Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Οι έμποροι του συναισθήματος



Ζούμε σε μια εποχή που αντίθετα με ότι διαφημίζουμε στα social media, οι άνθρωποι νιώθουν όλο και περισσότερο μόνοι. Αβοήθητοι πολλές φορές, μπροστά στις επώδυνες προκλήσεις που εμφανίζει η καθημερινότητα του κόσμου μας, την οποία όλοι μαζί με περισσή αδιαφορία χτίσαμε. Εξαιρέσεις προφανώς υπάρχουν, αλλά δεν αρκούν για να καταργήσουν τον γενικό κανόνα.  Οι κοινωνίες μας είναι απάνθρωπες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους.

Και μέσα σε αυτό το γενικό το κλίμα που οι αυτοκτονίες, τα ψυχοφάρμακα και οι ψυχοθεραπευτές πολλαπλασιάζονται, εμφανίζονται αυτοί. Οι έμποροι του συναισθήματος. Ναι σίγουρα τους έχετε πετύχει. Είναι αυτοί που βομβαρδίζουν τους πάντες γύρω τους με «συναισθήματα».  Με ρυθμούς που θα ζήλευε και καρκίνος που προκαλείται από εισροή ραδιενεργού πολώνιου, υπερχειλίζουν την καθημερινότητα μας με αγάπες, φιλίες και έρωτες. Χωρίς να το εννοούν  φυσικά. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Ακόμα και ο εμετός που μας έρχεται κάθε φορά που τους βλέπουμε επί τω έργω απέναντι σε άλλους στόχους, δεν είναι αρκετός για να εφησυχαστούμε ότι θα τους αποφεύγουμε κάθε φορά με μοναδικές απώλειες το περιεχόμενο του στομαχιού μας. Το προαναφερόμενο πρόσφορο έδαφος, κάποια στιγμή θα τους ευνοήσει για να μπορέσουν να μας μολύνουν. Γιατί όσο δυνατοί και αν είμαστε, όσο και αν έχουμε μάθει να πορευόμαστε μόνοι μας στη ζωή χωρίς να έχουμε ανάγκη κανέναν πούστη, ας μην γελιόμαστε όλοι έχουμε ανάγκη μια αγκαλιά, τόσο που μερικές φορές εθελοτυφλούμε και την αποδεχόμαστε ακόμα και όταν μας κάνει μπαμ ότι είναι μούφα.

Και είναι εκείνη η πουτάνα η στιγμή που λεμε, «δεν είμαι μόνος». Εκεί το καρκίνωμα των εμπόρων του συναισθήματος έχει αρχίσει να εξαπλώνεται. Και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.  Τα συμπτώματα στην αρχή αμυδρά και αμελητέα, αλλά όσο περνάει ο καιρός, θα γίνονται πιο έντονα. Διότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος εραστής της αλήθειας.  Και σύντομα θα φέρει το τελικό σύμπτωμα.  Είναι η στιγμή που σαν άνθρωποι και εμείς θα έχουμε τα ζόρια μας ή τα όνειρα μας και θα τους χρειαστούμε δίπλα μας. Και εκεί είναι που θα μας πουλήσουν. Εκεί πλέον ο καρκίνος είναι εμφανής.

Γιατί το κάνουν αυτό θα αναρωτιέται κανείς; Είναι άνθρωποι με προβλήματα, με πληγές όπως και εμείς. Δεν ξέρουν; Ξέρουν αλλά δεν τους νοιάζει. Η διαφορά μας είναι ότι είναι  τόσο παρτάκηδες τόσο εγωπαθείς αλλά και τόσο θλιβερά αδύναμοι ταυτόχρονα που το μόνο που τους νοιάζει είναι να γλείψουν για λίγο τις πληγές τους. Και ας ξέρουν ότι δεν θα τις θεραπεύσουν. Τόσο το καλύτερο για αυτούς, πως θα μπορούν μετά να το παίζουν drama queens του κερατά, πως θα πετυχαίνουν τον συναισθηματικό προσηλυτισμό; Και μόλις ρουφήξουν και την τελευταία ρανίδα πραγματικού συναισθήματος από τα θύματα τους, βλέποντας ότι πλέον δεν έχουν άλλη ζωή να αφαιμάξουν, αρχίζουν και ψάχνουν το επόμενο θύμα τους. Ένας φαύλος κύκλος.

Δεν μπορούν να κάνουν και πολλά άλλα πράγματα στη συναισθηματική τους ζωή. Σαν ρεπλίκες ανθρώπων που είναι, κακά αντίγραφα, κακέκτυπα και όχι πραγματικοί άνθρωποι, είναι περιορισμένων δυνατοτήτων. Αυτό έχουν μάθει. Αυτό το «χάρισμα» τους όμως είναι και η κατάρα τους. Δεν θα νιώσουν ποτέ πόσο σπουδαίο και όμορφο είναι να παρατάς τα πάντα για να βοηθήσεις έναν φίλο το δευτερόλεπτο που σε καλεί και να ξέρεις ότι ήσουν εκεί και του έδωσες τη δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα του. Δεν θα νιώσουν ποτέ πως είναι να τα θυσιάζεις όλα για τον έρωτα σου, να είσαι ευτυχισμένος  επειδή κάνεις ευτυχισμένο τον άνθρωπο που έχεις ερωτευτεί. Δεν θα νιώσουν. Δεν θα νιώσουν. Δεν θα νιώσουν. Και αν τυχόν πάνε να νιώσουν θα χεστούν πάνω τους και θα το σκάσουν σαν δειλοί που είναι. Δεν θα ζήσουν. Και έπειτα απλά θα επιβιώνουν εις βάρος των άλλων.

Πως τους αποφεύγουμε όμως; Δυστυχώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την πρόληψη. Χτίζουμε τον εαυτό μας και την προσωπικότητα μας με βασικό γνώρισμα ότι είμαστε μόνοι. Έτσι θωρακίζουμε τον εαυτό μας σε κάθε πούλημα. Τον καλλιεργούμε κατάλληλα έτσι ώστε να καλοδεχόμαστε το αληθινό συναίσθημα όποτε και αν αυτό έρθει. Θα φανεί με τις πράξεις αυτό. Μαθαίνουμε να προτιμάμε να ζούμε μόνοι, ελεύθεροι και αξιοπρεπείς από το να ζούμε σε πλάνες και παραμυθάκια.  Και τότε δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα. Και το καρκίνωμα εξουδετερώνεται εν τη γένεση του.



Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Ιστορίες σκύλων σε στρατόπεδα



Τις προηγούμενες μέρες, έλαβε χώρα το γνωστό περιστατικό με το βασανισμό του σκύλου από τους δύο στρατιώτες. Η αλήθεια είναι πως προσπάθησα πολύ να μην εκφραστώ για αυτό το θέμα, μια και σαν άνθρωπος προσπαθώ, ακόμα και σε τέτοια φρικτά γεγονότα, να μην εκφράζω τον σκατόψυχο που κρύβω μέσα μου. Διότι οι σκέψεις και τα αισθήματα που γεννήθηκαν στο άκουσμα της είδησης, πιστέψτε με, μόνο φιλάνθρωπα δεν ήταν και μόνο από καλοσύνη δεν έβριθαν. Τα κατάφερα παρ’ όλα αυτά και συγκράτησα όλες τις κατάρες, μέσα μου.

Με αφορμή όμως αυτό το γεγονός, θυμήθηκα, τρεις ιστορίες με πρωταγωνιστές τα σκυλιά κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Και είμαι σίγουρος ότι ο καθένας μπορεί να έρθει στη θέση μου, μια και είναι γνωστό , το πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα σκυλιά και κυρίως τα αδέσποτα σαν συντροφιά στους φαντάρους.

1η Ιστορία: Η Μάνα

Βρισκόμουν τις πρώτες μέρες της θητείας μου, στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Πυροβολικού στη Θήβα. Ψάρακας ακόμα. Από τη Μοίρα μας είχαν ανακοινώσει σε έντονο ύφος, να αποφεύγουμε τα σκυλιά του στρατοπέδου, μια και τα περισσότερα από αυτά ήταν άρρωστα. Στρατιωτικοί κτηνίατροι δεν υπήρχαν, εμείς ήμασταν εγκλωβισμένοι, με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσαμε να κάνουμε.
Σε έναν περίπατο μου ένα απόγευμα, είδα έναν συν-φάνταρο μου τον Παναγιώτη τον Κόρμπο, σημερινό ποδοσφαιριστή του Πανιωνίου, να κοιτάζει επίμονα προς ένα από τα πολλά δέντρα του στρατοπέδου. Μου έκανε εντύπωση και καθώς πλησίασα, κατάλαβα ότι κοιτούσε μία μητέρα σκυλίτσα, μία μαύρη λύκαινα, να κλαίει πάνω από το κουτάβι της. Ένας λυγμός, τραγικός. Δεν μπόρεσα να καταλάβω αν το σκυλάκι ήταν ήδη νεκρό, ή ψυχορραγούσε. Ήταν μία πολύ θλιβερή στιγμή. Αποφάσισα να απομακρυνθώ μην γνωρίζοντας ότι το χειρότερο δεν το είχα δει ακόμα.
Την επόμενη μέρα την ξαναείδα τη σκυλίτσα. Αυτή τη φορά συνοδευόταν από τρία ή τέσσερα κουτάβια της, δεν θυμάμαι ακριβώς. Παρατήρησα έναν λυγμό παρόμοιο με αυτόν που είδα την προηγούμενη μέρα. Και λίγο μετά έναν ακόμα λυγμό, πιο ψιλό αλλά όχι λιγότερο λυπητερό. Και έτσι αντιλήφθηκα ότι μερικά μέτρα μακρυά από την μητέρα και τα κουτάβια της, βρισκόταν ένα ακόμα κουτάβι, το οποίο προσπαθούσε μάταια να ακολουθήσει το βήμα των υπόλοιπων. Η μάνα προχωρούσε μπροστά και που και που έριχνε κλεφτές θλιμμένες ματιές πίσω της στο κουτάβι που εγκατέλειπε. Ήταν προφανές ότι το κουταβάκι που έμεινε πίσω ήταν άρρωτο και ότι αυτός ήταν και ο λόγος εγκατάλειψης του από την μητέρα του, για να μην κολλήσουν και τα υπόλοιπα. Από εκείνη την ημέρα και έπειτα δεν ξαναείδα ούτε τη σκυλίτσα ούτε τα κουτάβια της.

2η Ιστορία: Το Δίχτυ

Πλέον είχα μετατεθεί, στο Λαγό Διδυμοτείχου, στον Βόρειο Έβρο. Είχα σκοπιά σε μία από τις πύλες του στρατοπέδου. Απόγευμα ήταν, η ώρα περνούσε πολύ αργά όπως σε κάθε σκοπιά και μάλιστα είχε τύχει να έχω και έναν από τους πιο αυστηρους θυροφύλακες, έναν πραγματικό στρατόκαβλο που ούτε κουβέντες πολλές-πολλές δεν επέτρεπε μεταξύ των σκοπών. Μερικά μέτρα μακρυά από την σκοπιά, υπήρχε ένα αυτοσχέδιο ανάχωμα καλύμμενο με στρατιωτικό δίχτυ. Για αρκετή ώρα μέσα από εκεί ακουγονταν θόρυβοι. Πλησίασα να δω τι συμβαίνει. Εκεί μέσα βρισκόταν μια σκυλίτσα η οποία ξαπλωμένη, θήλαζε τα κουτάβια της. Όμως στην κοιλιά της βρισκόταν μόνο τα τέσσερα από τα συνολικά εφτά. Τα τρία, μάλλον στη διάρκεια κάποιου παιχνιδιού, είχαν εγκλωβιστεί μέσα στο δίχτυ και είχαν μπερδευτεί σε τέτοιο βαθμό, που μόνο ένα ανθρώπινο χέρι θα μπορούσε να τα απεγκλωβίσει. Προσπαθώ να ξεμπερδέψω το ένα από αυτά. Εκείνη την ώρα ακούω τη αγριοφωνάρα του θυροφύλακα.
-Στρατιώτη γύρνα στη σκοπιά σου αμέσως!
-Είναι κάτι κουτάβια εδώ μπλεγμένα στο δίχτυ
-Στα αρχίδια μου!
Περνάνε πέντε λεπτά
-Θυροφύλακα, τα ακούς που κλαίνε;
-Τα ακούω, δεν είμαι κουφός
-Δύο λεπτά θα πάω, θα τα ξεμπλέξω και μετά...
-Σκασε γιατί θα πάω και θα τα πνίξω ο ίδιος

Περνάνε άλλα πέντε λεπτά

-Θυροφύλακα!
-Τι είναι πάλι;
-Η σκύλα θηλάζει τα κουτάβια της.
-Ε και;
-Και τα εγκλωβισμένα πεινάνε αλλά δεν μπορούν να φάνε, θα πεθάνουν από την πείνα
-Εντάξει ρε καριόλη νίκησες.
Και πήγε αμέσως ο ίδιος και τα απελευθέρωσε.

3η Ιστορία Σχέδιο Διάσωσης

Βρίσκομαι στην αποθήκη πυρομαχικών στο Ευγενικό και πάλι στον Βόρειο Έβρο. Το έλεγες και δυσμενή μετάθεση. Εκεί εκτελώ χρέη σκοπού και ΚΨΜιτζή. Ο δεύτερος ρόλος μου, ήταν που με είχε κάνει μία από τις φίρμες του στρατοπέδου, κάτι που καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που έγινε. Την επόμενη μέρα είχαμε επιθεώρηση από τον Μέραρχο, κάτι που σήμαινε πως όλα στο στρατόπεδο έπρεπε να φαίνονται ότι λειτουργούν στην εντέλεια. Κοινώς, τα αδέσποτα έπρεπε να φύγουν.
Δεν είχε πολύ καιρό που είχα «υιοθετήσει» μία σκυλίτσα. Μικροκαμωμένη, και ασπρόμαυρη καθώς ήταν την ονόμασα «Πάολα», έχοντας, δεν θα το κρύψω, ως έμπνευση την γνωστή ΠΑΟΚτσού ομώνυμη αοιδό. Η Πάολα λοιπόν είχε γεννήσει λίγο καιρό πριν, 3 ΠΑΟΚτσάκια ασπρόμαυρα σαν αυτή.
Η διαταγή του Λοχαγού ήταν σαφής. Εξαφανίστε τα αδέσποτα, τουλάχιστον για τη μέρα της επιθεώρησης. Εκεί κάπου και αφού εκβίασα τους υπόλοιπους φαντάρους ότι θα τους ρίχνω αλάτι στο φραπέ σε ανύποπτες στιγμές, αν δεν σώσουμε την ασπρόμαυρη οικογένεια, βάλαμε σε εφαρμογή το σχέδιο διάσωσης και απόκρυψης. Αφού χτενίσαμε όλο τον χώρο του φυλακίου, αντιληφθήκαμε ότι το μόνο ασφαλές μέρος για τα κουτάβια και την μητέρα τους, ήταν ένα απομονωμένο εκκλησσάκι πίσω από το κτίριο του φυλακίου. Την προηγούμενη μέρα είχε κοτόπουλο ψητο το μενού, και αφού εκβίασα και τον μάγειρα ότι θα του σαμποτάρω τα φαγητά, μου έδωσε γύρω στα 10 μπούτια, τα οποία τα πήραμε και τα άφησαμε μέσα στο εκκλησσάκι. Ένα από αυτά τα χρησιμοποιήσαμε για δόλωμα και κάπως έτσι «φυλακίσαμε» την Πάολα και τα ΠΑΟΚτσάκια, κλείνοντας την είσοδο με ένα χοντρό χαρτόνι.
Η επιθεώρηση έγινε την επόμενη μέρα, ο Μέραρχος συνεχάρη το στράτευμα για την ετοιμότητα του και όλα ξαναμπήκαν στη ρουτίνα τους. Τα κουτάβια μεγάλωσαν και έμαθα αργότερα ότι υιοθετήκαν από λοχίες και ανθυπολοχαγούς, μόνιμους κατοίκους Έβρου.

Αυτές είναι οι σημαντικότερες ιστορίες που θυμήθηκα. Υπάρχουν και άλλες όπως αυτές με τα σκυλιά που αρνιόντουσαν να φάνε τα λουκάνικα που μόλις πριν μας είχαν σερβίρει εμάς ή τον Τσάβες ένα σκύλο που μας έκανε παρέα σε κάθε περίπολο και ήταν σε επιφυλακή και μας ξυπνούσε με το γάβγισμα του, όποτε ρίχναμε έναν σύντομο υπνάκο. 

Υ.Γ. Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο, είναι ενός από τους μικρούς ΠΑΟΚτσήδες της τρίτης ιστορίας, οι άλλοι δύο είχαν αράξει μέσα στο κουτί και τη μάνα τους δεν την είχαμε βάλει ακόμα μέσα.



Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Αυτός, αυτή, τα τρένα και ο Φρανκ Σινάτρα


Ανοίγει την ξύλινη πόρτα και μπαίνει στο μπαρ. Μέσα σε αυτόν τον, όμορφης αισθητικής, χόρο, είναι μόλις το δεύτερο άτομο. Το πρώτο είναι ο μπάρμαν. Το μαγαζί είναι πολύ μικρό. Ουσιαστικά είναι μόνο μία μπάρα και γύρω από αυτήν, βρίσκονται τα καθίσματα που (δεν) κάθονται οι πελάτες. Κάθεται, παίρνει ένα ουίσκι με ένα πάγο, έτσι ώστε να εξισσοροπήσει την θερμοκρασία σε σχέση με το κρύο που βίωσε, προτού μπει στο μπαρ.

Η ώρα περνάει, χωρίς να κάνει κάτι ουσιαστικό. Λίγες κουβέντες με τον μπάρμαν, χαζολόγημα στο κινητό του, ακρόαση της μουσικής του μπαρ, που αποτελείται από 60ς και 70ς τραγούδια. Δεν υπάρχει κάποιο νόημα σε όλο αυτό. Απλά περνάει σχετικά όμορφα τον χρόνο του. Βρίσκεται σε μία τέτοια γενικότερη κατάσταση η ζωή του. Υπάρχει η καθημερινότητα, η οποία σίγουρα δεν είναι κακή, αλλά από εκεί και πέρα τίποτα άλλο. Κανένα πραγματικά ενεργό όνειρο, κανένας στόχος να πλησιάζει ιδιαίτερα, κανένα πάθος να καταναλώνει τη σκέψη του και τα αισθήματα του. Είναι αλήθεια, ότι δεν έχει πρόβλημα όταν βρίσκεται σε μία τέτοια κατάσταση, το αντίθετο ίσως το έχει και ανάγκη κάποιες φορές, αρκεί να μην παρατραβάει σε βάθος χρόνου. Και έχει αρχίσει κάπως να πλησιάζει στο όριο που η ξεκούραση θα μετατραπεί σε πλήξη.

Κάποια στιγμή η πόρτα του μπαρ ξανανοίγει. Μπαίνει μέσα μία ψηλόλιγνη, θηλυκή φιγούρα. Γνώριμη για αυτόν. Χαιρετιούνται και κάθεται δίπλα του. Είναι ήδη πιωμένη. Αναφέρουν τα νέα τους. Παρ’ότι η γνωριμία τους δεν το δικαιολογεί, αυτή για ακόμα μία φορά είναι πολύ περιγραφική. Βλέπει στα μάτια της, μία ταλαιπωρία, μία κούραση. Σκέφτεται ότι είναι το τίμημα, για την ελευθερία της που κατέκτησε πολύ πρόσφατα. Αντιλαμβάνεται ότι έχει μπροστά του ένα ζωντανό παράδειγμα της ρήσης «μόνο όταν χάνεις τα πάντα, είσαι ελεύθερος να κάνεις οτιδήποτε».

Πάντα υπήρχε μία ιδιαίτερη έλξη, μεταξύ τους. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτή ήταν ερωτική ή πνευματική ή και τα δύο. Πέρα όμως από την κοινή παραδοχή της χημείας αυτής, ποτέ δεν προχώρησαν τη γνωριμία τους σε άλλο επίπεδο. Ποτέ δεν μετουσιώθηκε σε κάτι. Ίσως λόγω των συνθηκών ίσως γιατί τελικά δεν το ήθελαν και οι δύο πραγματικά. Ίσως, ασυνείδητα, προτιμούσαν να είναι drink buddies και όχι fuck.

Έτσι και τώρα, ενώ υπήρχε μία διάχυτη αίσθηση φλερτ στην ατμόσφαιρα που παρεμβαλλόταν ανάμεσα τους, ήταν ξεκάθαρο ότι κανένας από τους δύο δεν είχε παρασυρθεί από αυτή. Ίσως κάποιες στιγμές αυτή πλησίαζε στο να αφεθεί και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του, χωρίς να επιτρέπει όμως να ερμηνευθεί ως κάλεσμα για κάτι άλλο.

Αυτός από την πλευρά του, κάποιες στιγμές νιώθει, μία παρόρμηση να γεννιέται μέσα του. Αλλά γρήγορα την εγκαταλείπει. Ίσως δειλιάζει, ίσως είναι στα πλαίσια αυτής της έλλειψης πάθους που τον έχει κατακλύσει τον τελευταίο καιρό. Αυτή η έλλειψη είναι που τον κάνει να αντιλαμβάνεται ότι κάποιες φορές είναι πολύ καλύτερα να αφήνεις το ποτάμι να ρέει χωρίς εκτροπές, χωρίς πιέσεις, ούτε καν προς τα εμπρός. Ίσως νιώθει ότι προτεραιότητα τις συγκεκριμένες στιγμές, είναι ένα χαμόγελο και όχι ένα φιλί.

Η ώρα πλησιάζει που το μαγαζί θα κλείσει. Έχουν μείνει για λίγα λεπτά σιωπηλοί ανταλλάσοντας βλέμματα που και που. Πίνει μία γουλιά και του εκμυστηρεύεται ότι αυτή είναι η τελευταία της βραδιά σε αυτή την πόλη. Τουλάχιστον ως μόνιμος κάτοικος της. Είναι η πόλη που μεγάλωσε, η πόλη που αγαπά, αλλά αυτό ήταν. Χρειάζεται κάτι άλλο. Αυτός αντιλαμβανόμενος πλήρως το πως νιώθει, μια και έζησε σχετικά πρόσφατα μία παρόμοια εμπειρία, τη ρωτάει τι θέλει να κάνει από εδώ και πέρα. Του απαντά ότι θέλει να αρχίσει να ταξιδεύει με τα τρένα, να γνωρίζει κόσμο μέσα σε αυτά. Και να γράψει ή μάλλον να συνθεσει, ένα βιβλίο το οποίο θα αποτελείται από ιστορίες των ανθρώπων που θα γνωρίζει στα δρομολόγια αυτά. Αν θα μπορούσαν να της τα γράψουν και οι ίδιοι εκείνη την ώρα θα ήταν ακόμα καλύτερα. Κάθε άνθρωπος, κάθε ιστορία και ένα κεφάλαιο. Και στην αρχή ή στο τέλος, δεν ξέρει ακόμα, θα γράψει ένα κεφάλαιο και η ίδια.

Από τα ηχεία του μαγαζιού ακούγεται το “One more for my baby(and one more for the road)”. Είναι το τραγούδι με το οποίο το μπαρ κλείνει κάθε βράδυ. Το γνωρίζουν και οι δύο, όντας τακτικοί θαμώνες. Της προτείνει να χορέψουνε. Δέχεται. Υπό τον όρο να γράψει και αυτός ένα κεφάλαιο για το βιβλίο της.

-Μα δεν είμαστε σε τρένο.
-Είμαστε, απλά δεν το έχεις πάρει χαμπάρι.

Χαμογελάει και με μία χειρονομία την προσκαλεί, επίσημα, σε χορό. Αγκαλιάζονται και ταυτόχρονα, αφήνονται στην φωνή του Φρανκ Σινάτρα.



Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Όταν γυρίζει ο διακόπτης



Όλοι οι άνθρωποι, έχουμε κάποιες συμπεριφορές, για τις εκάστοτε καταστάσεις που βιώνουμε. Ανάλογα με την παιδεία μας, τις εμπειρίες μας, τον χαρακτήρα μας, συμπεριφερόμαστε ανάλογα, όταν αντιμετωπίζουμε διάφορα σκηνικά. Αυτές οι συμπεριφορές, είναι στην τελική και αυτές οι οποίες καθορίζουν, το πως θα φαίνεται η προσωπικότητα μας στους ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε, οποιουδήποτε είδους, στιγμές.

Παρ’όλα αυτά, κάπου καταχωνιασμένες στο μυαλό μας, υπάρχουν και άλλες συμπεριφορές, τις οποίες δεν τις χρησιμοποιούμε συχνά. Έρχονται όμως κάποιες στιγμές, που δεν έχουμε άλλη επιλογή, πέρα από αυτές. Είναι η στιγμή που γυρνάει μέσα μας αυτός ο διακόπτης. Και όλα αλλάζουν.

Τι προκαλεί όμως, αυτή την εναλλαγή στο διακόπτη; Τι είναι αυτό που μας κάνει να βγάλουμε από μέσα μας, το χειρότερο κτήνος ή τον άγγελο που κρύβουμε τόσο προσεκτικά για να μην χαρακτηριστούμε ευάλωτοι και αδύναμοι; Είναι ξεκάθαρα, η συμπεριφορά των άλλων και οι συνθήκες, οι οποίες καλούμαστε να ανταπεξέλθουμε.

Και αν για τον άγγελο που όλοι κρύβουμε μέσα μας, η αποκάλυψη του, είναι λίγο πιο απλή, η κακιά μας πλευρά, απαιτεί μία πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη διαδικασία. Συνήθως οι περισσότεροι από εμάς, θα κρατούν τη στοιχειώδη συμπεριφορά τους και θα αγωνίζονται για να την κρατήσουν όταν θα βλέπουν, ότι δεν εισπράττουν κάτι ανάλογο.

Είναι το σημείο που η υπομονη, εκφυλίζεται όλο και περισσοτερο σαν αρετή. Βήμα-βήμα. Κομματάκι-Κομματάκι. Και τα όρια της όλο και στενεύουν. Η αντίσταση μας σε αυτόν τον εκφυλισμό μπορεί να εξαρτάται από πολλά πράγματα. Είναι οι ανάγκες που έχουμε, το γεγονός ότι μπορεί να είμαστε, υλικά εξαρτημένοι από τους πομπούς των αρνητκών συμπεριφορών. Είναι όμως και τα συναισθήματα μας, απέναντι σε αυτούς. Αυτή είναι ίσως και η χειρότερη μορφή εξάρτησης. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετή, για να αντιστρέψει τον περιορισμό των ορίων της υπομονής μας. Όταν η αντίστροφή μέτρηση αρχίσει, τίποτα, δεν μπορεί να σταματήσει, ειδικά αν η συμπεριφορά που το προκάλεσε, συνεχίζεται, έστω και σπασμωδικά.

Και τελικά φτάνουμε στο σημείο μηδέν. Εκεί που γυρνάει ο διακόπτης. Εκεί είναι που εξαπολύεται η κακιά πλευρά που όλοι, έχουμε και ας μην κρυβόμαστε για αυτό. Η αντίδραση μας, το πιθανότερο θα φανεί υπερβολική. Βλέπτε οι πομποί που τώρα γίνονται δέκτες, θα προσπαθούν να θυμηθούν μία παρόμοια συμπεριφορά τους, απέναντί μας. Και δεν θα μπορούν να βρουν κάτι. Δεν θα μπορούν καν να φανταστούν ότι αυτή η μεμονωμένη μας αντίδραση, είναι ένα ισόποσο άθροισμα της συνεχιζόμενης δικιάς τους δράσης.

Το πιθανότερο είναι ότι φαινομενικά θα έχουμε χάσει το δίκιο μας. Ίσως και να αμφιταλατευτούμε, λίγη ώρα αργότερα, σχετικά με το κατά πόσο δίκαιοι ή άδικοι, ήμασταν. Θα μας κατηγορήσουν, ότι έχουμε μίσος και πίκρα μέσα μας. Και ναι θα σκεφτούμε, μήπως τυχόν έχουν δίκιο. Όμως δεν θα είναι έτσι. Δεν θα είμαστε χειρότεροι άνθρωποι, από τους άλλους. Στην πραγματικότητα θα είναι η τιμωρία μας για την υπομονή μας και την καλή μας την προαίρεση απέναντι στους άλλους.

Ο διακόπτης γυρνάει πάντα την κατάλληλη στιγμή, πιστέψτε με. Είναι η στιγμή που πλέον διακυβεύεται κάτι πολύ περισσότερο, από τις εκάστοτε συναισθηματικές και υλικές ανάγκες. Είναι η στιγμή, που θα έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε αυτές και στην αυτοεκτίμηση μας. Δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή, ούτε χρυσή τομή. Θα είναι άσπρο ή μαύρο.

Θα έρθει αυτόματα η σκέψη, του πως θα ξυπνήσουμε το επόμενο πρωί. Θα σηκωθούμε από το κρεβάτι, θα κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Και θα σκεφτούμε τις δύο πιθανές μας αντιδράσεις. Την μία στην περίπτωση αποδοχής, ακόμα μίας προσβολής, άμεσης ή έμμεσης και την άλλη στην περίπτωση που  διακόπτης θα κλείσει το κύκλωμα. Και όταν κλείνει το κύκλωμα έρχεται το φως. Και η διαύγεια μέσα στο μυαλό μας. Θα είναι γλυκόπικρο συναίσθημα. Αλλά θα είναι αρκετό, όταν μπροστά από αυτόν τον καθρέφτη, πούμε φωναχτά «Όλα καλά». Και ναι, θα το εννοούμε, αυτή τη φορά.



Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Το πολυεπίπεδο υπερθέαμα του Ελληνικού Ποδοσφαίρου



Άπειρα κείμενα, άρθρα και απόψεις έχουν γραφτεί για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν όχι όλα, η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών, του αποδίδει όχι και τόσο θετικούς χαρακτηρισμούς. Πολλά ακούγονται για την ποιότητα του θεάματος, τη διαφθορά, την οικονομική κατάσταση των ομάδων, τα επεισόδια μεταξύ των οπαδών και οτιδήποτε άλλο. Και αν όλη αυτή η αρνητική κριτική φαίνεται φυσιολογική, υπό την οπτική ενός υγιούς φιλάθλου, υπό την αντίστοιχη ενός πειραγμένου όπως έγω, μπορεί να του φανεί κάπως αυστηρή και κακοπροαίρετη. Δηλαδή πραγματικά, πολλές φορές σκέφτομαι ότι το Ελληνικό ποδόσφαιρο, αν το κρίνει κανείς αποκλειστικά σαν ένα θέαμα, σαν ένα έργο επί σκηνής είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Βασικά είναι το πιο ενδιαφέρον συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο αντίστοιχο θέαμα στον κόσμο. Όχι δεν έχω πάρει ναρκωτικά, για αυτό και θα επιχειρηματολογήσω στην άποψη μου.

Αρχικά η Superleague είναι το πιο δύσκολο πρωτάθλημα στον κόσμο για να κατακτηθεί. Διότι δεν αρκεί να έχεις καλή ομάδα. Τι νομίζατε, θα ήμασταν σαν τις λουλούδες τους Άγγλους, πετάς μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, προσλαμβάνεις γνώστες του αθλήματος και διεκδικείς την πρωτιά; Όχι αλάνια μου. Για να κατακτήσεις την κορυφή στο Ελληνικό ποδόσφαιρό πρέπει εκτός απο τα προαναφερόμενα να εξασφαλίσεις και με άλλους τρόπους την πρωτιά. Διότι το πιο μαγικό πράγμα σχετικά με το Ελληνικό ποδόσφαιρό, είναι ότι είναι πολυεπίπεδο. Αν δεν έχεις την μεγαλύτερη επιρροή στην ποδοσφαιρική ομοσπονδία και στους αθλητικούς δικαστές, τότε σύντομα θα βρεθεί η αφορμή για να φας μία αφαίρεση βαθμών και άντε γεια το πρωτάθλημα. Ενώ αν έχεις εσύ τη δύναμη, μπορείς να σαμποτάρεις τους αντιπάλους σου αν τυχόν και τόλμησαν και σε ανταγωνίστηκαν σε αγωνιστικό επίπεδο.

Αυτή η επιρροή εννοείται δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο εξωαγωνιστικό περιβάλλον αλλά πρέπει να μεταφέρεται και στον αμιγώς αγωνιστικό χώρο. Διότι όπως έλεγε και ο Οσιμ η μπάλα είναι πόρνη. Και εκεί δηλαδή που τα έχεις οργανώσει όλα τέλεια, γίνεται μια στραβοκλωτσιά, μία κόντρα και βρίσκεσαι στο καναβάτσο. Εκεί λοιπόν είναι που θα σε σώσει ο διαιτητής, θα σφυρίξει οφσάιντ, επιθετικό φάουλ και τελείωσε. Εννοείται ότι σε ένα άθλημα ανταγωνιστικό όπως αυτό, πάντοτε φροντίζεις έτσι ώστε ο ανταγωνιστής σου να μην κερδίσει, ακόμα και αν δεν παίζει εναντίον σου στο επερχόμενο παιχνίδι. Η πρόληψη σώζει.

Φυσικά όπως είπα το Ελληνικό ποδόσφαιρο είναι πολυεπίπεδο. Που σημαίνει ότι όταν ο πολυπόθητος τίτλος κατακτηθεί, τότε τα συγχαρητήρια δεν θα ανήκουν μόνο στους ποδοσφαιριστές αλλά σε όλους όσους ασχολούνται με την ομάδα. Αρχικά από τους προέδρους, οι οποίοι στην Ελλάδα προβάλλονται περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, δικαίως, διότι είναι αυτοί που συνέβαλλαν περισσότερο από τον καθένα στην επιτυχία και αυτοί που φροντίζουν για ότι αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Και ο κόσμος το αναγνωρίζει αυτό, για αυτό και τους ακολουθεί στο Instagram και προωθεί κάθε σκέψη τους. Θέλουν να έχουν τον κόσμο στο πλευρό τους διότι γνωρίζουν ότι σε δημοκρατίες όπως η Ελλάδα, δεν υπάρχει ισχυρότερη υπερασπιστική γραμμή από να σε υποστηρίζει ένας σεβαστός αριθμός ψηφοφόρων. Διότι με τους τρόπους που γίνεται κάποιος πολύ πλούσιος σε αυτή τη χώρα, είναι πολύ πιθανό στο μέλλον ένας δικηγόρος να μην είναι αρκετός. Επίσης βοηθάνε και στην ενίσχυση των διακρατικών σχέσεων, επενδύοντας λεφτά σε εταιρείες του εξωτερικού που ασχολούνται με το Ελληνικό πρωτάθλημα. Το αν τους τα πέρνουν πίσω μετά, έχει να κάνει με το αναμφισβήτητο Ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο.

 Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι υπάλληλοι του ποδοσφαιρικού τμήματος. Είναι αυτοί που θα κάνουν υπενθυμίσεις στο διαιτητή, αυτοί που θα κόψουν τον τσαμπουκά των αντιπάλων, με ποιο τρόπο δεν έχει σημασία και είναι και αυτοί που θα φανατίσουν τους ποδοσφαιριστές για τη μάχη που θα δώσουν. Εννοείται ότι και αυτοί θα είναι δραστήριοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου είναι ακόμα ένα γήπεδο, όπου μάχονται με τους ομολόγους τους, των άλλων ομάδων. Συνήθως είναι και οι βασικοί υπεύθυνοι για την φιλοξενία της αντίπαλης ομάδας, ακόμα και για την προσέλευση τους στο χώρο του σταδίου, μακριά από την ενοχλητική παρουσία της αστυνομίας και με θερμή υποδοχή των οπαδών μέσα στα στενά που θα περάσει το πούλμαν του αντιπάλου. Ο Ξένιος Ζευς υπάρχει ακόμα σε αυτή τη χώρα.

Δεν γίνεται να ξεχάσω τους οπαδούς, τους πιστούς φίλους κάθε ομάδας οι οποίοι και αυτοί είναι πολυεπίπεδοι και δεν είναι μονότονοι όπως οι αντίστοιχοι Ευρωπαίοι. Ενώ στην Ευρώπη λοιπόν οι οπαδοί το μόνο που κάνουν είναι να ενθαρρύνουν την ομάδα τους, άντε και να γιουχάρουν τους αντιπάλους, στην Ελλάδα, έχουν πολύ περισσότερες ευθύνες. Πρώτο και σημαντικότερο να μειώσουν την απόδοση των αντιπάλων ποδοσφαιριστών και προπονητών, αποσπώντας την προσοχή τους από την μπάλα, βρίσκοντας άλλα θεαματικά ερεθίσματα, όπως ιπτάμενα μπουκάλια, κροτίδες, κουτάκια μπύρας(άδεια ή γεμάτα), ρολό ταμειακής μηχανής(τυλιγμένα ή όχι), κότες, μπουγάτσες και πολλά άλλα. Όπως όμως και οι προηγούμενες κατηγορίες έχουν και αυτοί τον εξωαγωνιστικό τους ρόλο. Πέρα από διπλωματικές επισκέψεις σε άλλους οπαδούς τις βραδινές ώρες, στις οποίες πολλές φορές προσπαθούν απεγνωσμένα να τους πείσουν για το δίκιο των επιχειρημάτων τους (έως ότου αυτοί για να γλιτώσουν τρέχουν στο δρόμο και σκοτώνονται από διερχόμενο αυτοκίνητο) υπάρχουν και οι αντίστοιχες επισκέψεις σε παίκτες αντίπαλης ομάδας (κατά προτίμηση αυτής που παίζουν τις επόμενες μέρες) για να τους εκφράσουν την εκτίμηση τους και την καλόπιστη ζήλεια τους. Και επειδή πολλές φορές είναι και ντροπαλοί, δηλώνουν, οπαδοί άλλης ομάδας. Πάντα περισσότεροι, από τους άλλους, διότι δεν θα γινόταν διαφορετικά στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, να μην προβαλλόταν το δίκαιο της πλειοψηφίας. Τέλος οι οπαδοί της κάθε ελληνικής ομάδας είναι πάρα πολύ μορφωμένοι σε επιστήμες όπως η ιστορία, η γεωγραφία και η εθνολογία, έτσι σε κάθε συνάντηση τους με άλλους δεν αμελούν να τους μεταδόσουν την γνώση τους σχετικά με την καταγωγή τους και την ταυτότητα τους. Για να μην αναφέρω και τις γνώσεις τους πάνω στη νομική και στα οικονομικά, όταν η ομάδα τους αντιμετωπίζει αντίστοιχα ζητήματα.

Για το τέλος άφησα τους πρωταγωνιστές του αθλήματος, τους ποδοσφαιριστές. Πολλά ακούγονται για την ποιότητα τους και για τις αθλητικές ικανότητες. Εν μέρει δικαίως, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε ένα πολυεπίπεδο έργο, ειδικά ο πρωταγωνιστής πρέπει να είναι επίσης πολυτάλαντος. Οι ποδοσφαιριστές του Ελληνικού πρωταθλήματος λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουν καλά την τέχνη της υποκριτικής, είτε για να μπερδέψουν το διαιτητή, είτε για να τον βοηθήσουν να εφαρμόσει τις παραινέσεις του προέδρου και εργοδότη τους. Επίσης, όπως και οι προπονητές, πρέπει να ξέρουν να ξεχωρίζουν αν τα αντικείμενα που θα προσγειωθούν τριγύρω τους, είναι από οπαδούς της ομάδας που αγωνίζονται ή από αντιπάλους. Στην πρώτη περίπτωση θα κάνουν τα παλικάρια σαν να μην συμβαίνει τίποτα και θα αποθεώνουν τους οπαδούς, που τους στηρίζουν. Στη δεύτερη περίπτωση θα θυμηθούν ότι είναι πολιτισμένοι άνθρωποι και ότι αυτά τα πράγματα καλό είναι να μην γίνονται, αλλά αν γίνουν τότε, ας αναλάβουν τα δικαστήρια το αποτέλεσμα του αγώνα, μια και στη ζωή το να πετυχαίνεις τον στόχο σου χωρίς κόπο είναι ιδιαίτερα ευχάριστο.

Για κερασάκι στην τούρτα, θέλω να αναφέρω, ίσως όχι την πιο σημαντική αλλά την, σίγουρα, μαγική ιδιότητα που έχει το Ελληνικό ποδόσφαιρο, να δίνει τη δυνατότητα σε κάθε ομάδα, να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Έτσι μπορεί μία ΠΑΕ να έχει πέσει σε οικονομική δυσμένεια, αλλά πάντοτε της δίνεται η δυνατότητα να προσπαθήσει ξανά, ξεκινώντας από το μηδέν(στα χρέη). Οι τρόποι είναι πολλοί και διάφοροι. Παγωμένα χρέη, ειδικά άρθρα, αγορά ΑΦΜ άλλων ομάδων, λύτρωση με πτώση 1-2 κατηγοριών και επιστροφή μετά. Με άλλα λόγια το Ελληνικό ποδόσφαιρο έχει και μεταφυσικές ιδιότητες.

Συγχωρέστε με αν έχω ξεχάσει πτυχές που εκπροσωπούν την ομάδα σας είτε θετικά είτε αρνητικά, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε ένα τέτοιου μεγέθους υπερθέαμα δεν μπορεί να αναλυθεί διεξοδικά σε μόνο δύο σελίδες Word



Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Κόμπλεξ Ανωτερότητας



Ζούμε σε καθαρά ανταγωνιστικές κοινωνίες. Και όπου υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει και κατάταξη. Είναι σαν να συμμετέχουμε σε ένα πρωτάθλημα ζωής, σε έναν αγώνα δρόμου με τελικά τρόπαια, ανάλογα με τη θέση που θα κατακτήσουμε. Έτσι νομίζουμε τουλάχιστον...

Πόσα και πόσα άρθρα δεν έχουν γραφτεί, που μας προτρέπουν να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να ανεβάσουμε τα επίπεδα της αυτοεκτίμησης μας, να πιστέψουμε στα ταλέντα μας και τις δυνάμεις μας. Άπειρα. Η αιτία; Προφανώς επειδή υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν άσχημα με το ίδιο τους το «είναι».  Ή μήπως νιώθουν άσχημα με το «φαίνεσθαι» τους, το οποίο το ίδιο τους το περιβάλλον το έχει περάσει σαν «είναι»; Διότι δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι κατώτεροι από ότι είναι στην πραγματικότητα. Έχουν δηλαδή ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Κάτι το οποίο είναι αναληθές μια και μόνο οι φασίστες, με την ευρεία έννοια του όρου, είναι κατώτεροι άνθρωποι, τι και αν, σας διαβεβαιώνω, οι ίδιοι δεν νιώθουν έτσι. Αντίθετα νιώθουν ότι είναι υπεράνω, με άλλα λόγια, έχουν κόμπλεξ ανωτερότητας.

Πέρα όμως, από τις άμορφες μάζες οστών και λίπους(για τους φασίστες λέμε ντε) υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι επίσης διακατέχονται από αυτό το κόμπλεξ ανωτερότητας. Σε αντίθεση δηλαδή με τους άλλους ανθρώπους(οι φασίστες, είπαμε δεν είναι άνθρωποι) που υποτιμούν τους εαυτούς τους χωρίς να το αξίζουν, οι ίδιοι υπερτιμούν τους εαυτούς τους χωρίς φυσικά να το αξίζουν.
Δεν είναι δύσκολο να τους πάρεις πρέφα. Αρκεί να –αποπειραθείς- να πιάσεις κουβέντα μαζί τους. Σύντομα θα δεις το υπεροπτικό υφάκι τους, αν φυσικά καταδεχτούν, να σου απαντήσουν. Σε περίπτωση που τελικά γίνει αυτό, η αλαζονεία τους θα διακατέχεται στην ατμόσφαιρα, σε τέτοιο βαθμό που να μετανοιώνεις την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισες να τους δώσεις τον λόγο.

Η συμπεριφορά τους, ακόμα και η στάση τους σώματος τους, θα είναι τέτοια που θα είναι σαν να βροντοφωνάζουν «γαμάω και δέρνω». Και γνωρίζουμε όλοι, έστω και αν δεν έχουμε μεγάλη εμπειρία στη ζωή, ότι όπως ο πραγματικός τρελός ποτέ δεν «λέει» ότι είναι τρελός, έτσι και ο πραγματικός γαμάτος, ποτέ δεν θα «πει» ότι είναι γαμάτος. Είτε γιατί δεν το ξέρουν, είτε γιατί ακόμα και να το υποπτεύονται, δεν θα αφήσουν τον εαυτό τους να πειστεί και να το πάρει ως δεδομένο.

Έχω συναντήσει πάρα πολλούς από τους παραπάνω μαλάκες στη ζωή μου. Από τα 18 μου, που άρχισα να ψάχνομαι πάνω στην τέχνη και γενικά να έχω κάθε είδους αναζητήσεις, μέχρι και τα 25 μου περίπου, που έριξα ένα γερό κωλοδάχτυλο πίσω μου σε κάθε είδους «κύκλους», συνάντησα πάρα πολλά από τα προαναφερόμενα «ψώνια». Είτε στους κύκλους των μουσικών είτε στους αντίστοιχους των
wanna be διανοούμενων, έπεφτα συνεχώς πάνω σε τύπους οι οποίοι, χωρίς να σε έχουν ακούσει, χωρίς να σου έχουν μιλήσει, χωρίς να σε ξέρουν καν, θεωρούσαν ότι σου κάνουν χάρη και μόνο που βρίσκονταν στον ίδιο χρόνο και τόπο με σένα. 

Οι μουσικοί νόμιζαν ότι ήταν μία μετεμψύχωση του Jim Morrison και του Ian Curtis, έχοντας και το απαραίτητο drama queen υφάκι, οι συγγραφείς/μπλόγκερ/λογοτέχνες πάλι θεωρούσαν ότι έχουν διαβάσει πιο πολλά βιβλία και από τη φημισμένη βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο, στο Μιλάνο. Πέρα όμως από τον εκνευρισμό που προκαλούσαν σε όσους είχαμε την ατυχία να συναναστραφούμε μαζί τους, για μένα διέπρατταν και το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορεί να γράψει κάποιος που νομίζει ότι κατέχει την οποιαδήποτε γνώση/τέχνη. Να μην την μοιράζεται. Είναι παρανοϊκό, οι τύποι είχαν ιδρύσει μέσα στον μικρόκοσμο τους, κάτι σαν μία τεκτονική στοά και ου ε κι αλίμονο αν κάποιος κατάφερνε να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτή. Μιλάμε για σχιζοφρένεια. 

Βέβαια, επειδή η ζωή είναι μεγάλη πουτάνα, σύντομα «τιμωρούνταν» για την αλαζονεία τους. Και έμεναν παρέα μόνο με το αίσθημα της αδικίας, που η μεγαλοφυία τους δεν αναγνωρίστηκε, μια και όλους όσους τους προσέγγισαν προηγούμενως τους είχαν απομακρύνει. Από ότι φαίνεται το κόμπλεξ ανωτερότητας είναι το ίδιο καταστρεπτικό με το αντίστοιχο της κατωτερότητας.

Αντίθετα, την ίδια εποχή συναντήθηκα με πολλούς πραγματικά καταξιωμένους, των οποίων η απλότητα τους δεν ήταν λιγότερο γοητευτική, από αυτή των πωλητών του Βαρδάρη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι όταν μετά από μία συναυλία των Opeth, πήγα και φορτώθηκα στον Mikael Akerfeldt, ήπια μπύρες μαζί του λες και ξανασυναντούσα κάποιον παλιό συμφοιτητή. Μιλάμε για ένα μουσικό που έχει κάνει headline show στο Royal Albert Hall, στο Λονδίνο.

Αλλά η μεγαλύτερη μου αδυναμία, ήταν όλοι αυτοί οι ανώνυμοι που συνάντησα, οι οποίοι, είτε λόγω μετριοφροσύνης, είτε λόγω ανασφαλειών που τους προκλήθηκαν από την ανταγωνιστική κοινωνία, δεν «διαφήμιζαν» ποτέ τα έργα τους, όχι όσο έπρεπε τουλάχιστον. Και ήμουν πάρα πολύ τυχερός που ένιωσαν αρκετά «ασφαλείς» για να τα μοιραστούν μαζί μου. Αυτούς τους αγαπώ λίγο παραπάνω. Και πιστέψτε με, αυτοί είναι που, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, έχουν προοδεύσει πραγματικά, κάνοντας αυτό που αγαπάνε και υπηρετούν. Και αυτό δεν είναι ο εαυτός τους, ούτε η φήμη τους. Είναι η τέχνη τους. Είναι η ψυχή τους.




Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Η νοοτροπία του διαλόγου



Καθώς μεγαλώνεις και καλλιεργείς ανάλογα την προσωπικότητα σου, αρχίζεις σιγά-σιγά, να βάζεις τουβλάκια(σαν ένα παιχνίδι LEGO) στον τοίχο του χαρακτήρα σου. Πέρα όμως από τα γνωστά, πάνω-κάτω, σε όλους μας στοιχεία που ποικοιλούν σε έναν άνθρωπο, καλλιεργείται και η δυνατότητα να είσαι ευέλικτος ανάμεσα σε αυτά χαρακτηριστικά. Ειδικά σε ότι αφορά τις απόψεις σχετικά με θέματα που συναντάς καθημερινά ή όχι και τόσο καθημερινά. Κοινώς καλλιεργείται μέσα σου η νοοτροπία του διαλόγου.

Παρατηρώντας τον εαυτό μου καθώς μεγάλωνα, αντιλήφθηκα ότι κατά καιρούς σε διάφορα θέματα άλλαζα γνώμη. Όχι απόλυτα πάντα, αλλά αρκετές φορές επαρκώς. Πως γινόταν αυτό; Κατά τύχη και όχι μόνο. Οι προσωπικές μου αναζητήσεις ήταν η αφορμή, ότι χωρίς την οποιαδήποτε τύχη, αναθεωρούσα, κάποια άποψη μου. Κατά τύχη όταν συναντιόμουν με κάποιο συνομιλητή, θέταμε τα επιχειρήματα μας, διαφωνούσαμε και αρκετές φορές ο εκάστοτε συνομιλητής μου κατόρθωνε με τα επιχειρήματα του να με πείσει για του λόγου το αληθές του. Αρκετές φορές όχι. Η τελική έκβαση της συζήτησης συνήθως εξαρτιόταν από τη γνώση μου πάνω στο θέμα. Αν θεωρούσα ότι ήταν περισσότερη από του συνομιλητή τότε στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, παρέμενα πιστός στην αρχική μου γνώμη. Όταν συνέβαινε το αντίθετο, τότε προφανώς ήμουν πολύ περισσότερο διατεθειμένος να την αλλάξω.

Ταυτόχρονα όμως παρατηρώντας τον εαυτό μου, παρατηρούσα και τους άλλους. Και δυστυχώς έβλεπα σαν μάρτυρας, ή ζούσα σαν συνομιλητής, τον διάλογο να ξεφεύγει τελείως από τα αρχικά του πλαίσια και στο τέλος να μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση, φωνές, βρισιές.  Με αποτέλεσμα αυτή η υπέροχη διαδικασία του διαλόγου, που μας κάνει σαν ανθρώπους να ξεχωρίζουμε από τα συμπαθέστα ζωάκια, να εκφυλίζεται και μαζί της και η ανθρώπινη υπόσταση μας.

Στην αρχή αφελώς πίστευα ότι η δυνατότητα κάποιου να συζητάει είχε να κάνει με το μορφωτικό του επίπεδο. Πόσο λάθος ήμουν. Έχοντας την τύχη να γνωρίσω σπουδαίους λαϊκούς ανθρωπους στη ζωή μου, με τους οποίους κάθε συνομιλία μου μαζί τους μου πρόσφερε, γνώση και άνοιγμα των οριζόντων του μυαλού μου. Αντίθετα είχα την ατυχία να γνωρίσω ανθρώπους που ενώ είχαν ένα κοινωνικό και αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο, η διάθεση τους να κάνουν διάλογο ήταν λιγότερη και ενός 45άρη να πάει με τη γυναίκα του για ψώνια.

Επίσης δεν έχει να κάνει με τις κοινωνικό-πολιτικές ιδέες που έχουν οι συνομιλητές. Εξαιρούνται οι φασίστες με δίπλωμα. Έχω γνωρίσει και καλά δημοκρατικούς ανθρώπους οι οποίοι στην πρώτη διαφωνία ξεκινάνε τις προσωπικές προσβολές, ενώ έχω γνωρίσει άλλους που ανήκουν επίσημα σε πιο συντηρητικούς κύκλους και είναι διατεθειμένοι να κάνουν μια πολύ όμορφη και ίσως και εποικοδομητική ανταλλαγή ιδεών.

Μία ακόμα δυσάρεστη διαπίστωση που έκανα τον τελευταίο χρόνο που ζω στην Ολλανδία, είναι ότι στην Ελλάδα δυστυχώς υπάρχει μεγάλη έλλειψη νοοτροπίας διαλόγου. «Ανακάλυψες την Αμερική» θα μου πει κάποιος, απλά είχα την ιδέα ότι αυτά τα σκατά ήταν διεθνή. Με μεγάλη μου λύπη δεν είναι. Έχω διαφωνήσει πολλές φορές με Ολλανδούς, πολύ σπάνια η συζήτηση έχει ξεφύγει από τον αρχικό της σκοπό. Αντίθετα στην Ελλάδα είμαστε ένα μεγάλο τηλεοπτικό παράθυρο. Λες και ένας Ευαγγελάτος βγάλμένος από τα θρυλικά 90s, έχει αναλάβει ανεξαρτήτως κυβερνήσεων τα τελευταία 20 χρόνια, να μας καλλιεργήσει επάνω στο διάλογο. Τα αποτελέσματα είναι φανερά, καθημερινά και παντού γύρω μας.

Δεν θα το παίξω άγιος. Και εγώ μπορώ να ανακαλέσω στο μυαλό μου στιγμές που δεν υπήρξα αντάξιος διαλόγου(αν και ποτέ δεν προέβηκα σε προσωπική επίθεση) αλλά έχω την αίσθηση ότι όσο μεγαλώνω, βελτιώνω την ικανότητα μου στον εποικοδομητικό διάλογο και ελαττώνω αυτές τις στιγμές. Ίσως έχει να κάνει με το γεγονός νομίζω, ότι όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο ανοιχτόμυαλος γίνομαι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό για να μπορούμε να γίνουμε σοβαροί συνομιλητές. Το ανοιχτό μυαλό, και η καλή διάθεση(στοιχειώδης σεβασμός) απέναντι σε αυτόν που μας κάνει την τιμή να συζητήσει μαζί μας. 

Και θα ρωτήσει κάποιος: Πως ανοίγει το μυαλό; Το πως περιλαμβάνει πολλές απαντήσεις. Το «πότε» είναι το καθοριστικό ερώτημα. Και η απάντηση σε αυτό είναι «μόνο όταν θέλει».