Τον βλέπει. Του
κάνει ένα νευμα-χαιρετισμό. Απαντάει με τον ίδιο τρόπο, αλλά με έναν προφανή
κρύο τόνο, τόσο κρύο που δεν γίνεται να μη γίνει αντιληπτός. Τον πλησιάζει.
«Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, εσύ;» της απαντάει διστακτικά.
«Καλά είμαι. Έκανα μαλακία.»
«Μπορούσες να το χειριστείς καλύτερα, είναι η αλήθεια.»
«Έχεις δίκιο. Το ξέρεις ότι σε αγαπώ όμως, έτσι;»
«Προσπαθώ...» της απαντάει και αποδέχεται την προτροπή της για αγκαλιά.
Παρ’ ότι η αγκαλιά είναι μία από τις πιο όμορφες πράξεις, αν όχι η πιο όμορφη,
που έχουν οι άνθρωποι(και όχι μόνο), έχει ένα πιθανό ελάττωμα. Το γεγονός ότι
όταν δύο άνθρωποι αγκαλιάζονται, δεν μπορούν να δουν ο ένας το πρόσωπο του
άλλου. Έτσι και αυτή δεν μπορεί να δει ότι στο βλέμμα του, την ώρα του
εναγκαλισμού, καμία χαρά, καμία τρυφερότητα, καμία γλύκα δεν σχηματίζεται. Μόνο
μία αποδοχή.
Μία αποδοχή ότι άκουσε ακόμα μία φορά μία τόσο όμορφη φράση, που όμως δεν έχει
καμιά ουσία. Δεν έχει να κάνει μόνο με αυτή, η οποία σίγουρα μετά από αυτή την
παρένθεση θα συνεχίσει να τον αγνοεί, όπως έκανε και πριν. Συμβαίνει συχνά στη
ζωή του. Να ακούει εκφράσεις που δηλώνουν ένα συναίσθημα, μία εκτίμηση, ένα
σεβασμό, μία έγνοια, κάτι ουσιαστικό και όμορφο. Και λίγο μετά αυτές οι
βαρύγδουπες σειρές από λίγες λέξεις να διαψεύδονται. Όχι με άλλες λέξεις, αλλά
συνήθως με σιωπή. Μία σιωπή που για αυτόν είναι πιο επώδυνη και από τη
σκληρότερη βρισιά.
Όπως έγινε με τη σημαντικότερη για αυτόν συναισθηματική ιστορία της ζωής του.
Συμπάθεια, εκτίμηση, εμπιστοσύνη, έλξη, έρωτας, αποστασιοποίηση και τελικά
σιωπή. Μία βίαιη σιωπή. Όπως έχει γίνει και με ανθρώπους που τους θεωρούσε
φίλους του. Επικοινωνία και μετά ξαφνικά μία σιωπή.
Έχει προσπαθήσει πολλές φορές να βρει τη διέξοδο από τον λαβύρινθο του μυαλού,
έτσι ώστε να μπορέσει να δει στο φως το τι κάνει λάθος. Και να βάλει τα δυνατά
του για να το διορθώσει, έτσι ώστε να μην νιώθει ματαιωμένος στην πλειοψηφία
των ανθρώπινων του σχέσεων, ή απλών επαφών. Μάταια. Και όχι άδικα. Όταν υπάρχει
σιωπή, δεν υπάρχουν ενδείξεις που να δείχνουν τις κατευθύνσεις προς κάποιον
συγκεκριμένο προορισμό. Τα λάθη του. Έτσι έχει ξεμείνει μέσα στο σκοτάδι αυτού
του λαβύρινθου, εκλιπαρώντας τουλάχιστον για μία ένδειξη.
Η οποία δεν έρχεται ποτέ. Και η μοναξιά του, η απομόνωση του, δεν είναι η
μοναδική συνέπεια αυτής της σιωπής που συνοδεύει τη ματαίωση. Αν και μόνο αμελητέα δεν είναι. Η
μεγαλύτερη συνέπεια, η πιο επικίνδυνη και η πιο ύπουλη συνέπεια, είναι ότι
πλέον δεν μπορεί ούτε να πιστέψει, ούτε να απολαύσει και άρα ούτε να αφεθει σε
ενδείξεις συμπάθειας ή έγνοιας προς το πρόσωπο του.
Αναρωτιέται τώρα που την αγκαλιάζει και δεν νιώθει απολύτως τίποτα, πέρα από
μία μικρή μελαγχολία για το μάταιο αυτής της διαδικασίας, το τι τέρας έχει
καταλήξει να γίνει. Παλιότερα μία αγκαλιά, ένα «σ’αγαπώ», ένα «μου λείπεις»,
ήταν ικανά να του φτιάξουν τη διάθεση για όλη την υπόλοιπη μέρα. Όχι γιατί είχε
κάποιον ψυχαναγκασμό για αυτοεπιβεβαίωση αλλά διότι είχε την ατυχία να
αντιληφθεί από πολύ μικρός ότι η πιο όμορφη γεύση της ζωής, ίσως και αυτό που
τη γεμίζει με νόημα, περισσότερο από κάθε τι άλλο, είναι η αγάπη, οποιασδήποτε
μορφής.
Και αν κάποια στιγμή, έστω από κάποια θαύμα, κάποιος ή κάποια του την προσφέρει
ειλικρινά και αυτός δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια αυτή; Αντιλαμβάνεται
ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να πιστεύει πάντα στην αγάπη. Και αρκετή
δύναμη για να αντέχει κάθε φορά που θα τη βλέπει να διαψεύδεται. Τουλάχιστον να
μην είναι τόσο ευάλωτος σε κάθε ματαίωση που θα αντιμετωπίζει από εδώ και πέρα.
Και ίσως κάποια φορά, κάποια αγάπη που θα δεχτεί, να μην διαψευστεί. Υπήρξαν
ελάχιστες στη ζωή του που δεν διαψεύστηκαν. Αλλά υπήρξαν. Και αφού υπήρξαν
αυτές, ίσως να υπάρξουν και άλλες. Που δεν θα τον κάνουν να μετανιώσει που τόλμησε να αφεθεί.
Τρίτη 4 Αυγούστου 2020
Η σιωπή που συνοδεύσει τη ματαίωση
Τρίτη 28 Ιουλίου 2020
Χρειαζόμαστε έναν ξένο μέσα στη δυστυχία μας
Η πρόσφατη ρατσιστική επίθεση στον Γιάννη Αντετοκούμπο, από τον Κωνσταντίνο Καλέμη, τον υπεύθυνο της εκπαίδευσης των προσφύγων, έπειτα τον Κυριάκο Βελόπουλο και τέλος από τον αρθρογράφο της Athens Voice, Αντώνη Δαρζέντα, η οποία ήταν και η πιο «εξευγενισμένη», άρα και η πιο ύπουλη, πιστεύω ότι έκανε τον γνωστό καλαθοσφαιριστή να επιβεβαιώσει αυτό που μάλλον υποπτευόταν ήδη. Ότι ακόμα και για τους μη de facto ρατσιστές, για μία με άλλα λόγια σημαντική μειοψηφία, αν όχι πλειοψηφία, δεν θα είναι ποτέ το ίδιο Έλληνας με άλλους. Πάντα για αυτούς, θα είναι έστω και λίγο ένας ξένος.
Θα αναρωτηθεί κανείς, είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχει γεννηθεί και
μεγαλώσει στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, που η μητρική του γλώσσα είναι τα
ελληνικά, που έχει ένα από τα πιο συνηθισμένα Ελληνικά ονόματα, που ο ίδιος
δηλώνει Έλληνας και αγωνίζεται στην εθνική της χώρας αυτής, που διαφημίζει την Ελλάδα
στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου μέσω της υπερ-επιτυχημένης καριέρας του, είναι
δυνατόν λοιπόν να μην έχει βγάλει τη στάμπα του «ξένου» από πάνω του; Και όμως
είναι. Και μάλιστα είναι αυτή η επιτυχία στην αθλητική του σταδιοδρομία, η
οποία ρίχνει λάδι στη φωτιά του χαρακτηρισμού του ως «ξένου», για πολλούς από
τους συμπατριώτες μας.
Αρχικά οι άνθρωποι, μεγαλώνουμε και βομβαρδιζόμαστε με την ιδέα ότι ανήκουμε σε
διάφορα ευρύτερα σύνολα ανθρώπων, λανθασμένα ή μη. Πρώτα από όλα μας διδάσκουν
ότι ανήκουμε σε ένα έθνος, ότι είμαστε οι κυρίαρχοι κάτοικοι μίας χώρας, οι
δικαιούχοι των προνομίων της. Έπειτα, ανήκουμε σε ένα σχολείο, σε μία ομάδα, σε
ένα φύλο, σε ένα πανεπιστήμιο αργότερα. Ανήκουμε κάπου, είμαστε οικείοι με
άλλους λόγω κάποιων χαρακτηριστικών, που σπάνια τα καλλιεργούμε οι ίδιοι. Αν
ανατρέξουμε σε όλες τις καταστάσεις που μας έχουν δημιουργήσει αυτή την
αίσθηση, θα δούμε ότι η επιβεβαίωση αυτής, ερχόταν από την εξαίρεση
που είχε την ατυχία να βρίσκεται κάπου γύρω μας.
Και δεν ήταν απαραίτητο αυτή η εξαίρεση να ήταν ένας αλλοεθνής. Θυμηθείτε το
παιδάκι στο σχολείο που ήρθε από άλλη γειτονιά και δεν βιώσε τα πρώτα χρόνια τς
σχολικής ζωής με τα υπόλοιπα παιδάκια. Τον αρειανό που έτυχε να βρεθεί σε παρέα
ΠΑΟΚτσήδων. Το αγοροκόριτσο στην παρέα των κοκέτων. Τον τύπο που δεν σπουδάζει
και βρέθηκε σε ένα κύκλο φοιτητών. Η παρουσία του «ξένου» απομάκρυνε τη
συνειδητοποίηση του χειρότερου φόβου μας, της κοινωνικής μοναξιάς, της
επικείμενης περιθωριοποίησης που παραμονεύει πάντα στη γωνία για να μας στερήσει
τα αγαθά της υποτιθέμενης συλλογικότητας που μας συντροφεύει.
Το πως γεννιέται αυτή η φοβία και
κατ’ επέκταση η ανάγκη για την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου, είναι προφανές,
αρκεί να κοιτάξουμε λίγο με διαύγεια γύρω μας. Ζούμε σε έναν ακραία ανταγωνιστικό
κόσμο, γνωρίζοντας βαθιά μέσα μας ότι πέρα από τους αυστηρά δικούς μας
ανθρώπους, οι υπόλοιποι αναλογίζονται τη στιγμή που θα υπερισχύσουν εναντίον
μας. Και οι περισσότεροι από εμάς το ίδιο κάνουμε. Η ψευδαίσθηση ότι είμαστε
ασφαλείς σε ένα ευρύτερο σύνολο με ομοίους μας, είναι αυτή η οποία αφενός μας
κάνει να μη σκεφτόμαστε και πολύ τη δυνατότητα ύπαρξης ενός διαφορετικού κόσμου
αφεταίρου μας προσφέρει την παρηγοριά ότι δεν είμαστε τόσο μόνοι, όσο η ίδια
μας η πραγματική κοινωνική υπόσταση, μας υπαγορεύει.
Όταν ο «ξένος», ο οποίος επιβεβαιώνει άθελα του όλα τα παραπάνω, καταφέρνει και
ενσωματώνεται στο σύνολο που τον είχε έστω και έμμεσα περιθωριοποιημένο, τότε
αρχίζουν να μπαίνουν ψύλλοι στα αυτιά μας ότι ο επόμενος «ξένος» μπορεί να
είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Και αν οι περισσότεροι μπορούν να διώξουν αυτή την
αγωνία από το κεφάλι τους όταν ο «ξένος» θεωρείται απλά ίσα και όμοια με εμάς,
όταν ο ίδιος καταφέρνει με τη δουλειά του, το ταλέντο του, την τύχη του να
ανέβει σκαλί στην ανθρώπινη ιεραρχία που συντηρούμε, τότε η ύπαρξη του
λειτουργεί αντίστροφα από ότι πριν. Πλέον δεν επιβεβαιώνει ότι όλοι εμείς
ανήκουμε κάπου, αλλά αντίθετα, η επιτυχία του είναι αυτή που επικυρώνει το
γεγονός ότι όλοι είμαστε ξένοι σε ένα κόσμο ξένων, ότι τα σύνολα που ανήκουμε
όχι απλά δεν μας προστατεύουν, αλλά μας περιορίζουν κιόλας. Και εκείνο είναι το
σημείο που πρέπει να τον αποσυνδέσουμε από μας για να μη διαφθείρει την
ψευδαίσθηση που έχει καλλιεργηθεί από τη γέννηση μας.
Χρειαζόμαστε έναν «ξένο», πιο περιθωριοποιημένο από εμάς, πιο φτωχό από εμάς,
πιο απειλούμενο από εμάς, πιο φοβισμένο από εμάς και κυρίως πιο δυστυχισμένο
από εμάς. Και κυρίως πιο αποτυχημένο από μας. Ώστε να μας αποσπάει την προσοχή
από την αποτυχία τη δικιά μας. Και της «κοινωνίας» μας.
Τρίτη 21 Ιουλίου 2020
Όμορφη μου, Καρυάτιδα
Θέλω να μπω με το φίλο μου, σε μία είσοδο που οδηγεί σε κάποια σκαλιά που θα κατηφορίζουν. Και καταλήγουν σε ένα κουτούκι με ξύλινη διακόσμηση και πολύ λίγους πελάτες μέσα. Και τα ηχεία να παίζουν παλιά ρεμπέτικα. Και σε μία γωνία, να έχει τα βαρέλια με τα κρασιά και τα τσίπουρα. Και να μην έχει μεζέδες, να έχει κλείσει η κουζίνα. Μόνο τασάκια να υπάρχουν για τα τσιγάρα που παράνομα θα καπνίζουμε μέσα στον κλειστό και με κακό εξαερισμό χώρο.
Θέλω καθώς η σούρα μας θα μεγαλώνει, να μου μιλάει δακρυσμένος για τον καβγά που είχε χθες το βράδυ με την κοπέλα του. Και εγώ να καμαρώνω που ο κολλητός μου έχει ψυχή και αυτά του τα δάκρυα είναι τα παράσημα, τα σύμβολα κάθε θυσίας που έχει κάνει και καταφέρνει ακόμα να είναι άνθρωπος, με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του. Και να νιώθω τιμή καθώς αντιλαμβάνομαι ότι έχω κερδίσει το προνόμιο να μου αποκαλύπτεται το είναι του.
Θέλω να κάνω πως δεν βλέπω όταν θα πάρω χαμπάρι την γκόμενα του να πλησιάζει πίσω από την πλάτη του, λίγο μετά το μήνυμα που της έστειλα με τη διεύθυνση του καταγώγιου που βρισκόμαστε, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το φιλαράκι μου απουσίαζε προς νερού του την ώρα της αποστολής. Και να απολαμβάνω τη στιγμή που του αποκαλύπτεται, χωρίς ο χαζούλης να έχει καταλάβει τίποτα για τη συμβολή μου, στο να την ξανάδει. Και τελικά να με αποχαιρετά με ένα ένοχο και ευτυχισμένο βλέμμα, καθώς φεύγει μαζί της και εγώ καθισμένος ακόμα στο τραπέζι να νιώθω χαρούμενος που ο εξ’αγχιστείας αδερφός μου, έχει βρει τον έρωτα της ζωής του.
Θέλω να κάθομαι μόνος μου στο τραπέζι, καπνίζοντας τσιγάρο και πίνοντας τσίπουρο, να χάνομαι στις λίγες γλυκές αναμνήσεις που έχω ενώ ακούω μία μπαλάντα του Παπάζογλου, τόσο μεθυσμένος όσο πρέπει ώστε να μην νυστάζω αλλά και αρκετά για να απαλύνω τον πόνο που γεννάει η απώλεια των στιγμών, καθώς αντιλαμβάνομαι ότι έστω για λίγο, που έχω ζήσει και εγώ.
Θέλω να εμφανιστείς εσύ μέσα στην κάπνα και στη μέθη, ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα, να φαντάζεις μία σύγχρονη Καρυάτιδα, όχι όμως φτιαγμένη από ένα κρύο μάρμαρο, αλλά από σάρκα και οστά. Και να κάτσεις στην άδεια καρέκλα δίπλα μου. Και να μην μου πεις τίποτα, ούτε για τη δουλειά σου, ούτε για τον γκόμενο σου, ούτε για τίποτα. Να μου πεις απλά, χαμογελαστά και άρα ειλικρινά, ένα «είμαι καλά» στην κοινότυπη ερώτηση μου, «πως είσαι;», που θα έχει προηγηθεί.
Θέλω μετά από κάποια λεπτά σιωπής, να αρχίσουμε να μιλάμε. Όχι, να μην μιλήσουμε για ότι συνέβη, για το ποιος έφταιξε περισσότερο. Ούτε για το μέλλον, για το ποιος πρέπει να θυσιαστεί λίγο παραπάνω. Να είμαστε αφοσιωμένοι στο παρόν, όσον αφορά εμάς. Και να μιλάμε για τη μουσική, το θέατρο, τη συγγραφή, την ποίηση και την ανθρώπινη ψυχή, μέχρι να έρθει αγανακτισμένος ο σερβιτόρος και να μας πει, «παιδιά λυπάμαι, κλείνουμε». Και να φεύγουμε πιωμένοι, παραπατώντας, κρατώντας ο ένας τον άλλο από τη μέση και να μην με νοιάζει αν η καύτρα του τσιγάρου μου, λερώσει το φόρεμα σου.
Θέλω να πάμε πάνω στην ακρόπολη, στα ερείπια, να ξαπλώσουμε ανάσκελα στο χώμα, λίγα εκατοστά πριν το γκρεμό και να απολαύσουμε αμίλητοι, την έναστρη νύχτα που θα έχει ήδη αρχίσει να φθείρεται από τα πρώτα φώτα της αυγής. Και έτσι πως θα είμαστε ανάσκελα, να απλώσουμε τα χέρια μας και τα δάχτυλα μας να κουλουριαστούνε, σαν ένα κακοφτιαγμένο αλλά στιβαρό γινκ&γιανγκ. Και θέλω να γυρίσουμε και να κοιτάξουμε κατάματα ο ένας στον άλλο και να δω τα είδωλα μας να αλληλοαντικατοπτρίζονται στο άπειρο, χάρη στο φως της ανατολής που πλέον έχει καταλάβει τον ουρανό.
Θέλω να ανοίξω τα μάτια μου και να μην απογοητευθώ που δεν θα σε δω δίπλα μου. Να είναι κάτι αναμενόμενο. Και μετά να τρέχω σαν τον τρελό στη δουλειά μου, στην εφορία, στις εταιρείες τηλεφωνίας και υδροδότησης για να πληρώσω τους λογαριασμούς. Και να δυσφορώ στα ασφυκτικά γεμάτα λεωφορεία, μέσα στον ιδρώτα και στην κακοσμία.
Και θέλω λίγο πριν τελειώσει αυτή η ρουτίνα, να δω ένα μήνυμα, στο κινητό, σε κάποια τηλεόραση κάποιου πολυκαταστήματος, σε κάποια αφίσα ή διαφήμιση, ή ακόμα και στο καντράν της βιτρίνας ενός φαρμακείου, ένα μήνυμα γραμμένο από σένα, όμορφη μου καρυάτιδα, που θα λέει:
«Έχει ωραίο ηλιοβασίλεμα, θες να το ατενίσουμε παρέα;»
Τρίτη 14 Ιουλίου 2020
Η νοσταλγία της ολοκληρωτικής αποδοχής
Μία από τις έννοιες, ή τις καταστάσεις, που νοσταλγούν οι άνθρωποι οι οποίοι αποφάσισαν κάποια στιγμή στη νεότητα τους, να εγκαταλείψουν τον τόπο που μεγάλωσαν, είναι αυτή της «παρέας». Το να είναι μέλη δηλαδή ενός μικρού συνόλου, στο οποίο όλες οι πτυχές του εαυτού τους να χωράνε, να είναι αποδεκτές, όπως και οι ίδιοι, στην ολότητα τους, χωρίς να χρειάζεται ανάλογα με την περίσταση να εκφράζουν και να αποκαλύπτουν την εκάστοτε βολική πλευρά της προσωπικότητας τους.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συντελούν στην νοσταλγία και άρα στην έλλειψη
αυτή. Αρχικά το γεγονός ότι μετά την πανεπιστημιακή ζωή, τα περιβάλλοντα
αλλάζουν πολύ και οι νέες συνθήκες δεν ευνοούν τη δημιουργία παρεών.
Αντικειμενικά, είναι πολύ πιο εύκολο έστω και σε μερικώς ιδρυματικές συνθήκες,
οι άνθρωποι να βρίσκουν την αφορμή για να δεθούν μεταξύ τους σε μικρά σύνολα.
Αντίθετα, όταν έρχεται η απόλυτα ενήλικη ζωή και μαζί της οι επαγγελματικές,
άρα και ανταγωνιστικές στον κόσμο που ζούμε, συνθήκες, εκεί η όποια αφορμή έχει
μόνο βραχυπρόθεσμες συνέπειες, να βγει η δουλειά που λέμε. Και τέλος.
Επίσης ένας άλλος παράγοντας είναι η έμφυτη και φυσιολογική τάση των ανθρώπων
να επιζητούν τη σύνδεση με έναν άλλο και να ξεκινήσουν τη συντροφική ζωή, τη
δέσμευση, με ότι καλό και κακό σημαίνει αυτό. Κάπως έτσι ο συνδυασμός
επαγγελματικής και ερωτικής ζωής στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελούν ένα
σημαντικό εμπόδιο, όχι μόνο στο να δημιουργηθούν νέες παρέες, που είνα και το
πιο δύσκολο, αλλά ακόμα και να επιβιώσουν οι ήδη υπάρχουσες, ακόμα και αν
κάποιες από αυτές ξεκίνησαν από τα σχολικά χρόνια και μετράνε μέχρι και δύο
δεκαετίες ζωής.
Και αν ο πρώτος παράγοντας, η επαγγελματική ζωή, είναι ψιλοδεδομένο ότι θα
εμφανιστεί, ειδικά στη Δυτική Ευρώπη, ο δεύτερος, οι δεσμεύσεις, παρατηρούνται
να μην είναι τόσο διαδεδομένες όπως παλιότερα τουλάχιστον. Είναι ξεκάθαρο ότι
οι κοινωνικέις εξελίξες έσπρωξαν πολλούς ανθρώπους να βάλουν σε δεύτερη μοίρα
τη συντροφικότητα, είτε την ερωτική, είτε τη φιλική. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα
να έχει δημιουργηθεί μία νέα κοινωνική ομάδα, οι νεαροί επαγγελματίες. Αυτό. Οι
ζωές των ανθρώπων αυτών, δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη πτυχή πέρα από την
αντίστοιχη επαγγελματική τους. Όλες οι υπόλοιπες που εμπεριέχουν ανθρώπικη
επικοινωνία, φυτοζωούν σε ένα ρηχό πλαίσιο.
Με αποτέλεσμα οι παρέες στις ηλικίες των τριάντα πάνω-κάτω να είναι είδος υπό
μερική εξαφάνιση. Και αυτό το φαινόμενο να επεκτείνεται σε μεγαλύτερα σύνολα,
στις ίδιες τις κοινωνίες, των οποίων η ουσία και η αλήθεια, είναι και αυτές
σπάνιο είδος. Δεν είμαστε παρέες, δεν είμαστε κοινωνίες, είμαστε μονάδες οι
οποίες συνυπάρχουν, για όση ώρα υπάρχουν κοινά συμφέροντα. Ένα project στη δουλειά, μία μπύρα στο μπαρ
μετά, ένα πήδημα αργότερα το βράδυ, άντε και ένας καφές στα γρήγορα το πρωί.
Από εκεί και πέρα, πίσω στον μικρόκοσμο μας, στον εαυτό μας, στο μοναδικό μέρος
πλέον πάνω στη Γη όπου όλες οι πτυχές μας είναι καλοδεχούμενες. Και κάποιες
φορές, ούτε και εκεί.
Τα παραπάνω, φυσικά και δεν θα μπορούσαν να περνάνε ανώδυνα. Οι άνθρωποι ως
φύσει κοινωνικά όντα, ακόμα και ασυναίσθητα, προσπαθούν να προσαρμοστούν στους
διάφορους κοινωνικούς κύκλους και προκειμένου να το πετύχουν αυτό, είναι
διατεθειμένοι να κάνουν γερές εκπτώσεις στην έκφραση των στοιχείων που τους
χαρακτηρίζουν, έχοντας τη μάταια ελπίδα ότι έτσι θα γίνουν αποδεκτοί από άλλους
που επίσης κρύβονται. Μάταια όμως, διότι όταν μία προσωπικότητα δεν είναι
επαρκώς συμφιλιωμένη με τις ιδιαιτερότητες της, όταν δεν θα ανοίγεται να τις
εκφράσει αυτές, τότε αυτόματα δεν θα ανοίγεται για να επικοινωνήσει με αυτές
των άλλων. Οπότε μένει σε ασφαλή, ρηχά ύδατα.
Και καθώς δεν γινόμαστε ολότελα αποδεκτοί από τους γύρω μας, αναπτύσσεται μέσα
μας η αίσθηση ότι είμαστε λειψοί, μια και ως λειψοί παρουσιαζόμαστε. Και το
χειρότερο είναι ότι έχουμε συνηθήσει τόσο πολύ στην υπαρξιακή καταστολή με
αποτέλεσμα όταν παρατηρούμε κάποιον να κάνει την υπέρβαση και να μας αγγίξει,
τότε είτε να τρομάζουμε είτε να μας προκαλεί καχυποψία, ή ακόμα και απέχθεια.
Ένας φαύλος κύκλος περιθωριοποίησης του είναι μας.
Σε όλη αυτή την αναδυόμενη μιζέρια, η μόνη λύση βρίσκεται μέσα σε μας τους
ίδιους, να σεβαστούμε όλες τις πτυχές μας και να τις εκφράζουμε χωρίς φόβο,
χωρίς δισταγμό. Έτσι θα είμαστε και πιο καλοπροαίρετοι απέναντι στην έκφραση των άλλων.
Αν η προσέγγιση αυτή διαδοθεί, τότε η νοσταλγία της παρέας και της
ολοκληρωτικής αποδοχής μας, θα παύσει να είναι πικρή και θα επανακτήσει την γλύκα της.
Τρίτη 7 Ιουλίου 2020
Το τέρας μέσα μας
Μία από τις πρώτες έννοιες που μαθαίνουμε οι άνθρωποι από τη στιγμή που ξεκινάμε να καλλιεργούμε τη συνείδηση μας, είναι ουσιαστικά διττή. Διότι πρόκειται περί μίας διαμάχης. Της διαμάχης του καλού και του κακού. Του σωστού και του λάθους. Του δίκαιου και του άδικου. Του ηθικού και του ανήθικου. Δεν είναι τυχαίο που για αυτή τη διττή έννοια έχουμε τόσα ζευγάρια να τη χαρακτηρίζουν.
Διότι στην πραγματικότητα, καθώς εισερχόμαστε στην απόλυτα ενήλικη ζωή,
αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα με τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που
δημιουργούν και βιώνουν, είναι λίγο πιο σύνθετα από το δίπτυχο άσπρο-μαύρο, που
μας μαθαίνουν τόσο καλά οι ταινίες και η γενικότερη δημοφιλής κουλτούρα. Μακάρι
να ήταν τόσο απλά, σαν ένα bit που παίρνει τη μορφή είτε 1 είτε 0, αλλά από ότι αποδεικνύεται η
επερχόμενη κβαντική λειτουργία των υπολογιστών (οπού ουσιαστικά δεν θα υπάρχει
μόνο 0 και 1, αλλά και οι ενδιάμεσες καταστάσεις μεταξύ αυτών) είναι αυτή που
θα ανταποκρίνεται με πιο πολύ ακρίβεια στα ήθη των ανθρώπων.
Και αυτό επειδή έρχεται κάποια στιγμή η συνειδητοποίηση, ότι οι συμπεριφορές
των ανθρώπων μπορεί να χαρακτηρίζονται και καλές και κακές από τους διάφορους μάρτυρες,
αλλά και να δίνονται διαφορετικές ερμηνείες για τα αίτια και τις αφορμές που
τις προκαλούν, καθιστώντας τον χαρακτηρισμό τους μία ιδιαίτερα περίπλοκη
διαδικασία, ειδικά αν οι κριτές αυτών των συμπεριφορών δεν ικανοποιούνται από
μία βιαστική και πρόχειρη αξιολόγηση. Ειδικότερα μάλιστα αν υπάρχει μία θετική ή
αρνητική συναισθηματική προδιάθεση προς τους κρινόμενους και τις πράξεις τους.
Γενικότερα, είναι πάρα πολύ σπάνιο να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έναν άνθρωπο, απλά καλό ή κακό. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, αν και ακόμα και εκεί είναι καλό να
υπάρχει κάποια επιφυλακτικότητα απέναντι στο οποιοδήποτε συμπέρασμα. Διότι
οποιαδήποτε απόλυτη προσέγγιση θα έχει πολλά ανήθικα στοιχεία, αν σκεφτούμε ότι
εμείς οι ίδιοι έχουμε υπάρξει σε πολλές στιγμές της ζωής μας, φορείς καλοσύνης
ή κακίας. Είτε σε επίπεδο πράξεων, είτε σε αυτό των παρορμήσεων οι οποίες
μένουν κλειδωμένες μέσα στο κεφάλι μας και δεν εξωτερικεύονται στο περιβάλλον
μας.
Ειδικά οι τελευταίες είναι οι απτές, αν και όχι χειροπιαστές μια και θάβονται
εν τέλει μέσα μας, αποδείξεις ότι θα είναι μεγάλη αυθαιρεσία να
αυτοχαρακτηριστούμε ως «καλοί άνθρωποι» σκέτο, χωρίς «ναι μεν αλλά». Όπως επίσης
θα είναι τελείως αυθαίρετο, αυτές οι παρορμήσεις να αποτελέσουν επιχείρημα για
τον αντίθετο χαρακτηρισμό, καθώς εκεί ουσιαστικά θα εκμηδενίζουμε τις ίδιες μας
τις επιλογές των πράξεων μας.
Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όλοι έχουμε γίνει κατά καιρούς, δέκτες κακών
κατά τη γνώμη μας συμπεριφορών, που μας έχουν κάνει να νιώσουμε αδικημένοι,
θιγμένοι, ακόμα και κακοποιημένοι. Και τότε είναι η στιγμή που η κακία που
αναπόφευκτα υπάρχει μέσα μας, το τέρας που κρύβουμε, ενεργοποιείται και αρχίζει
να απαιτεί δικαίωση μέσω των προαναφερόμεων παρορμήσεων. Δυστυχώς είμαστε
ατελείς πλάσματα οι άνθρωποι και μία από τις σημαντικότερες ατέλειες μας είναι
ότι είμαστε εν δυνάμει καθάρματα, τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία από
εμάς.
Αλλά η άρνηση σε αυτές τις παρορμήσεις που μας σταματάει τη διενέργεια
κακεντρεχών πράξεων είτε δικαιολογημένων είτε όχι, είναι και αυτό που καθιστά
μεγαλειώδη τη φύση μας που απαιτεί να συνυπάρχουν το υποσυνείδητο και το
συνειδητό μας. Είναι ένας θρίαμβος της ελεύθερης μας βούλησης καθώς και της
παιδείας, την οποία χτίζουμε εμείς και το περιβάλλον μας. Είναι ο λόγος που
αναφερόμαστε και επιδιώκουμε ανθρώπινες κοινωνίες και όχι αυθαίρετες
συνυπάρξεις.
Με απλά λόγια, το μεγαλύτερο δώρο της εξέλιξης μας, είναι η συνείδηση η οποία
αποτρέπει το αρχέγονο τέρας που ζει μέσα μας να μας καταστήσει υποχείριο του.
Και στην ανώτερη εφαρμογή τη, το απαγορεύει ακόμα και να εκκολαφθεί. Για αυτό και
ορθά κρινόμαστε από τις πράξεις μας και όχι από τις σκέψεις μας. Έτσι πιστεύω
ακράδαντα ότι αν κάποιος πρέπει να νιώθει περήφανος για τον εαυτό του, δεν είναι
όταν δεν του έρχεται να προβεί σε μία επιβλαβή πράξη απέναντι σε άλλον, αλλά
όταν απαρνείται αυτή την παρόρμηση, έτσι ώστε να μην φθείρει, πάνω από όλα, την
ίδια του την αυτοεκτίμηση. Και αυτό είναι μία μεγάλη νίκη, αν όχι η μεγαλύτερη.
Τρίτη 30 Ιουνίου 2020
Γράφω, άρα υπάρχω
Πόσοι άνθρωποι
έχουν ζήσει πάνω στη Γη; Πέρα από τα 7,5 δισεκατομμύρια που ζουν αυτή τη
στιγμή, από τότε που ξεκίνησε αυτό το πλάσμα που αυτοαποκαλείται άνθρωπος, πόσα
ομοειδή του έχουν περπατήσει πάνω στον πλανήτη αυτό; Νομίζω ότι κάπου είχα
διαβάσει περί 100 δισεκατομμυρίων, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει ή κατά πόσο
ανακαλώ αυτή την ανάμνηση σωστά. Δεν νομίζω ότι έχει και ιδιαίτερη σημασία.
Και αυτό διότι το 99,999% των ζωών που διαδραματίστηκαν, δεν είχαν από μόνες
τους, τον παραμικρό αντίκτυπο στις ζωές των άλλων, πέρα από τις οικογένειες
τους, άντε και κάποιους πολυαγαπημένους τους ανθρώπους. Όλες αυτές τις ζωές,
τις θυμόνταν λειψές τα παιδιά τους, με ελάχιστες πτυχές τους να γίνονται
γνωστές στα εγγόνια τους και από αυτές να επιβιώνουν μόνο τα ονόματα των
κατόχων τους στα δισέγγονα. Και ύστερα καταχωρήθηκαν για πάντα στο κρυφό
ληξιαρχείο της Γης, του οποίου η τοποθεσία είναι άγνωστη, αν και είναι βέβαιο
το βάθος του. Δύο μέτρα κάτω από τα ραδίκια.
Και φυσικά αυτή η έλλειψη αντίκτυπου δεν επηρεάζει μόνο το μέλλον αλλά και το
ίδιο το παρόν. Αυτή η τόσο μοναδική κατάσταση, η ύπαρξη των περισσότερων από
μας στη πραγματικότητα δεν επηρεάζει άλλους ανθρώπους πέρα από τους οικείους
μας. Και ακόμα και αν δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, μία σημαντική πλειοψηφία
μας δεν νιώθει καθόλου άνετα με την ιδέα αυτής της αμελητέας επιρροής. Τα μέσα
κοινωνική δικτύωσης, όπου ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του, είναι
μία τρανταχτή ένδειξη της ανάγκης πολλών ανθρώπων να δηλώσουν ή κα να φωνάξουν
ακόμα, ότι υπάρχουνε.
Φυσικά, μεγάλο ρόλο παίζει και το περιεχόμενο αυτής της κραυγής, έχουμε ακούσει
κοτσάνες και κοτσάνες, αλλά αυτή-καθεαυτή η ανάγκη είνα θεμιτή, ειδικά για έναν
τύπο σαν τον γράφων που έχει απόλυτη συναίσθηση του γεγονότος, ότι δεν αποτελεί
και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αποτελέσει, την εξαίρεση στον προδιαγεγγραμένο
κανόνα της λήθης που θα καλύψει τις ζωές των περισσότερων από εμάς. Θα ήταν
υποκρισία να μην έδειχνα κατανόηση σε μία αδυναμία η οποία διακατέχει έντονα
και μένα.
Και αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα που γεννιέται πολλές φορές μέσα στο μυαλό
μου, στο «γιατί γράφω;». Όλες αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα που εμπνέονται
από τη ζωή μου και το περιβάλλον μου, κυκλοφορούν μέσα στους νευρώνες μου, σε
βαθμό που πολλές φορές προκαλούν μποτιλιάρισμα, στην πραγματικότητα δεν θα
είχαν καμία υλική υπόσταση, πέρα από την ηχητική σε κάποιες κουβέντες με τους
δικούς μου ανθρώπους. Δεν θα υπήρχαν. Και μαζί τους δεν θα υπήρχα και εγώ,
σίγουρα όχι στον βαθμό που θα ήθελα.
Όμως με την τέχνη ή απλά τη μέθοδο της γραφής, σε οποιαδήποτε περίπτωση μία από
τις αρχαιότερες πρακτικές της ανθρωπότητας, οι σκέψεις και τα συναισθήματα αυτά
μετουσιώνονται σε κάτι χειροπιαστό. Δεν είναι το μελάνι ή για την ακρίβεια, τα pixels της οθόνης που πέρνουν την
επιθυμητή μορφή. Αυτά είναι απλά το υλικό μέσο. Το απαραίτητο και αναγκαίο
όμως, για να μπορέσουν αυτά τα γεννήματα του εγκεφάλου μου να γίνουν κάτι
παραπάνω από απλά απόβλητα μίας εσωτερικής χημικής διαδικασίας. Να γίνουν
ερεθίσματα, για άλλες σκέψεις, για άλλα συναισθήματα άλλων ανθρώπων, κατά πόσο
σωστά ή λανθασμένα, δεν είναι της παρούσης, για να το κρίνω.
Ακόμα όμως και να μην διαβάσει κανείς αυτές τις λέξεις, ακόμα και αν δεν
ακούσει κανείς τους ήχους ενός τραγουδιού, τα χρώματα μίας ζωγραφιάς, τις
εικόνες μίας ταινίας και οποιοδήποτε υλικό αντίκρυσμα της οποιαδήποτε έκφρασης,
αυτά θα έχουν ενσαρκωθεί, θα υπάρχουν κάπου διαθέσιμα για να συγκινήσουν, να
προβληματίσουν αυτόν που κάπου, κάποτε θα αφιερώσει ένα δευτερόλεπτο του χρόνου
για αυτά. Ακόμα και αν αυτός τελικά θα είναι το τρισέγγονο του εκάστοτε
δημιουργού, που θα γνωρίζει μόνο το όνομα του. Και θα είναι αυτό μία υποτυπώδης
απόδειξη ότι ο άνθρωπος που τα υλοποίησε, κάποτε υπήρξε. Θα έχει αφήσει ένα
μικρό στίγμα.
Τρίτη 23 Ιουνίου 2020
Αυτοί που δεν μολύνθηκαν
Και μπορεί το διαφορετικό θρήσκευμα να είναι μία από τις αρχαιότερες αφορμές που προκαλούν τους ανθρώπους, να μισούν άλλους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καν, αλλά δεν είναι η μόνη. Αν ψάξει και αναλογιστεί κανείς μόνο στον σύγχρονο κόσμο πόσοι φαινομενικά λόγοι υπάρχουν για να μισούμε ο ένας τον άλλο, λογικά θα καταλήξει στο να καταναλώσει μία συσκευασία ηρεμιστικά, μια και έξω.
Διαφορετικά έθνη, ή και πιο συγκεκριμένα διαφορετικές φυλές, διαφορετικά φύλα, διαφορετικές σεξουαλικές ταυτότητες, διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικές κοσμοθεωρίες και γενικότερα όλες αυτές οι διαφορές αποτελούν αφορμές για να στοχεύουμε την οργή μας προς τους άλλους.
Η αλήθεια είναι ότι κάθε είδος μίσους, έχει τη δικιά του ιστορία, αν και είναι επίσης γεγονός ότι οι ξεχωριστές αυτές ιστορίες μπορούν πολύ συχνά να έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους όσον αφορά το ποιοι τις ενστερνίζονται, τον λόγο που το κάνουν αυτό και το ποιους εξυπηρετούν οι διάφοροι συλλογικοί θυμοί.
Όμως έχω ασχοληθεί πολλές φορές παλιότερα με αυτούς που παρασύρονται από ενοχοποιητικές κορώνες όλων των μορφών. Τόσο πολύ που ίσως να αδικώ μία σημαντική μειοψηφία ανθρώπων, που παρότι και αυτοί βομβαρδίζονται από τις ίδιες παραπληροφορίες, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την ανθρωπιά και την κρίση τους. Είναι αυτοί που έχουν καταφέρει να μείνουν αμόλυντοι από το «δηλητήριο» που διαχέεται στην ενημερωτική μας ατμόσφαιρα.
Είναι όλοι αυτοί που παρότι ανήκουν σε κοινωνικές και όχι μόνο, ομάδες που έχουν υποστει πραγματική καταπίεση από άλλες αντίστοιχες κοινωνικές, και ξανά όχι μόνο, δεν έχουν επιτρέψει το δηλητήριο του συλλογικού μίσους να τους κάνει να εχθρεύονται τυφλά ανθρώπους που απλά τυχαίνει να έχουν κοινά ανθρώπινα χαρακτηριστικά με τους καταπιεστές τους. Που είναι καλλιεργημένοι αρκετά ώστε να γνωρίζουν να ρίχνουν τα βέλη τους με ακρίβεια στον πραγματικό στόχο.
Πολλά τα παραδείγματα και αν και αξίζουν όλα να αναφερθούν, αυτό είναι τεχνικά αδύνατο. Εϊναι ο Έλληνας που δεν μισεί κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι Τούρκος, ο Εβραίος που δεν εχθρεύεται κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι Γερμανός, ο μαύρος που δεν θεωρεί ότι η λέξη «λευκός» ταυτίζεται με το «ρατσιστής», η γυναίκα που δεν θεωρεί ότι κάποιος που είναι άντρας είναι αυτόματα και εν δυνάμει ύποπτος βιασμού ή έμφυλης βίας. Και φυσικά τον ρόλο του «κακού» της υπόθεσης μπορούν να πάρουν σε πολλές περιπτώσεις και τα προαναφερόμενα θύματα.
Και μόνο μαθηματικά, ή μάλλον στατιστικά να το δει κανείς, καταλαβαίνει ότι δεν είναι αμελητέο το κατόρθωμα τους. Και μόνο το γεγονός ότι αποφασίζουν συνειδητά να αποτελούν μέρος μίας μειοψηφίας ,είναι ένα παράσημο που συμβολίζει την ανεξαρτησία της βούλησης τους και του συστήματος αξιών τους. Η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζονται για πιθανή προδοσία της ομάδας που ανήκουν και οι δυσκολίες που γεννάει αυτή στον βίο τους, είναι επίσης ένα στοιχείο που αυξάνει τον δικαιολογημένο θαυμασμό απέναντι τους, συνήθως από τους ομοϊδεάτες τους.
Αλλά το πιο θαυμαστό στοιχείο τους, είναι ο αγώνας που πολλές φορές κάνουν απεναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Οι άνθρωποι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε ατελείς. Έτσι και αυτοί ίσως κάποια στιγμή να ενστερνίζονταν τις απόψεις της πλειοψηφίας και σιγά-σιγά να ακολούθησαν το δικό τους νοητικό μονοπάτι. Μία μακρά και περίπλοκη διαδικασία. Δεν ξεμπερδεύει εύκολα κάποιος από τόσο στιβαρά στερεωμένες κοινωνικές προκαταλήψεις. Ακόμα και βαθιά θαμμένο να μείνει ένα απομεινάρι τους, στον συναισθηματικό και υποσυνείδητο κόσμο ενός ανθρώπου, δεν είναι λίγες οι φορές που θα προσπαθήσει μέσω μίας παρόρμησης να βγει προς τα έξω.
Η μάχη αυτή που λαμβάνει χώρα μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, μεταξύ του υποσυνείδητου και του συνειδητού αυτών των ανθρώπων που δεν τους αρέσει να γενικοποιούν τους άλλους και η τελική νίκης της υγιούς τους προσέγγισης, που με τόσο κόπο και θυσίες καλλιέργησαν, μπορώ να πω σαν εξωτερικός παρατηρητής, ότι είναι ένας μικροσκοπικός και ταυτόχρονα μεγαλειώδης θρίαμβος της ανθρωπότητας. Ένας θρίαμβος που ποτέ δεν περισσεύει, που όλοι μας τον έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη καθημερινά.






