Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Το δικαίωμα στη μνήμη της ζωής



Γεννιέσαι. Ζεις. Πεθαίνεις. Αυτά είναι τα απολύτως κοινά χαρακτηριστικά των ζωών όλων των δισεκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν περπατήσει πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Συν το γεγονός ότι όλοι αυτοί δεν απέφυγαν τις άσχημες στιγμές και σίγουρα απόλαυσαν κάποιες όμορφες. Πραγματικά θεωρώ ότι δεν έχει υπάρξει ούτε ένα άτομο στην πορεία του ανθρώπινου είδους που δεν γεύτηκε και τα δύο είδη.

Η ποιότητα και η ποσότητα των άσχημων και όμορφων στιγμών παίζει. Και η συνολική αίσθηση που στο τέλος μας αφήνουν, όταν το πλησιάζουμε αυτό το τέλος, είναι τελικά η ίδια μας η ζωή. Η κατά πάσα πιθανότητα μία και μοναδική, με αυτή τη μορφή τουλάχιστον. Είναι αυτός ο απολογισμός τον οποίον σκεφτόμαστε και πιστεύω ότι είτε ευκολότερα είτε δυσκολότερα το αποδεχόμαστε και λέμε «αυτό ήταν». Και αν όλα κρίνονται εκεί, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτός ο συλλογισμός ίσως είναι ο σημαντικότερος που θα πράξουμε. Όλοι; Μάλλον όχι όλοι.

Εξαιρώντας τα δυστυχήματα ή τα καρδιακά επεισόδια σε νεαρή ηλικία, όπου ο μελλοθάνατος δεν καταλαβαίνει από που του ήρθε και στερείται το δικαίωμα στο συλλογισμό, οι υπόλοιποι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που πεθαίνει πρώτα το κορμί τους και ύστερα το μυαλό τους και σε αυτούς που η διαδικασία είναι αντίστροφη.

Έχοντας μεγαλώσει σε οικογένεια όπου αυτοί που έφυγαν, το κάνανε όλοι μέσω της πρώτης διαδικασίας(καρκίνος) και έχοντας συμπληρώσει ήδη ένα σεβαστό μέρος της προβλεπόμενης ζωής μου, δεν με τρομάζει τόσο σαν σκέψη η ιδέα του να βιώσω και εγώ κάτι αντίστοιχο. Θεωρητικά τουλάχιστον. Ίσως έχει να κάνει ότι έχω κάποιες φορές το μυαλό μου σε υπόληψη (μη ρωτάτε γιατί, κάτι πρέπει να έχω σε υπόληψη και εγώ) και γνωρίζοντας ότι έχω σώας τας φρένας μπορώ να αντιμετωπίσω (ή να αποδεχτώ) τα πάντα.

Τι γίνεται όμως όταν το μυαλό χάνεται; Όταν παύει να λειτουργεί; Ποιος ο λόγος να είμαι ζωντανός στα 80 μου αν δεν μπορώ να κάνω τον προαναφερόμενο κρίσιμο συλλογισμό; Πως θα μπορώ να  αποχαιρετήσω τη ζωή μου αν δεν μπορώ καν να τη θυμηθώ, να τη βάλω κάτω και να τη ζυγίσω; Γιατί να στερηθώ εγώ και άλλοι άνθρωποι αυτό το έσχατο ανθρώπινο δικαίωμα;

Πρωτοήρθα σε έμμεση, εννοείται, επαφή με αυτή την ασθένεια, το αλτσχάιμερ, στην πρώιμη εφηβεία μου. Μέχρι τότε ούτε που το φανταζόμουν. Ο «παππούς» κάποιων οικογενειακών μας φίλων, ένας παλίκαρος που τον είχα γνωρίσει προσωπικά, ένας πάρα πολύ μορφωμένος αλλά και σκληροτράχηλος άνδρας, βουνίσιος με την καλύτερη των εννοιών, με πολύ ισχυρή προσωπικότητα, προσβλήθηκε από αυτή την καταραμένη την άσθένεια. Ούτε εβδομήντα χρονών δεν ήταν. Στα επόμενα χρόνια είχε καταλήξει να είναι ένα κουφάρι.

Μου ήταν αδιανότητο. Ο άντρακλας που έβλεπα και θαύμαζα λίγα χρόνια πριν, που μπορούσε να βάλει κάτω, χωρίς υπερβολή, πέντε τριαντάρηδες ενώ αυτός είχε περάσει τα 60 τότε που τον ξαναέβλεπα δεν μπορούσε ούτε να αυτοεξυπηρετηθεί, ούτε καν να αντιληφθεί το οτιδήποτε. Όχι γιατί το κορμί του τον εγκατέλειψε. Αλλά διότι τον εγκατέλειψε το μυαλό που έδινε εντολές στο σώμα του.

Ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι φρικάρω. Ακόμα και τώρα που τριανταρίζω και έχω δει θανάτους και θανάτους, μέσα σε αυτούς πολύ πιο κοντινών μου ανθρώπων, όταν σκέφτομαι τη δικιά μου ώρα, τρομοκρατούμαι στην ιδέα να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Και αν η δυνατότητα της αυτοεξυπηρέτησης σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο ότι θα χαθεί ή θα ελαχιστοποιηθεί, υπάρχει και κάτι ακόμα που με κάνει να φοβάμαι ακόμα περισσότερο αυτή τη μελλοντική, πιθανή εκδοχή.

Να μην μπορώ να αναγνωρίσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα, να μην μπορώ να θυμηθώ την γέννηση των παιδιών μου, την πρώτη ή την σημαντικότερη ερωτική μου στιγμή, το ξεχωριστό τσίπουρο με ένα φίλο, τη στιγμή που έχασα ένα αγαπημένο μου άτομο, το ηλιοβασίλεμα, το φεγγαρόφωτο σε μία παραλία με μία καλή παρέα, και τόσα μα τόσα ακόμα όμορφα ή ακόμα και άσχημα που η ζωή μας προσφέρει είτε για να μας ευχαριστήσει είτε για να μας προκαλέσει να συνεχίσουμε να τη ζούμε. Μία ζωή που να μην θυμάμαι. Μία ζωή να έχει πάει άπατη. Μία ζωή σαν να μην υπήρξε ποτέ σαν να μην επηρέασε, ούτε σε αυτό το απειροελάχιστο που αναλογεί στους περισσότερους από εμάς, την ανθρωπότητα. Να μην έχω ούτε αυτό το γαμημένο δικαίωμα να χαμογελάσω ή να πικραθώ. Να μην έχω το δικαίωμα να κάνω αυτό που θα έχω κάνει μέχρι τότε σε όλη μου τη ζωή. Να συλλογίζομαι συνειδητά. Και πλέον όχι για τη ζωή αλλά την ίδια τη ζωή. Είναι άδικο.

Ελπίζω να βρω τη δύναμη, αν βρεθώ σε αυτή τη θέση, να γνωρίζω ότι θα περιέλθω σύντομα σε αυτή την κατάσταση, να βρω τη δύναμη να το αποτρέψω. Να φύγω όπως θα θεωρώ ότι μου αρμόζει. Ελπίζω.

Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν με αφορμή την ανάγνωση της είδησης ότι η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός Ειρήνη Παπά έχει βρεθεί σε αυτή την κατάσταση. Μία γυναίκα που αν όλα όσα έχουν ακουστεί για αυτή ισχύουν, έχει ζήσει από το αντάρτικο στα Ελληνικά κακοτράχαλα βουνά μέχρι και το κόκκινο χαλί του Χόλιγουντ. Με ότι εμπειρίες συνεπάγονται για τα δύο άκρα και ότι έχει βρεθεί ενδιάμεσα τους. Μία γυναίκα που γνώρισε πολύ καλά, προσωπικότητες από τον Άρη Βελουχιώτη μέχρι τον Μάρλον Μπράντο. Μία γυναίκα που βίωσε μία αξιοζήλευτη ζωή και τώρα δεν μπορεί καν να την αναλογιστεί. Ξανά, είναι άδικο.

Που τίμησε τη ζωή (της) με την καλλιτεχνική της σταδιοδρομία γενικότερα, αλλά και ειδικότερα με ένα συγκεκριμένο έργο το οποίο προσωπικά εγώ, έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ένα έργο που ενσαρκώνει καλύτερα από κάθε άλλο την πεμπτουσία της ζωής. Έναν γυναικείο οργασμό. Ένα έργο που αποκαλείται «άπειρο».  Είναι το βίντεο-τραγούδι που συνοδεύει το παρόν κείμενο.

Και ποιος ξέρει; Ίσως όταν το κορμί, της επιτρέψει να ξαναγίνει ένα με το άπειρο, τότε να μπορέσει να κάνει αυτόν τον συλλογισμό. Θα είναι δίκαιο. Και για αυτή και για όλους όσους το χάσαν αυτό το δικαίωμα όσο είναι/ήταν εν ζωή.



Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Σαλβαντόρ Αλιέντε, σοσιαλιστής έως το τέλος



4 Σεπτεμβρίου 1973. Χιλή. Είναι η τρίτη επέτειος από την δημοκρατική εκλογή του Σοσιαλιστή Προέδρου της χώρας, Σαλβαδόρ Αλιέντε. Σε αυτά τα τρία χρόνια, η Χιλή έζησε μία πραγματική κοσμογονία.

Κρατικοποιημένες μεγάλες εκτάσεις γης που πριν κατέχονταν από μεγαλογαιοκτήμονες, σύγχρονους φεουδάρχες. Κρατικοποίηση των τραπεζών και του ορυκτού πλούτου της χώρας, μεταξύ των οποίων και των ορυχείων χαλκού που εκμεταλλευόντουσαν οι ΗΠΑ. Αναβάθμιση των συμφερόντων των εργατών, αναδιανομή των αγροτικών εκτάσεων έτσι ώστε να μην υπάρχουν άκληροι αγρότες. Παροχή δωρεάν γάλατος στα παιδιά. Αναγνώριση των δικαιωμάτων των ιθαγενών κατοίκων της Χιλής. Μειώθηκαν κατά πολύ τα ποσοστά ανεργίας, αναλφαβητισμού και παιδικής θνησιμότητας. Η διακυβέρνηση του ήταν ο ορισμός του ειρηνικού εκσοσιαλισμού μίας κοινωνίας.

Προφανώς όλα τα παραπάνω δεν μπορούσαν να τα ανεχθούν οι ΗΠΑ. Η CIA, όπως αποδεικνύεται από άπειρα έγγραφα που κυκλοφόρησαν δημόσια αργότερα, προσπαθεί απεγνωσμένα να τον ανατρέψει πρώτα, είτε δωροδοκόντας είτε χρηματοδοτώντας απεργίες εναντίον του, αλλά τα ποσοστά δημοφιλίας του συνεχώς αυξάνονται. Ο Χένρι Κίσινγκερ έχει αναλάβει προσωπικά να ανατρέψει τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Χιλής.

Και αφού είδαν ότι δεν μπορούν  να τα καταφέρουν έμμεσα, αποφάσισαν να το προσπαθήσουν άμεσα όπως θα έκανε κάθε νταβατζής που σέβεται τον εαυτό του όταν θα έβλεπε μία γυναίκα που θεωρεί ο ίδιος κτήμα του, να τραβάει τον δικό της δρόμο. Αρχικά με την εκλογή του Αλιέντε προσπάθησαν να δωροδοκήσουν τον αρχιστράτηγο Ρενέ Σνάιντερ, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας πιστός στο σύνταγμα της χώρας του και τον στρατιωτικό του όρκο. Λίγες μέρες μετά απήχθη και δολοφονήθηκε από ομάδα ακροδεξιών Χιλιανών.

Μία δεύτερη προσπάθεια για πραξικόπημα  εναντίον του έγινε τον Ιούνιο του 1973. Απέτυχε μία και οι πιστές στον Αλιέντε στρατιωτικές δυνάμεις, υπό τον στρατηγό Πρατς κατάφεραν να εξουδετερώσουν τους πραξικοπηματίες.

Μετά την καταστολή αυτή ο στρατηγός Πρατς, βλέποντας ότι χάνεται ο έλεγχος και η πειθαρχία στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, πρότεινε στον ίδιο τον Αλιέντε να δώσει τα όπλα στον λαό που τον στήριζε. Ο Αλιέντε αρνήθηκε απαντώντας "Όχι. Αυτή η επανάσταση θα γίνει χωρίς σταγόνα αίμα. Βασίζεται σε ειρηνικές αξίες και όχι στην βία". Μάλιστα αντικαθιστά τον Πρατς και βάζει στη θέση του τον Αουγκούστο Πινοσέτ.

Έτσι μία μέρα σαν σήμερα, 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο στρατός της Χιλής πραγματοποιεί ακόμα ένα πραξικόπημα, οργανωμένο και αυτό από τις ΗΠΑ και βομβαρδίζει την πρωτεύουσα, Σαντιάγο και το προεδρικό μέγαρο από ξηρά και θάλασσα. Ο Αλιέντε βγάζει ένα τελευταίο λόγο μέσα από την τελευταία ραδιοφωνική συχνότητα(Radio Magallanes) που είχε απομείνει μια και οι πραξικοπηματίες είχαν ισοπεδώσει ήδη τα άλλα ραδιομέγαρα. Κλείνει τον λόγο του με τις εξής φράσεις:

«Να πηγαίνετε προς τα εμπρός γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θα ανοίξουν και πάλι και οι ελεύθεροι άνθρωποι θα περπατούν μέσα από αυτές για να χτίσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο Λαός! Ζήτω οι εργαζόμενοι!
Αυτά είναι τα τελευταία λόγια μου, και είμαι βέβαιος ότι η θυσία μου δεν θα είναι μάταια, είμαι βέβαιος ότι, τουλάχιστον, θα είναι ένα μάθημα ηθικής που θα τιμωρήσει το κακούργημα, τη δειλία και την προδοσία.»

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε βρίσκεται νεκρός. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε προτού πέσει στα χέρια των εχθρών του, άλλοι ότι δολοφονήθηκε από αυτούς κρατώντας το περίστροφο του στο χέρι. Λίγη σημασία έχει.

Σημασία έχει ότι ο Σαλβαδόρ Αλιέντε υπήρξε μέχρι και την τελευταία του στιγμή, στον απόλυτο βαθμό Σοσιαλιστής. Και Σοσιαλιστής σημαίνει πάνω από όλα Ανθρωπιστής, όπως μας δίδαξε με τα συγγράματα του και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Και το πλήρωσε με τη ζωή του. Σε αντίθεση με άλλους Σοσιαλιστές ηγέτες οι οποίοι κάναν από μικρές(όπως ο Τσάβες) έως μεγάλες(όπως ο Στάλιν) υποχωρήσεις στην ιδεολογία τους προκειμένου να προστατεύσουν τις κυβερνήσεις και τον εαυτό τους. Και οι οποίοι κατάφεραν να επιβιώσουν.

Τα παραπάνω, είναι καλό να τα αναλογίζονται όσοι βάλλουν κατά του Σοσιαλισμού και των διαφόρων ηγετών του και όταν κατηγορούν πολλούς από αυτούς για δικτατορία και έλλειψη ελευθεριών, όχι άδικα πολλές φορές.  Διότι όταν κάποιος παραμένει ως το τέλος ανθρωπιστής, όπως ο Αλιέντε, τότε θα υπάρχει ένας Πινοσέτ που θα τον ανατρέψει. Και έπειτα θα εφαρμόσει μία στυγνή δικτατορία που θα δολοφονήσει τουλάχιστον 40.000 άτομα. Και ένα άγριο οικονομικό πρόγραμμα που θα οδηγήσει τους Χιλιανούς σε ακραία φτωχοποίηση τα επόμενα χρόνια. Και όμως θα αναγνωρίζεται ως επίσημος ηγέτης ενός κράτους από τη Μαργκαρετ Θάτσερ(η οποία είχε και επίσημες συναντήσεις μαζί του) και άλλους δυτικούς πολιτικούς ηγέτες και ως παράδειγμα οικονομικής διαχείρισης από οικονομολόγους όπως ο Μίλτον Φρίντμαν. Ναι τους ίδιους που λατρεύουν αυτοί που κατηγορούν τους Σοσιαλιστές ηγέτες για δικτάτορες και κόπτονται για τη δημοκρατία. Σύμπτωση να φανταστώ.

Φαίνεται άδικο, να πρέπει ένας Σοσιαλιστής ηγέτης να έχει να διαλέξει είτε να κάνει εκπτώσεις στις ιδέες του είτε να μην βρει φυσικό θάνατο. Στην πραγματικότητα όμως είναι απόλυτα δίκαιο. Διότι ένα τέτοιο διακύβευμα αρμόζει μόνο σε πραγματικά μεγάλες προσωπικότητες και μόνο τέτοιες μπορούν να ηγηθούν της προσπάθειας των ανθρώπων για μία δικαιότερη κοινωνία. Και μία τέτοια προσωπικότητα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλιέντε.



Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Ανακαλύπτοντας τη χαμένη Αυτοκράτειρα


Καθόμουν σε μία καφετέρια στο λιμάνι της Βαλένθια. Προς ευχάριστηση μου, είδα στο μενού να αναγράφεται η λέξη «φραπέ». Προς απογοήτευση μου, έφεραν κατι που εμοιαζε με μιλκσέικ με καφέ. Ήταν λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι. Ένιωθα πως είχα άπλετο χρόνο για να ανακαλύψω ένα «αξιοθέατο», άγνωστο στο ευρύ κοινό, ακόμα και των ίδιων των κατοίκων της όμορφης Βαλένθια.

Ξαφνικά, άκουσα μία ειδοποίηση από την Google στο κινητό μου. «Η τοποθεσία που ενδιαφέρεστε θα κλείσει σε μία ώρα». Σκατά! Με τα πόδια ήτανε μία ώρα μακριά ακριβώς. Πλήρωσα, ξεκίνησα με τα πόδια μήπως βρω ταξί ούτε για δείγμα. Προχώρούσα μέσα στον ήλιο με 40 βαθμούς Κελσίου. Ξαφνικά είδα ένα λεωφορείο. Ήμουν δίπλα στη στάση. Μπαίνω μέσα ρωτάω τον οδηγό, «plaza del Rey?». Μου απαντάει καταφατικά, ετοιμάστηκα να πληρώσω το εισιτήριο, δεν είχα ψιλά, από το αεροδρόμιο ερχόμουν, μου ρίχνει άκυρο διότι δεν μπορούσε να δώσει ρέστα, αναγκαστικά κατεβαίνω. Είχε ήδη περάσει μισή ώρα και ήμουν 27 λεπτά με τα πόδια μακρυά από τον προορισμό μου. Και ξαφνικά είδα ένα ταξί. Μπήκα μέσα, κατάφερα να συννενοηθώ με Ισπαγγλικά και τελικά 10 λεπτά μετά, με απίστευτο μποτιλιάρισμα έφτασα επιτέλους στην εκκλησία San Juan del Hospital. Ένα χριστιανικό ναό του 13ου αιώνα μ.Χ.

Ένας κλασσικός ναός γοτθικού ρυθμού, σκοτεινός και έχοντας μία, ειδικά για εμάς που έχουμε συνηθίσει τις ορθόδοξες εκκλησίες, μυστικιστική αισθητική. Δεν θα κρύψω ότι ένιωσα λίγο σαν ήρωας μυθιστορήματος του Dan Brown, μια και ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στον άγιο του τάγματος του Αγίου Ιωάννη(ίσως και χτισμένος από αυτό), στο οποίο πολλοί Ναϊτες βρήκαν καταφύγιο εκεί, για να σωθούν από την πυρά στην οποία καταδικάστηκαν από τον Γάλλο βασιλιά το 1307. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ενδιαφερόμουν τόσο για τον Ναό ολόκληρο, αλλά για ένα συγκεκριμένο έκθεμα του το οποίο θα βρισκόταν σε κάποια μικρότερη αίθουσα του. Διάφοροι Ισπανοί καθολικοί πιστοί προσεύχονταν τριγύρω και προσπαθούσα ενώ αναζητούσα τον στόχο μου να είμαι τελείως διακριτικός και να μην τους ενοχλήσω. Και τελικά μετά από μία σύντομη αναζήτηση το βρήκα. Ναι ήμουν σίγουρος, η επιγραφή πάνω στο τμήμα ήταν ξεκάθαρη:

Aqui Vace D. Costasa Augusta.”
Emperatriz de Grecia.”

Σε ελεύθερη μετάφραση, «εδώ κείτεται η Αυγούστα Κωνσταντία. Αυτοκράτειρα της Ελλάδας.» Ποια ήταν η Αυτοκράτειρα αυτή; Στις Ελληνικές γραφές αναφέρεται ως «Άννα των Χοενστάουφεν». Ήταν νόθα κόρη του Γερμανού αυτοκράτορα της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», Φρειδερίκου Β’, από όπου πήρε το όνομα «Κωνσταντία» και σύζυγος του Ρωμαίου αυτοκράτορα της «Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας» Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη. Ναι σωστά μαντέψατε ενός Βυζαντινού αυτοκράτορα, όπως θα τον αποκαλούσαμε σήμερα. Γιατί όμως να ενδιαφέρομαι, για τη γυναίκα ενός Βυζαντινού Αυτοκράτορα;

Αυτό έχει να κάνει με το προσωπικό μου χόμπι, τη μελέτη της ιστορίας, στο οποίο μεταξύ άλλων ανακάλυψα τα έργα και τις ημέρες του συγκεκριμένου ηγεμόνα ο οποίος μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι και ο πιο γνωστός ή δημοφιλής, τουλάχιστον όχι στον μέσο γνώστη της Ελληνικής Ιστοριογραφίας. Ποιος ήταν λοιπόν ο Ιωάννης Βατάτζης;

Γεννήθηκε το 1193 μ.Χ., στο Διδυμότειχο, μέλος αριστοκρατικής στρατιωτικής οικογένειας. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ακολούθησε την οικογένεια του μαζί με μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης στη Νίκαια, την πόλη που θα αναλάμβανε να κρατήσει την Αυτοκρατορία της Ρωμανίας ζωντανή. Εκεί καθώς μεγάλωνε, έγινε ευνοούμενος του Αυτοκράτορα Θεόδωρου του Α’, και μια και αυτός δεν είχε αρσενικό διάδοχο, παντρεύτηκε την κόρη του Ειρήνη. Το 1222 παίρνει στην εξουσία την αποκαλούμενη σήμερα, Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το σόι της γυναίκας του συμμάχησε με τον Λατίνο πια, αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και επιτέθηκαν στις κτήσεις της Νίκαιας. Μπρος το συμφέρον ποιος νοιάζεται για οτιδήποτε. Το αποτέλεσμα ήταν να συντριβούν από τις δυνάμεις του Βατάτζη στη μάχη του Ποιμανηνού. Συνέπεια της μάχης ήταν η Αυτοκρατορία της Νίκαιας να καταλάβει όλες τις λατινικές κτήσεις της Μικράς Ασίας, εκτός από τη Νικομήδεια και τη Χαλκηδόνα, τις οποίες κατέλαβε δέκα χρόνια αργότερα.

Τα επόμενα χρόνια ταυτόχρονα με την απελευθέρωση Ρωμαίικων περιοχών από τους Φράγκους και τους Βενετούς, άρχισε να οργανώνει το κράτος του σε σωστές βάσεις. Φρόντισε το βιοτικό επίπεδο των μεσσαίων και χαμηλών στρωμάτων, η γεωργία και κτηνοτροφία αναπτύχθηκαν, όπως και το εμπόριο ειδικά με τους Τούρκους του Σουλτανάτου του Ικονίου. Εφάρμοσε ελαφριά φορολογική πολιτική ιδιαίτερα στα φτωχά στρώματα αλλά ταυτόχρονα υπήρξε πολύ αυστηρός απέναντι σε σπατάλες, ακόμα και απέναντι στον ίδιο του το γιο. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας επί τη εποχής του αγόραζε φθηνα και χρήσιμα προϊόντα για την ανάπτυξη και πουλούσε ακριβά μετάξια με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την φορολογική του πολιτική, να υπάρχει πάντα πλεόνασμα στα οικονομικά του κράτους του. Δείγμα της νοοτροπίας του είναι και το στέμμα που έκανε δώρο στη δεύτερη γυναίκα του, την οποία «συνάντησα», το οποίο το αγόρασε ο ίδιος με χρήματα τα οποία είχε κερδίσει από το προσωπικό του αγρόκτημα, πουλώντας αυγά.

Ταυτόχρονα με την οικονομική άνθηση, συντελείται και πνευματική ανάπτυξη, μια και επί εποχής του απενεχοποιείται πλήρως η μελέτη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, κάτι που είχε αρχίσει δειλά-δειλά αιώνες πριν. Ο ίδιος ο Βατάτζης σε επιστολή του προς τον Πάππα αναφέρει τον εαυτό του και τους υπηκόους του ως «Κληρονόμους της Ελληνο-Ρωμαικής παιδείας».

Από το 1233 μ.Χ. έπειτα από μία επίθεση των Λατίνων την οποία απέκρουσε και αντεπιτέθηκε επιτυχώς, άρχισε να απελευθερώνει, τις περισσότερες φορές χωρίς μάχη μια και τον προσκαλούσαν οι ντόπιοι Ρωμαίικοι πληθυσμοί, τις ευρωπαϊκές κτήσεις που κατέχονταν από Φράγκους και Βούλγαρους αλλά και από τους Ρωμιούς της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων και τη Θεσσαλονίκη. Προσπάθησε να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη ανεπιτυχώς, ενώ δεν κατάφερε να υποστηρίξει αποτελεσματικά την επανάσταση των Κρητικών ενάντια στους Βενετούς.

Η μοναδική του μεμπτή πράξη που αναφέρεται ήταν η εξωσυζυγική του σχέση, στις αρχές του γάμου του με την Κωνσταντία-Άννα, με μία γυναίκα της αυλής της, σχέση την οποία τελείωσε ο ίδιος όταν τα κουτσομπολιά οργίαζαν και όταν η αυτοκράτειρα ενηλικιώθηκε και ίσως αυτό να εξηγεί και την «αμαρτία» του.

Πέθανε το 1254 μ.Χ. σε ηλικία 61 χρονών, μια και η υγεία του χειροτέρευε καθώς μεγάλωνε, λόγω του γεγονότος ότι ήταν επιληπτικός. Άφησε ένα κράτος άρτια οργανωμένο, με ευτυχισμένους κατοίκους, ίσως το πιο πλούσιο της Ευρώπης και ισχυρό στρατιωτικά. Είναι χαρακτηριστικό, όσο και αν μας φαίνεται αφελές σήμερα, ότι αγιοποιήθηκε από τους κατοίκους της Μικράς Ασίας αλλά όχι από την επίσημη Εκκλησία η οποία όμως έδειξε ανοχή στις εκδηλώσεις λατρείας του απλού λαού.

Μετά τη δεύτερη άλωση της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε ο λαϊκός θρύλος του «μαρμαρωμένου Βασιλιά» που θα απελευθέρωνε αργότερα την Πόλη, ο οποίος αναφέρεται στο Βατάτζη. Όσοι αναφέρονται στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως πρωταγωνιστή αυτού του μύθου, δυστυχώς δεν έχουν ενημερωθεί σωστά. Και εδώ που τα λέμε ο ίδιος ο θρύλος είναι λίγο άστοχος, μια και αφενός ο Ιωάννης Βατάτζης πέθανε από 100% φυσικά αίτια, δεν έμεινε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη(το Νυμφαίο της Μ. Ασίας ήταν η επίσημη κατοικία του) και επισης δεν πολέμησε ποτέ με Τούρκους, αντίθετα το κράτος του είχε, αν όχι συμμαχικές, εμπορικές σχέσεις με το Σουλτανάτο του Ρουμ(Ικονίου). Ίσως κάποιες μεμονωμένες μάχες να γίναν με ανεξάρτητους Τούρκους φύλαρχους κατά μήκος των βουνών της Παφλαγονίας.

Όπως γίνεται κατανοητό από τα παραπάνω, ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης υπήρξε ένας σπουδαίος ηγεμόνας ειδικά από τη στιγμή που αναφερόμαστε στη Μεσαιωνική εποχή. Βάσει των προσωπικών μου ιστορικών γνώσεων και ηθικών μου αξιών, θα τολμούσα να τον χαρακτηρίσω και τον σπουδαιότερο ελληνόφωνο ηγεμόνα. Δεν ξεκίνησε ποτέ κανένα πόλεμο, όλες οι κατακτήσεις του ήταν, είτε λόγω επιτυχών αποκρούσεων είτε λόγω πρόσκλησης των ντόπιων πληθυσμών ενώ ο λαός του για τα επίπεδα εκείνης της ιστορικής περιόδου είχε το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο πανευρωπαϊκά ίσως και παγκοσμίως. Είναι ο μοναδικός που δεν αναφέρεται η παραμικρή «μαύρη κηλίδα» στην πορεία του, όπως καταστροφές πόλεων, διώξεις αντιφρονούντων, γενοκτονίες, δολοφονίες και άλλα «όμορφα», σε αντίθεση με άλλες σπουδαίες ιστορικές προσωπικότητες της Ελληνικής Ιστοριογραφίας, που κατείχαν θέσεις εξουσίας. 

Θα αναρωτηθεί κανείς, πως ένας σοσιαλιστής όπως εγώ εκτιμώ τόσο πολύ έναν μονάρχη. Έχω την τάση να κρίνω όλες τις ιστορικές προσωπικότητες βάσει της εποχής που δράσανε. Ακόμα και σε αυτά τα πλαίσια ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης ήταν πολύ μπροστα από την εποχή του.Και τα πρώτα σπέρματα Σοσιαλισμού και άμεσης Δημοκρατίας θα αργούσαν σχεδόν έναν αιώνα από την εποχή που πέθανε ο Βατάτζης. Και αναφέρομαι στην επανάσταση των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης.

Μετά τον θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη, η Άννα-Κωνσταντία παρέμεινε στη Ρωμαίικη αυλή ως θετή μητέρα του γιου του, ο οποίος συνέχισε το έργο του πατέρα του, αλλά δυστυχώς κληρονόμησε και την επιληψία του και πέθανε νεότατος. Ανέλαβε την εξουσία ο 9χρονος γιος του ο οποίος τυφλώθηκε και εκθρονίστηκε από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, τον αυτοκράτορα που πέτυχε την ανακατάληψη της Πόλης. Εκεί αναφέρεται από κάποιες πηγές, ότι ο Μιχαήλ ερωτεύτηκε την ακόμα νεαρή Άννα-Κωνσταντία, η οποία τον απέρριψε και εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη για να βρει την οικογένεια της, στη Νότιο Ιταλία. Δεν παντρεύτηκε ούτε εκεί, λογικά από επιλογή αν κρίνουμε απο την ελκυστική καταγωγή της και μετά πήγε στη Βαλένθια όπου έγινε μοναχή και πέθανε εκεί, πλήρης ημερών.

Κάπως έτσι μια και από σύμπτωση βρέθηκα στη Βαλένθια δεν μπορούσα να μην πάω και να δώσω ένα χαιρετισμό στην πιστή σύζυγο και χήρα του σπουδαιότερου, κατ’ εμέ, Ελληνόφωνου ηγεμόνα, ότι κοντινότερο υπάρχει αυτή τη στιγμή σε αυτόν, μια και ο τάφος του ιδίου έχει χαθεί.



Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Μία φορά και έναν καιρό στην Ανδαλουσία



Carry me caravan, take me away,
take me to Portugal, take me to Spain,
Andalusia with fields full of grain…

Όλα ξεκίνησαν σε μία κλήση Skype που είχα πριν κάποιους μήνες με μία Πολωνή φίλη μου. Σε ένα σημείο της συζήτησης αναφέραμε τα σχέδια, που δεν είχαμε, για τις διακοπές μας το καλοκαίρι. Πραγματικά και οι δύο είχαμε ξεμείνει, καθώς πλησιάζουμε στην ηλικία που οι περισσότεροι φίλοι μας νοικοκυρεύονται και κανονίζουν διακοπές με το ταίρι τους. Εκείνη τη στιγμή έλαμψε στο κεφάλι μου η ιδέα. Να πάμε μαζί Ανδαλουσία.

Η Ανδαλουσία ήταν μαζί με τη Σκωτία, τα δύο μέρη του πλανήτη που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να επισκευθώ προτού πεθάνω. Τη Σκωτία αξιώθηκα να τη γνωρίσω πέρυσι. Όντας άτομο που ξέρει από πρώτο χέρι ότι η ζωή είναι ρόδα και γυρίζει, ήθελα όσο το δυνατόν συντομότερα να εκπληρώσω και το δεύτερο ταξιδιωτικό προωθημένο, τώρα που γνώριζα ότι μπορώ να αναταπεξέλθω οικονομικά σε αυτό.

Την έπεισα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία με μοναδικό αντάλλαγμα να την κάνω παρέα σε μία συναυλία των
Parov Stellar στη Βαρκελώνη. Κάπως έτσι αφού κανονίσαμε τις άδειες μας, τα εισιτήρια του αεροπλάνου και άλλες τυπικές λεπτομέρειες, βρέθηκα στο αεροδρόμιο της Βαλένθια, της πόλης από την οποία θα ξεκινούσαν οι κοινές μας διακοπές, μια και εκεί θα βρισκόταν εκείνες τις μέρες για επαγγελματικούς λόγους.

Θα σκεφτεί κανείς ότι η Βαλένθια δεν είναι πόλη της Ανδαλουσίας και θα έχει δίκιο. Αλλά αυτή η μικρή εκτροπή δεν με χάλασε καθόλου μια και έτσι θα έβρισκα την ευκαιρία για να κάνω ένα «προσκύνημα» που σκεφτόμουν εδώ και καιρό και στο οποίο θα αναφερθώ εκτενέστερα σε μελλοντικό κείμενο μου.

Το επόμενο πρωινό βρισκόμασταν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βαλένθια,
Joaquin Sorolla και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι πήρε το όνομα του από τον παιχταρά της τοπικής ομάδας που έδρασε την προηγούμενη δεκαετία. Άκυρο. Πήραμε το «γρήγορο» το τρένο, ανετότατο και σε τρεις και κάτι ώρες βρεθήκαμε στην Κόρδοβα όπου θα ήταν η βάση του ταξιδιού μας.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο το οποίο ήταν ο ορισμός του Ανδαλουσιανού μοτέλ. Η αρχιτεκτονική και η διαρρύθμιση του χώρου θύμιζαν βίλλα κάποιου παλιού Δον, ο οποίος θα άραζε εκεί πίνοντας σανγκρία και το αίμα των δουλοπάροικων του που θα μοχθούσαν στα χωράφια με ελιές, της ιδιοκτησίας του.

Είχε πολύ ζέστη αλλά καμία σχέση με τους φόβους μας περί 40+ βαθμών Κελσίου, που είχαν δημιουγηθεί από τον καύσωνα που είχε χτυπήσει όλη την Ευρώπη. Εκτός από την Ελλάδα. Ξεκινήσαμε την περιήγηση μας.

Η Κόρδοβα έχει ιστορία σχεδόν 3000 ετών. Η ανάπτυξη της ξεκίνησε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή. Αυτό ήταν και το πρώτο μνημείο που είδαμε, κοντά στο δημαρχείο της, έναν αρχαίο Ρωμαϊκό ναό, συγκεκριμένα κάτι κίονες οι οποίοι βρίσκονταν σε εκπληκτική κατάσταση. Προχωρήσαμε σε μία πλατεία και φάγαμε ψητά λαχανικά συνοδεία ντόπιας μπύρας. Πολύ ωραία ήταν με το ξυδάκι τους ότι έπρεπε για τις υψηλές θερμοκρασίες που υπήρχαν αλλά σαν τα ψητά λαχανικά της μάνας μου δεν ήταν. Χωρίς παρεξήγηση.

Είχε πάει ήδη μεσημέρι. Ώρα για σιέστα μια και ο ήλιος βαρουσε τόσο που δεν ήταν δυνατή οποιαδήποτε περιήγηση. Το βράδυ ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε τη νυχτερινή Κόρδοβα. Φάγαμε τα τάπας μας και αρχίσαμε να κινούμαστε κατά μήκος του ποταμού Γουδαλκιβίρ. Μέχρι όπου φτάσαμε στη Ρωμαϊκή γέφυρα. Στο ένα άκρο της γέφυρας βρισκόταν ένας μεσαιωνικός Ισπανικός πύργος. Κατά μήκος της γέφυρας, υπήρχαν μουσικοί του δρόμου που παίζαν φλαμένκο και στην άλλη άκρη υπήρχε μία αψίδα, άγνωστης σε μένα χρονολογίας. Σε πιο καλή κατάσταση από την αντίστοιχη του Γαλερίου στη Θεσσαλονίκη αλλά πολύ πιο χοντροκομμένη. Και λίγα μέτρα παρακάτω το μεγάλο τζαμί, από τη θέα του οποίου, ξεπρόβαλλε από πίσω το χριστιανικό καμπαναριό. Όλη η ιστορία όχι μόνο της Κόρδοβα, όχι μόνο της Ανδαλουσία αλλά όλης της Ιβηρικής χερσονήσου αποκαλυπτόνταν σε μία απόσταση λίγων μέτρων με μία ματιά. Πόσο όμορφο να συμβαίνει αυτό, πόσο όμορφο να αντιλαμβάνεσαι και να αισθάνεσαι όλους τους πολιτισμούς που έχουν πατήσει πάνω σε λίγα μέτρα γης ανά τους αιώνες.

Το επόμενο πρωί είδαμε τα ίδια ακριβώς μνημεία με το φως του ήλιου και παρ’ ότι η αίσθηση ήταν διαφορετική, δεν έπαυσε να είναι συγκλονιστική. Μπήκαμε μέσα στο Τζαμί, είδαμε τον υπέροχο ανδαλουσιανό κήπο, περπατήσαμε στα στενά της παλιάς πόλης, επισκευθήκαμε το Αλκαζάρ. Παρεπιπτόντως νόμιζα ότι το Αλκαζάρ ήταν ένα και βρισκόταν στη Γρανάδα. Εκεί έμαθα ότι Αλκαζάρ σημαίνει «κάστρο», με άλλα λόγια υπάρχουν πολλά «Αλκαζάρ» σε όλη την Ανδαλουσία. Σε όλη την παλιά πόλη υπήρχαν όμορφα μικρά μυστικά, όπως κρυμμένοι ναοί, αυλές και κήποι βγαλμένα από μία άλλη εποχή, μία άλλη διάσταση. Το βράδυ βρεθήκαμε μάρτυρες ενός τοπικού πανηγυριού με φλαμένκο χορούς. Είδα αυτό το μαγικό χορό να βιώνεται και όχι απλά να χορεύεται από κοριτσάκια 5 χρονών, ενήλικες γυναίκες και ηλικιωμένες κυρίες ανώ των 70. Και κάθε περίπτωση είχε τη γοητεία της. Τα κοριτσάκια για το χαριτωμένο της υπόθεσης, οι ενήλικες για το αισθησιακό και οι ηλικιωμένες για την καλοπροαίρετη ζήλεια και ευχή όταν γεράσω να έχω και εγώ το ίδιο πάθος για τη ζωή.

Την επόμενη μέρα βρεθήκαμε στη Σεβίλλη. Και αν στην Κόρδοβα χαθήκαμε στο γοητευτικό της παρελθόν, στη Σεβίλλη βιώσανε παρελθόν, παρόν και μέλλον μαζί. Πήραμε το τουριστικό λεωφορείο και κατεβήκαμε στη
Playa America, ένα υπέροχο πάρκο με νεοκλασσικά ανδαλουσιανά κτίρια και κήπους με τοπικά λουλούδια και φυτά. Ήπιαμε μία μπύρα εκεί και συνεχίσαμε με το επόμενο τουριστικό λεωφορείο. Παρά την αφόρητη ζέστη, ένιωθα κάπως καλύτερα όταν το όχημα κινούταν και φύσαγε ένας ζεστός, έστω, αέρας. Όταν σταματούσε στα φανάρια, ένιωθα σαν αυγό που τηγανίζεται. Η Σεβίλλη είναι μία σύγχρονη πόλη όπου σε κάθε γωνία της ξεμυτίζει και ένα παρελθοντικό στοιχείο. Όπως και η Θεσσαλονίκη. Και κάποιες φορές και μελλοντικό καθώς αξιώθηκα πρώτη φορά στη ζωή μου να δω πύραυλο, από αυτούς που πάνε στο διάστημα, ως μέρος ενός φουτουριστικου πάρκου που βρίσκεται εκεί. Έπειτα από την περιήγηση μας με το λεωφορείο κατέβηκαμε στο ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου δέσποζε ο επιβλητικός καθεδρικός ναός και το τοπικό Αλκαζάρ. Επιστρέψαμε στο σταθμό, διαπιστώσαμε ότι το επόμενο λεωφορείο για Κόρδοβα ήταν σε 3 ώρες, έτσι γυρίσαμε πίσω στο ιστορικό κέντρο και αράξαμε για φαγητό και μπύρα σε ένα φανταστικό μπαράκι, με υπέροχη διαρρύθμιση, μουσική, έναν συνδυασμό Ιρλανδικής παμπ και Ανδαλουσιανής ταβέρνας, με άψογες γεύσεις, ποικιλίες στις μπύρες και εξυπηρετικότατο προσωπικό. «The Merchants» λέγεται, σας το προτείνω ανεπιφύλακτα αν βρεθείτε ποτέ στη Σεβίλλη.

Την επόμενη μέρα χαλαρώσαμε στην Κόρδοβα εξερευνώντας κάθε στενάκι της. Είναι απίστευτο, αυτή η πόλη όσο και να την περπατήσεις και να βλέπεις ξανά και ξανά τις ομορφιές της, κάθε φορά αισθάνεσαι ότι βλέπεις κάτι καινούριο. Κάτι αντίστοιχο μόνο στη Θεσσαλονίκη το έχω νιώσει και το μόνο κοινό στοιχείο που βρίσκω στις δύο πόλεις, είναι ότι μέσω των μνημείων των διάφορων ιστορικών περιόδων, αισθάνθηκα την πολυπολιτισμικότητα που υπάρχει στο
DNA τους.

Έπειτα επισκευθήκαμε τη Μάλαγα. Η φίλη μου ήθελε να πάει στη φημισμένη παραλία της, εγώ ήθελα να επισκευθώ το λιγότερο φημισμένο Μαυριτανικό κάστρο που βρίσκεται εκεί, το
Alcazaba. Η παραλία ήταν τρισάθλια, βρώμικη και ανοργάνωτη ενώ η θάλασσα ήταν βρώμικη και από ανθρώπινα σκουπίδια αλλά και από φύκια, τίγκα στις πέτρες. Και πιστέψτε με, η φίλη μου είχε χειρότερη άποψη. Σαν τη Χαλκηδική δεν έχει. Το καστρο αντίθετα μας αποζημίωσε, με τη γοητευτική για μένα αρχιτεκτονική του και την υπέροχη θέα που μας παρείχε, στην πόλη της Μάλαγα και στο λιμάνι της.

Και τελικά φθάσαμε στην τελευταία μέρα πριν την επιστροφή μας στη Βαλένθια η οποία θα διαρκούσε 10 ώρες μέσω λεωφορείου, μια και για κάποιο ανεξήγητο λόγο η ιστοσελίδα των τρένων της Ισπανίας έβγαζε σε κάθε δρομολόγιο ότι είχαν απομείνει μόνο δύο θέσεις αναπήρων και το τηλέφωνημα που κάναμε στο νούμερο υποστήριξης δεν βοήθησε ιδιαίτερα. Αποφασίσαμε να αφεθούμε για μία τελευταία φορά στην Κόρδοβα.

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε ο μαραθώνιος της επιστροφής. Εξοπλιστήκαμε με μπόλικα
bocadillos y tortilla και ανακαλύψαμε θέλοντας και μη όλη τη νότιο Ισπανία, την οποία διασχίσαμε. Κακή εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι σε δύο διαφορετικές καφετέριες σε δύο διαφορετικές στάσεις, που ζήτησα ice coffe, μου φέρανε ζεστό. Έλεος.

Συνοψίζοντας, νιώθω ότι το ταξίδι μου στην Ανδαλουσία, δικαίωσε το απωθημένο μου, ειδικά η Κόρδοβα. Χάρηκα που πήγα σε μία περιοχή που ενώ έχει το κοινό στοιχείο με την Ελλάδα να βρίσκεται στα σύνορα Δυτικού-Μουσουλμανικού κόσμου και ενώ, όπως και η Ελλάδα, επηρεάζεται άμεσα και από τους δύο, το αποτέλεσμα είναι τελείως διαφορετικό. Είναι σαν να μαγειρεύεται διαφορετικό φαγητό με τα ίδια υλικά. Και αποδεικνύεται και στις δύο περιπτώσεις, ότι όσα πιο πολλά διαφορετικά στοιχεία περιλαμβάνει ένας πολιτισμός, όσο πιο «μπάσταρδος» είναι, τόσο πιο γοητευτική είναι και η διαδικασία της γνωριμίας με αυτόν.



Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Η αλληλεγγύη στις δύσκολες στιγμές



Έχει περάσει μία βδομάδα από τις πυρκαγιές στην Αττική με τους 91(μέχρι σήμερα) νεκρούς, τους αγνοούμενους, τους τραυματίες και τις καταστροφές των περιουσιών. Δεν είμαι ειδικός στα μέτρα για αντιμετώπιση πυρκαγιών ή γενικά φυσικών(;) καταστροφών αλλά φαντάζομαι ότι για να υπάρχει αυτός ο θλιβερός απολογισμός, σημαίνει πως κάτι δεν πήγε καλά, κάτι ήταν λάθος από πριν και κάτι δεν λειτούργησε σωστά κατά τη διάρκεια της εξέλιξης των πυρκαγιών.

Είναι γεγονός ότι το μόνο ευχάριστο που μπορούμε να κρατήσουμε από όλη αυτή τη φρίκη, είναι η αλληλεγγύη που δείξαν οι πολίτες αυτης της χώρας, ο καθένας με τον τρόπο του, από απλές κοινοποιήσεις στο διαδίκτυο σχετικά με την υποστήριξη στους πληγέντες μέχρι παροχή αίματος, τροφίμων, εθελοντικής εργασίας κ.τ.λ. Ήταν πραγματικά ένα μικρό φως στο τούνελ της τραγωδίας που εκτυλίχθηκε.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Ιστορικά έχει αποδειχτεί πολλές φορές, από τα αρχαία ίσως χρόνια, ότι οι κάτοικοι αυτής της γωνιάς της γης, μπροστά σε οποιαδήποτε τραγωδία ή γενικά δύσκολη στιγμή, εκφράζουν, κατά πλειοψηφία, μία απίστευτα ομαδική και αλτρουϊστική στάση και συμπεριφορά. Ένα χαρακτηριστικό σύγχρονο ιστορικά παράδειγμα, είναι ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος στον οποίο οι κομμουνιστές και εθνικόφρονες Έλληνες πολέμησαν μαζί και μπόρεσαν και συνέντριψαν έναν εχθρό πολυπληθέστερο και αρτιότερα εξοπλισμένο.

Κανονικά δεν θα έπρεπε καν να ήταν είδηση. Μία πραγματικά υγιής κοινωνία, εννοείται, ότι στις δύσκολες στιγμές πρέπει να είναι απόλυτα ενωμένη για να αντιμετωπίσει συνολικά τα προβλήματα που προκύπτουν, πόσο μάλλον όταν αυτά έχουν να κάνουν με ανθρώπινες ζωές. Και εδώ είναι η έκπληξη. Μία κοινωνία τελείως άρρωστη στην καθημερινότητα της πως καταφέρνει στις τραγωδίες να εκπέμπει υγεία; Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πως γίνεται μία κοινωνία η οποία στην καθημερινότητα της φημίζεται για τις δωροδοκίες δημοσίων λειτουργών, για τη διαφθορά στα σώματα ασφαλείας, για τα φακελάκια στους γιατρούς, για τα σκάνδαλα των πολιτικών(και αυτοί μέρος της κοινωνίας είναι) και γενικά για την ηθική κατάπτωση και τη διαφθορά κάθε συλλογικού συναισθήματος, να δημιουργείται αυτό έστω και σε ακραίες καταστάσεις σαν αυτές των πυρκαγιών;

Κάποιοι θα πουν ότι είναι η ψυχή ή το φιλότιμο του Έλληνα. Σε αυτά προσωπικά είμαι δύσπιστος. Μπορεί οι ακραίες αντιδράσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές, να αποτελούν χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας της πολιτιστικής ταυτότητας μας και της περιρρέουσας παιδείας μας αλλά εμένα δεν μου φαίνεται αρκετό για να δούμε τα κύματα αλληλεγγύης που είδαμε την προηγούμενη βδομάδα.

Για μένα πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι τελικά στην κοινωνία την ελληνική, υπάρχει μία πλειοψηφία η οποία, για να το πω λαϊκά, δεν είναι και τόσο κακά παιδιά. Απλά σε μία κοινωνική-πολιτική δομή όπως αυτή που υπάρχει στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, δεν έχει τη δυνατότητα να λάμψει όπως της αρμόζει. Αντίθετα στις δύσκολες καταστάσεις, βρίσκεται το πρόσφορο έδαφος για να γίνει φανερή και να διαπρέψει.

Ίσως μερικές φορές να παρασύρεται κιόλας, λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης και να εκτρέπεται σε πολύ μικρό βαθμό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το κάνει και χωρίς την παραμικρή ενοχή, έστω και αν η προβολή της διαφθοράς και η ψυχολογική αυτοάμυνα, ενεργοποιούν τον μηχανισμό του «ώχ αδερφέ».

Το συμπέρασμα μου είναι ότι υπάρχει ένα σεβαστό κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας που παραμένει υγειές παρά τις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζει. Το μεγαλό το στοίχημα για όλους μας είναι αυτό το υγιές κομμάτι να ισχυροποιηθεί, να προβληθεί και τελικά να υπερισχύσει της επικρατούσας σαπίλας, η οποία παρεπιπτόντως δύσκολα θα εκμηδενιστεί ποτέ. Το οφείλει στον ίδιο του τον εαυτό, στην ίδια του την αξιοπρέπεια, δεν του αξίζει απλά να μοιρολογεί για την «ατυχία» του να είναι υγιές και να μην έχει αλλοτροιωθεί.

Σκέψεις για το μετά, των τραγικών στιγμών που ζήσαμε. Γιατί η ευχή και η κατάρα, της ζωής, είναι ότι συνεχίζεται.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Η γοητεία της απαντοχής



Υπάρχουν μερικές στιγμές, που ενώ διαβάζω κάτι, κάπου στη ροή του γραπτού λόγου βρίσκεται μία λέξη η οποία κεντρίζει το ενδιαφέρον μου. Τελείως ανεξάρτητα από την υπόλοιπη πρόταση, σαν η έκφραση και η υπόσταση της να ξεπετάγονται από την επιφάνεια των σελίδων ή ακόμα και της οθόνης.

Ειδικά όταν αυτό συμβαίνει στη μητρική μου γλώσσα, την Ελληνική, η οποία ούτως ή άλλως δικαίως φημίζεται για τον πλούτο της και την ακρίβεια της στην λεκτική αναπαράσταση συναισθημάτων και εννοιών, τότε δεν μπορώ να κρύψω πως η αίσθηση που νιώθω θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και «ψυχεδελική».

Σαν ένα εκκωφαντικό «εύρηκα» να ακούγεται μέσα στο μυαλό, και να ενεργοποιεί πληθώρα εγκεφαλικών κυττάρων, με ότι συναισθήματα μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Η λέξη η οποία έχει καταφέρει όλα τα παραπάνω σε μένα, είναι η λέξη «απαντοχή». Και μάλιστα την ανακάλυψα αυτή τη λέξη, πολλά χρόνια πριν, όταν την βρήκα στην αγγλική εκδοχή της (perseverance) και ενώ προσπαθούσα να μεταφράσω τους στιχούς ενός τραγουδιου, ενός πολυαγαπημένου μου συγκροτήματος.

Πιστεύω, ότι η λέξη «απαντοχή» είναι αποτέλεσμα του συγκερασμού του προθέματος «από-» και «αντοχή».  Λέω «πιστεύω», διότι με την Ελληνική γλώσσα ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρους, είναι τέτοιο το υπόβαθρο της, που πάντα κρύβονται εκπλήξεις και επίσης δεν έχω σπουδάσει γλωσσολογία.

Η σημασία της λέξης σε πιο καθημερινά ελληνικά είναι η προσδοκία, η αναμονή για λύτρωση, για διαφυγή από κάτι δυσάρεστο, ακόμα και η ελπίδα. Και εδώ βρίσκεται η μαγεία αυτής της λέξης. Ότι σημαίνει όλα αυτά μαζί αλλά κανένα από αυτά τελείως μόνο του. Ένα σύνολο από έννοιες γνωστές, που όμως βγάζει ένα καινούριο νόημα το οποίο καμία από αυτές τις έννοιες δεν μπορεί να εκφράσει απόλυτα.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από την ετυμολογία της βλέπουμε ότι ο κορμός αυτής-καθεαυτής της λέξης είναι η λέξη «αντοχή». Η δυνατότητα να κρατάμε γερά απέναντι σε κάθε δυσκολία της ζωής, να μην τα παρατάμε, ακόμα και να χάνουμε αλλά να μην εγκαταλείπουμε. Είναι η λέξη η οποία συμβολίζει τις δυνάμεις που έχουμε μέσα μας και δεν τις χρησιμοποιούμε για να επιτεθούμε σε οποιοδήποτε άλλον αλλά για να, αντίθετα, αντέξουμε τις επιθέσεις του.

Παρ’ όλα αυτά προστίθεται σε αυτή και το πρόθεμα «από-». Και καπου εδώ είναι ευκόλως εννοούμενο ότι η «απαντοχή» είναι κάτι παραπάνω από την απλή φυσική μας άμυνα στις αναποδιές και στα προβλήματα. Είναι αυτό που έρχεται αμέσως μετά την απόδειξη της ύπαρξης επαρκούς αντοχής μέσα μας. Εϊναι η αντεπίθεση μας στη ζωή, για τη ζωή μας.

Και εκεί είναι που έρχεται η ελπίδα ή η προσδοκία, οι σημασίες που δίνουν τα σύγχρονα λεξικά στην λέξη "απαντοχή». Αλλά αυτές όπως αντιλαμβανόμαστε την αδικούν διότι είναι λέξεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν έννοιες που σε μεγάλο βαθμό έχουν μελλοντολογικό χαρακτήρα. Είναι φανερό όμως πως η απαντοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο, κάτι πολύ πιο σύνθετο και ταυτόχρονα όμως ομοιογενές καθώς ένα από τα προαναφερόμενα στοιχεία να λείπει, τότε χάνει την ίδια της τη φύση και την ουσία.

Η απαντοχή ξεκινάει από το παρελθόν ακόμα. Περιλαμβάνει όλες τις δυσάρεστες καταστάσεις που υποστήκαμε και όμως αντέξαμε, είμαστε ακόμα εδώ ζωντανοί, με τη φαιά ουσία μας αναλλοίωτη. Και αφού έχουμε επιβιώσει και έχουμε την κατάλληλη αυτοπεποίθηση μια και πλέον γνωρίζουμε και έχουμε δοκιμάσει το ελάχιστο των δυνάμεων και των δυνατοτήτων μας τότε θα είμαστε έτοιμοι να κοιτάξουμε το μέλλον. Όχι με μία ανεδαφική ελπίδα αλλά με μία στέρεη βάση, η οποία είναι το παρελθόν μας και το οποίο ευτυχώς ή δυστυχώς μένει αναλλοίωτο, δεν μπορεί να αλλάξει.

Η απαντοχή βρίσκεται στο μεταίχμιο του παρελθόντος και του μέλλοντος. Είναι το παρόν. Η απαντοχή είναι η υγιής νοοτροπία που οφείλουμε να έχουμε στη ζωή μας για να μην μας καταβάλλουν οι δυσκολίες για να προχωρήσουμε και να εξελίξουμε τον εαυτό μας και την προσωπικότητα μας.

Υ.Γ.1. Η φωτογραφία είναι παρμένη από το εξώφυλλο του δίσκου των Death "The sound of perseverance" (Ο ήχος της απαντοχής) μία δημιουργία του Travis Smith.

Υ.Γ.2.Η παρακάτω σκηνή πιστεύω είναι μία αλληγορία του τι συμβαίνει όταν συναντιούνται ένας τύπος χωρίς και ένας με απαντοχή. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω στο Blogger την αγγλόφωνη και αυθεντική εκδοχή της αλλά όποιος ενδιαφέρεται μπορεί ευκολα να το βρει πατώντας το εικονίδιο youtube στο κάτω μέρος της οθόνης και έπειτα τσεκάρωντας τα προτεινόμενα βίντεο.



Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Η αδικημένη Θεσσαλονίκη



Τις προάλλες, καθώς ανεβοκατέβαινα στην αρχική μου σελίδα, έπεσα σε μία είδηση, σχέτικα με ένα βίντεο του Ε.Ο.Τ. διάρκειας τρεισίμιση λεπτών, το οποίο βραβεύτηκε σε κάποια διεθνή φεστιβάλ τουριστικών ταινιών.

Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο που δείχνει όλες τις ομορφιές της Ελλάδας, φυσικές και ανθρώπινες-τεχνητές περιέχοντας στιγμιότυπα από τα Μετέωρα, από το Αιγαίο, από την Κρήτη, την Ήπειρο και κλείνει όπως θα έπρεπε, με μία εικόνα της φωτισμένης Ακρόπολης. Βέβαια με τη λήξη του βίντεο διαπίστωσα ότι κάτι έλειπε. Ίσως να λείπαν και άλλα, εμένα το μυαλό μου έμεινε σε αυτό. Δεν υπήρχε ούτε ένα πλάνο, ενός δέκατου του δευτερολέπτου από τη Θεσσαλονίκη.

Στην αρχή φοβήθηκα μήπως με έπιασε και εμένα αυτό το κόμπλεξ κατωτερότητας το οποίο υπάρχει σε κάποιους συντοπίτες μου. Είναι και αυτή η μαλακία που ζω σχεδόν καθημερινά εδώ στην Ολλανδία, το να γνωρίζω ανθρώπους, να με ρωτάνε από ποιο μέρος της Ελλάδας κατάγομαι και αφού τους δίνω την απάντηση, οι περισσότεροι από αυτούς να αναρωτιούνται τι ακριβώς τους είπα.

Και κάπως έτσι θυμήθηκα και αποφάσισα να βάλω σε μία τάξη κάποιες σκέψεις ή απορίες που έχω σχετικά με την πόλη μου εδώ και αρκετό καιρό. Πως είναι δυνατόν μία πόλη με πάνω από 23 αιώνες συνεχόμενης αστικής κατοίκησης και με δείγματα αυτής ακόμα και σήμερα σε όλο το ιστορικό κέντρο της, μία πόλη που κάποια εποχή ήταν τουλάχιστον μέσα στις 20 μεγαλύτερες του κόσμου, μία πόλη από την οποία ξεκίνησε η ανάπτυξη μίας από τις πιο χρησιμοποιημένες γραμματικές του κόσμου, η σλαβική, μία πόλη που κατά πολλούς ιστορικούς αποτέλεσε μία από της μήτρες της Αναγέννησης στην Ευρώπη, με την αντίστοιχη δικιά της Παλαιολόγεια, μία πόλη στην οποία υπήρξε μία από τις πρώτες άμεσες Δημοκρατίες παγκοσμίως, πως γίνεται αυτή η πόλη να είναι σχετικά άγνωστη και αρκετά ασήμαντη στο διεθνές στερέωμα;

Κατ’ αρχάς να το ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμιά Αθηναϊκή συνομωσία. Η μόνη Αθηναϊκή συνομωσία είναι το πολύ μικρό πιτόγυρο(ή σουβλάκι) αλλά σε αυτό αντιστεκομάστε ακόμα σθεναρά. Έστω και αν κάποιοι ελάχιστοι Αθηναίοι ή Νοτιο-ελλαδίτες διακατέχονται από ένα κόμπλεξ ανωτερότητας ίσο και αντίστροφο με το προαναφερόμενο κάποιων δικών μας, εγώ προσωπικά έχω την τύχη και τη χαρά όσους έχω γνωρίσει να είναι πιο συμπαθητικοί από την πλειοψηφία των Σαλονικιών. Κωλοφαρδία, στατιστικές, πείτε το όπως θέλετε.

Η αλήθεια είναι όμως ότι ένα κράτος όπως το ελληνικό που πριν καν δημιουργηθεί είχε άπειρες παθογένειες, είναι φυσιολογικό να έχει και την παθογένεια της συγκέντρωσης του πληθυσμού σε ένα μόνο αστικό κέντρο. Είναι παθογένεια διότι αναμενόμενα δημιουργεί ανισότητες σε συνθήκες διαβίωσης καθώς λογικά η πλειοψηφία των παροχών του κράτους σε υποδομές, πηγαίνει στο κέντρο αυτό. Και επειδή το Ελληνικό κράτος είναι παραδοσιακά των άκρων, οι αντίστοιχες παροχές ξεπερνάνε και τις πληθυσμιακές αναλογίες.

Κάπως έτσι η υπόλοιπη Ελλάδα, με εξαίρεση την Κρήτη και κάποια νησιά του Αιγαίου για ευνόητους λόγους, μπαίνουν σε μία δεύτερη μοίρα. Μαζί τους και η Θεσσαλονίκη. Και επειδή η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, η περιθωριοποίηση φαίνεται πιο έντονη. Άρα ναι η Θεσσαλονίκη είναι αδικημένη, αν σκεφτούμε την ιστορία της και τον τωρινό πληθυσμό της.

Αλλά οι Θεσσαλονικείς είναι αδικημένοι; ή αυτός ο χαρακτηρισμός αρμόζει μόνο στην πόλη τους σαν έννοια; Πως συμπεριφέρονται οι ίδιοι οι Θεσσαλονικείς στον τόπο τους; Πως προσπαθούν να τον αναδείξουν; Προσπαθούν καθόλου ή βολεύονται απλά έστω με την υποσυνείδητη ιδέα ότι η «κακιά Αθήνα» φταίει για όλα;

Ας αναλογιστούμε την Θεσσαλονίκη από το 1912 και έπειτα. Από τη στιγμή που έγινε μέρος του Ελληνικού κράτους. Από τότε και έπειτα γίνεται μία, συνειδητή ή υποσυνείδητη, προσπάθεια η πόλη να απεμπολήσει τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της, το όποιο συνιστά ένα κακούργημα απέναντι στο ίδιο το DNA της. Μπορεί ο ερχομός των προσφύγων το 1922 να έσωσε κάπως την κατάσταση, αλλά αν αναλογιστούμε το πως τους υποδέχτηκαν οι ντόπιοι Έλληνες, δίνοντας τους κάτι οικόπεδα πάνω στα κατσάβραχα της ακρόπολης και στους βάλτους δυτικά της πόλης, τότε μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν και πολύ καλοδεχούμενοι. Χώρια ότι τους αποκαλούσαν "Τουρκόσπορους".

Έπειτα κάποιοι ντόπιοι Θεσσαλονικείς ήταν αυτοί που συνεργάζονταν με τους Ναζί για την εκμετάλλευση και καταπάτηση των Εβραϊκών σπιτιών που είχαν ερημώσει κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ας θυμηθούμε επίσης τη λειτουργία του παρακράτους που υπήρχε στη Θεσσαλονίκη μεταπολεμικά, που οδήγησε στη δολοφονία του Τζορτζ Πωλκ, του Λαμπράκη και στην εκτέλεση του Παγκρατίδη. Θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με το οικονομικό και πολιτιστικό κύρος μίας πόλης. Η σαπίλα είναι άκρως μεταδοτική.

Θα είχαν κάποιο δίκιο οι Θεσσαλονικείς να γκρινιάζουν αν δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν. Ποιοι έχουν εκπροσωπήσει τη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια; Να αναφερθούμε στον Ψωμιάδη; Να αναφερθούμε στον Παπαγεωργόπουλο, με τα ομολογουμένως πολύ καλά φιλοδωρήματα του(προσωπική εμπειρία) αν και δεν ήταν δικά του τα λεφτά όπως αποδείχτηκε; ή μήπως στον Μπουτάρη που πρόσφατα είχε τη φαεινή ιδέα να απαγορεύσει(και ευτυχώς δεν εφαρμόσθηκε) τους μουσικούς του δρόμου στην πόλη; Να αναφερθούμε στον Ευάγγελο Βενιζέλο; Στον Κώστα Καραμανλή; Ακόμα και στον γέρο τον «εθνάρχη»; Πως όλοι αυτοί οι Θεσσαλονικείς(λίγο ή πολύ) βοήθησαν και στήριξαν την πόλη τους; Πέρα απο διάφορες ψηφοθηρικές κινήσεις τίποτα περισσότερο. Με μεγαλύτερη από αυτές την αντιπαροχή που βίασε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Πουλήσαμε οι Σαλονικείς την ομορφιά της πόλης μας για μπετόν αρμέ. Εν μέρει κατανοητό λόγω της φτώχειας που υπήρχε, αλλά μην γκρινιάζουμε τώρα που η πόλη δεν έχει σημαντικό τουρισμό.

Πως οι σύγχρονοι Θεσσαλονικείς στηρίζουν την πόλη τους όταν η πλειοψηφία αυτών που πάνε στην «ξελογιάστρα» Αθήνα μετά ξεχνάνε ολοκληρωτικά τον τόπο καταγωγής τους; Πως επιτρέπουν την ανθρωπιστική κατάπτωση της πόλης, επιτρέποντας σε άτομα σαν τον Άνθιμο να έχουν δημόσιο λόγο; Πως ένα μέρος των κατοίκων της πόλης, τιμούν την πολυπολιτισμικότητα της και τις δηλωμένες αναρχικές τους απόψεις, αποκαλώντας ειρωνικά «φιλοξενούμενους» ένα άλλο μεγάλο μέρος του πληθυσμού της; Πως περιμένουμε να πάμε μπροστά σαν πόλη όταν υπάρχουν τόσοι υπερσυντηρητικοί και υπερεθνικιστικοί σύλλογοι οι οποίοι το μόνο που δεν κάνουν είναι να διατηρούν τα υγιή πολιτιστικά στοιχεία των προηγούμενων γενιών; 

Πως θα μείνουν οι νέοι επιστήμονες στη Θεσσαλονίκη όταν οι ντόπιοι επιχειρηματίες τους πίνουν σχεδόν κυριολεκτικά το αίμα; Πόσοι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν έστω και κάτι για την ιστορία της πόλης τους, έτσι ώστε να μπορούν να την προβάλλουν σε συζητήσεις έτσι ωστέ να μην έχουμε φαινόμενα σαν αυτό το βίντεο στην πρώτη παράγραφο; Πόσοι έχουν πάει στο μαγευτικό μουσείο μουσείο του Λευκού Πύργου για να γνωρίσουν έστω και περιληπτικά την σπουδαία ιστορία της πόλης, να μπορέσουν να αντιληφθούν που ζούνε, για να μπορέσουν και να την προβάλλουν μετά;

Η λίστα με τις κακοποιητικές πράξεις των Θεσσαλονικιών απέναντι στην ίδια τους την πόλη δεν τελειώνει ποτέ. Φυσικά σε όλα τα παραπάνω υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις. Και είναι σημαντική μειοψηφία. Αλλά είναι διαχρονικά μειοψηφία. Ένα τραγούδι από τις Τρύπες, τη γνωστή Σαλονικιά Ροκ μπάντα, λέει «γρια πουτάνα ξυρίζει τα πόδια της». Ε η μειοψηφία αυτή είναι που διατηρεί τη γοητεία που μπορεί να έχει μία ηλικιωμένη πόρνη. Σύμβολο μίας χαμένης ομορφιάς. Αλλά πρέπει και η πλειοψηφία να συνδράμει σε αυτό. Έτσι ώστε αυτή η «γριά πουτάνα» να αναγεννηθεί κάποια στιγμή, βασιζόμενη στα υγιή χαρακτηριστικά που έχει την τύχη να έχει κληρονομήσει και δυστυχώς τώρα δεν δίνει δεκάρα για αυτά.

Η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να είχε περισσότερα από ότι έχει τώρα. Μπορεί επίσης στο μέλλον να έχει περισσότερα. Για να γίνει όμως αυτό, το θέμα είναι στο παρόν τι γίνεται. Εκεί περιμένουμε το μετρό...