να συμμετέχω σε μία προσομοίωση ομάδας κρούσης και την γνώση του πόσο δύσκολα καθαρίζει η ρουφιάνα η αρβύλα, όταν έχει βουλιάξει, λίγο πριν, σε φρεσκοσπαρμένα χωράφια.

Κατεβήκαμε από την Καναδέζα, με σκοπό να ξεχορταριάσουμε κάποιες σκοπιές στο ποτάμι. Ένα είναι το Ποτάμι. Είδα έναν άλλο φαντάρο να τρέχει προς έναν άγριο θάμνο, να κόβει ένα κλαδάκι και να το κουνάει σαν τρόπαιο, περήφανος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα και βλέποντας το σχήμα των φύλλων του κλαδιού, κατάλαβα. Ο θάμνος ήταν μία φουντοθυμωνιά. Βρισκόμασταν σε ένα υψωματάκι και με αφορμή το θάμνο αυτό, κοίταξα λίγο προσεχτικότερα γύρω μου. Μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι μου, έβλεπα μόνο χασισοφυτείες. Οι συνοριοφύλακες πίναν τον φραπέ τους εκείνη την ώρα λίγα μέτρα μακριά από εμάς.

Εκτελούσα χρέη θαλαμοφύλακα. Τυπικά ήμουν υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για τον ύπνο των υπόλοιπων φαντάρων. Κάθε τόσο περνούσα από τους θαλάμους, για να επιβεβαιωθώ ότι όλοι κοιμούνται σαν μοσχάρια. Μέχρι που παρατήρησα έναν τύπο, στρατόκαβλο εννοείται, να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι με ανοιχτά τα μάτια και τα χέρια του σταυρωμένα σαν «Χ» στο στέρνο του.
«Όχι ρε πούστη μου! Πέθανε! Δεν θα απολυθώ ποτέ!», σκέφτηκα τρομαγμένος, μέχρι που τον είδα να σηκώνει αργά το ένα χέρι του και να χαστουκίζει το μάγουλο του, προσπαθώντας, φαντάζομαι, να σκοτώσει ένα κουνούπι. Στάθηκα από πάνω του για να επιβεβαιώσω μία φριχτή υποψία. Όντως, κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια.

Ήταν αλλόκοτος, καταγόταν από κάποιο χωριό της Θεσσαλίας, ούτε το όνομα του δεν θυμάμα τώρα. Θυμάμαι όμως κάτι που συνέβη λίγες μέρες μετά.

Είχα μόλις τελειώσει τη βραδινή σκοπιά μου και είχα πάει στις τουαλέτες της μονάδας για να πλύνω τα δόντια μου και να πέσω να κοιμηθώ. Εκεί που βουρτσίζω, ακούω έναν ήχο, μία μελωδία από ακουστικά να έρχεται από μία γωνία στην οποία δεν είχα οπτική επαφή. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Όταν όμως έκλεισα τη βρύση, μπορούσα να ακούσω καθαρά το ρεφραίν.

«
Everyway that I can, Ill try to make you love me again!» και αντιλαμβάνομαι ότι στην ελληνική πλευρά του Έβρου ένας φαντάρος ακούει Σερτάμπ Ερενέρ.

Καθώς πλησιάζω στη γωνία από την οποία ακουγόταν η Τουρκάλα, βλέπω τον αλλόκοτο Θεσσαλό που με είχε κοψοχολιάσει λίγες μέρες πριν, να «χορεύει», βασικά να μιμείται την κίνηση μίας σπασμένης πινακίδας του δρόμου που προσπαθήσει να αποφασίσει προς ποια μεριά θα καταρρεύσει. Είχα κέφια και σκέφτηκα να τον ψαρώσω, κάτι που θα ήταν εύκολο, αφενός λόγω της περιορισμένης νοημοσύνης του, αφεταίρου διότι ένα από τα ταλέντα που έχω, είναι να υιοθετώ πολύ αληθοφανές αυστηρό ύφος.
«Τι κάνεις εδώ ρε προδότη! Ακούς την εθνική τραγουδίστρια του εχθρου;» του φωνάζω και τον βλέπω να αντιλαμβάνεται ότι τον έπιασα στα πράσα.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις!» μου λέει χεσμένος.
«Και τι είναι; Μήπως συλλέγεις πληροφορίες για την κουλτούρα του εχθρού;» συνεχίζω με το ίδιο ψαρωτικό βλέμμα.
«Τι είναι “κουλτούρα”;» με ρωτάει με μία παιδική αφέλεια.
Άκυρο το ψάρωμα.  Ο κλαυσίγελος που με έπιασε, ματαίωσε τα σχέδια μου και λίγο μετά πήγα για ύπνο, αφήνοντας τον με την απορία.

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμα τραγελαφικά στιγμιότυπα, αλλά ήδη το κείμενο έχει πάρει μεγάλη έκταση και πολλά από αυτά θα αναθεωρήσουν τις απόψεις των επίδοξων «Σπαρτιατών» σχετικά με το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, κάτι για το οποίο ευθύνονται οι ίδιοι της οι κάτοικοι. Απλά ο ελληνικός στρατός, τουλάχιστον κάποιες πτυχές του, επιβεβαιώνει αυτό που οι ευφυείς άνθρωποι υποπτεύονται. Ότι η σοβαροφάνεια ποτέ δεν συμβαδίζει με τη σοβαρότητα.