Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Η αδικημένη Θεσσαλονίκη



Τις προάλλες, καθώς ανεβοκατέβαινα στην αρχική μου σελίδα, έπεσα σε μία είδηση, σχέτικα με ένα βίντεο του Ε.Ο.Τ. διάρκειας τρεισίμιση λεπτών, το οποίο βραβεύτηκε σε κάποια διεθνή φεστιβάλ τουριστικών ταινιών.

Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο που δείχνει όλες τις ομορφιές της Ελλάδας, φυσικές και ανθρώπινες-τεχνητές περιέχοντας στιγμιότυπα από τα Μετέωρα, από το Αιγαίο, από την Κρήτη, την Ήπειρο και κλείνει όπως θα έπρεπε, με μία εικόνα της φωτισμένης Ακρόπολης. Βέβαια με τη λήξη του βίντεο διαπίστωσα ότι κάτι έλειπε. Ίσως να λείπαν και άλλα, εμένα το μυαλό μου έμεινε σε αυτό. Δεν υπήρχε ούτε ένα πλάνο, ενός δέκατου του δευτερολέπτου από τη Θεσσαλονίκη.

Στην αρχή φοβήθηκα μήπως με έπιασε και εμένα αυτό το κόμπλεξ κατωτερότητας το οποίο υπάρχει σε κάποιους συντοπίτες μου. Είναι και αυτή η μαλακία που ζω σχεδόν καθημερινά εδώ στην Ολλανδία, το να γνωρίζω ανθρώπους, να με ρωτάνε από ποιο μέρος της Ελλάδας κατάγομαι και αφού τους δίνω την απάντηση, οι περισσότεροι από αυτούς να αναρωτιούνται τι ακριβώς τους είπα.

Και κάπως έτσι θυμήθηκα και αποφάσισα να βάλω σε μία τάξη κάποιες σκέψεις ή απορίες που έχω σχετικά με την πόλη μου εδώ και αρκετό καιρό. Πως είναι δυνατόν μία πόλη με πάνω από 23 αιώνες συνεχόμενης αστικής κατοίκησης και με δείγματα αυτής ακόμα και σήμερα σε όλο το ιστορικό κέντρο της, μία πόλη που κάποια εποχή ήταν τουλάχιστον μέσα στις 20 μεγαλύτερες του κόσμου, μία πόλη από την οποία ξεκίνησε η ανάπτυξη μίας από τις πιο χρησιμοποιημένες γραμματικές του κόσμου, η σλαβική, μία πόλη που κατά πολλούς ιστορικούς αποτέλεσε μία από της μήτρες της Αναγέννησης στην Ευρώπη, με την αντίστοιχη δικιά της Παλαιολόγεια, μία πόλη στην οποία υπήρξε μία από τις πρώτες άμεσες Δημοκρατίες παγκοσμίως, πως γίνεται αυτή η πόλη να είναι σχετικά άγνωστη και αρκετά ασήμαντη στο διεθνές στερέωμα;

Κατ’ αρχάς να το ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμιά Αθηναϊκή συνομωσία. Η μόνη Αθηναϊκή συνομωσία είναι το πολύ μικρό πιτόγυρο(ή σουβλάκι) αλλά σε αυτό αντιστεκομάστε ακόμα σθεναρά. Έστω και αν κάποιοι ελάχιστοι Αθηναίοι ή Νοτιο-ελλαδίτες διακατέχονται από ένα κόμπλεξ ανωτερότητας ίσο και αντίστροφο με το προαναφερόμενο κάποιων δικών μας, εγώ προσωπικά έχω την τύχη και τη χαρά όσους έχω γνωρίσει να είναι πιο συμπαθητικοί από την πλειοψηφία των Σαλονικιών. Κωλοφαρδία, στατιστικές, πείτε το όπως θέλετε.

Η αλήθεια είναι όμως ότι ένα κράτος όπως το ελληνικό που πριν καν δημιουργηθεί είχε άπειρες παθογένειες, είναι φυσιολογικό να έχει και την παθογένεια της συγκέντρωσης του πληθυσμού σε ένα μόνο αστικό κέντρο. Είναι παθογένεια διότι αναμενόμενα δημιουργεί ανισότητες σε συνθήκες διαβίωσης καθώς λογικά η πλειοψηφία των παροχών του κράτους σε υποδομές, πηγαίνει στο κέντρο αυτό. Και επειδή το Ελληνικό κράτος είναι παραδοσιακά των άκρων, οι αντίστοιχες παροχές ξεπερνάνε και τις πληθυσμιακές αναλογίες.

Κάπως έτσι η υπόλοιπη Ελλάδα, με εξαίρεση την Κρήτη και κάποια νησιά του Αιγαίου για ευνόητους λόγους, μπαίνουν σε μία δεύτερη μοίρα. Μαζί τους και η Θεσσαλονίκη. Και επειδή η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, η περιθωριοποίηση φαίνεται πιο έντονη. Άρα ναι η Θεσσαλονίκη είναι αδικημένη, αν σκεφτούμε την ιστορία της και τον τωρινό πληθυσμό της.

Αλλά οι Θεσσαλονικείς είναι αδικημένοι; ή αυτός ο χαρακτηρισμός αρμόζει μόνο στην πόλη τους σαν έννοια; Πως συμπεριφέρονται οι ίδιοι οι Θεσσαλονικείς στον τόπο τους; Πως προσπαθούν να τον αναδείξουν; Προσπαθούν καθόλου ή βολεύονται απλά έστω με την υποσυνείδητη ιδέα ότι η «κακιά Αθήνα» φταίει για όλα;

Ας αναλογιστούμε την Θεσσαλονίκη από το 1912 και έπειτα. Από τη στιγμή που έγινε μέρος του Ελληνικού κράτους. Από τότε και έπειτα γίνεται μία, συνειδητή ή υποσυνείδητη, προσπάθεια η πόλη να απεμπολήσει τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της, το όποιο συνιστά ένα κακούργημα απέναντι στο ίδιο το DNA της. Μπορεί ο ερχομός των προσφύγων το 1922 να έσωσε κάπως την κατάσταση, αλλά αν αναλογιστούμε το πως τους υποδέχτηκαν οι ντόπιοι Έλληνες, δίνοντας τους κάτι οικόπεδα πάνω στα κατσάβραχα της ακρόπολης και στους βάλτους δυτικά της πόλης, τότε μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν και πολύ καλοδεχούμενοι. Χώρια ότι τους αποκαλούσαν "Τουρκόσπορους".

Έπειτα κάποιοι ντόπιοι Θεσσαλονικείς ήταν αυτοί που συνεργάζονταν με τους Ναζί για την εκμετάλλευση και καταπάτηση των Εβραϊκών σπιτιών που είχαν ερημώσει κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ας θυμηθούμε επίσης τη λειτουργία του παρακράτους που υπήρχε στη Θεσσαλονίκη μεταπολεμικά, που οδήγησε στη δολοφονία του Τζορτζ Πωλκ, του Λαμπράκη και στην εκτέλεση του Παγκρατίδη. Θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με το οικονομικό και πολιτιστικό κύρος μίας πόλης. Η σαπίλα είναι άκρως μεταδοτική.

Θα είχαν κάποιο δίκιο οι Θεσσαλονικείς να γκρινιάζουν αν δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν. Ποιοι έχουν εκπροσωπήσει τη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια; Να αναφερθούμε στον Ψωμιάδη; Να αναφερθούμε στον Παπαγεωργόπουλο, με τα ομολογουμένως πολύ καλά φιλοδωρήματα του(προσωπική εμπειρία) αν και δεν ήταν δικά του τα λεφτά όπως αποδείχτηκε; ή μήπως στον Μπουτάρη που πρόσφατα είχε τη φαεινή ιδέα να απαγορεύσει(και ευτυχώς δεν εφαρμόσθηκε) τους μουσικούς του δρόμου στην πόλη; Να αναφερθούμε στον Ευάγγελο Βενιζέλο; Στον Κώστα Καραμανλή; Ακόμα και στον γέρο τον «εθνάρχη»; Πως όλοι αυτοί οι Θεσσαλονικείς(λίγο ή πολύ) βοήθησαν και στήριξαν την πόλη τους; Πέρα απο διάφορες ψηφοθηρικές κινήσεις τίποτα περισσότερο. Με μεγαλύτερη από αυτές την αντιπαροχή που βίασε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Πουλήσαμε οι Σαλονικείς την ομορφιά της πόλης μας για μπετόν αρμέ. Εν μέρει κατανοητό λόγω της φτώχειας που υπήρχε, αλλά μην γκρινιάζουμε τώρα που η πόλη δεν έχει σημαντικό τουρισμό.

Πως οι σύγχρονοι Θεσσαλονικείς στηρίζουν την πόλη τους όταν η πλειοψηφία αυτών που πάνε στην «ξελογιάστρα» Αθήνα μετά ξεχνάνε ολοκληρωτικά τον τόπο καταγωγής τους; Πως επιτρέπουν την ανθρωπιστική κατάπτωση της πόλης, επιτρέποντας σε άτομα σαν τον Άνθιμο να έχουν δημόσιο λόγο; Πως ένα μέρος των κατοίκων της πόλης, τιμούν την πολυπολιτισμικότητα της και τις δηλωμένες αναρχικές τους απόψεις, αποκαλώντας ειρωνικά «φιλοξενούμενους» ένα άλλο μεγάλο μέρος του πληθυσμού της; Πως περιμένουμε να πάμε μπροστά σαν πόλη όταν υπάρχουν τόσοι υπερσυντηρητικοί και υπερεθνικιστικοί σύλλογοι οι οποίοι το μόνο που δεν κάνουν είναι να διατηρούν τα υγιή πολιτιστικά στοιχεία των προηγούμενων γενιών; 

Πως θα μείνουν οι νέοι επιστήμονες στη Θεσσαλονίκη όταν οι ντόπιοι επιχειρηματίες τους πίνουν σχεδόν κυριολεκτικά το αίμα; Πόσοι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν έστω και κάτι για την ιστορία της πόλης τους, έτσι ώστε να μπορούν να την προβάλλουν σε συζητήσεις έτσι ωστέ να μην έχουμε φαινόμενα σαν αυτό το βίντεο στην πρώτη παράγραφο; Πόσοι έχουν πάει στο μαγευτικό μουσείο μουσείο του Λευκού Πύργου για να γνωρίσουν έστω και περιληπτικά την σπουδαία ιστορία της πόλης, να μπορέσουν να αντιληφθούν που ζούνε, για να μπορέσουν και να την προβάλλουν μετά;

Η λίστα με τις κακοποιητικές πράξεις των Θεσσαλονικιών απέναντι στην ίδια τους την πόλη δεν τελειώνει ποτέ. Φυσικά σε όλα τα παραπάνω υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις. Και είναι σημαντική μειοψηφία. Αλλά είναι διαχρονικά μειοψηφία. Ένα τραγούδι από τις Τρύπες, τη γνωστή Σαλονικιά Ροκ μπάντα, λέει «γρια πουτάνα ξυρίζει τα πόδια της». Ε η μειοψηφία αυτή είναι που διατηρεί τη γοητεία που μπορεί να έχει μία ηλικιωμένη πόρνη. Σύμβολο μίας χαμένης ομορφιάς. Αλλά πρέπει και η πλειοψηφία να συνδράμει σε αυτό. Έτσι ώστε αυτή η «γριά πουτάνα» να αναγεννηθεί κάποια στιγμή, βασιζόμενη στα υγιή χαρακτηριστικά που έχει την τύχη να έχει κληρονομήσει και δυστυχώς τώρα δεν δίνει δεκάρα για αυτά.

Η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να είχε περισσότερα από ότι έχει τώρα. Μπορεί επίσης στο μέλλον να έχει περισσότερα. Για να γίνει όμως αυτό, το θέμα είναι στο παρόν τι γίνεται. Εκεί περιμένουμε το μετρό...



Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Μέρα παράξενη, θαυμάσια μέρα



Το ξυπνητήρι δείχνει 04:30 το πρωί. Είναι Κυριακή. Σηκώνομαι με τη τσίμπλα στο μάτι. Έχω καταφέρει να κοιμηθώ ελάχιστα. Τρώω κάτι ντόνατς που είχαν ξεμείνει, πίνω καφέ, βγαίνω από το σπίτι, παίρνω το ποδήλατο και ξεκινάω ορθοπεταλιά για τη δουλειά. Οι μύες των ποδιών μου λόγω της αϋπνίας είναι σε οικτρή κατάσταση και μου βγαίνει η πίστη σε αυτό το μισάωρο που χρειάζεται για να φτάσω στο εργοστάσιο.

Χρειάστηκε να κάτσω λίγο παραπάνω στη δουλειά και τελικά φεύγω και ξεκινάω το πετάλι για την επιστροφή στο σπίτι. Είμαι κάπως εξουθενωμένος μια και εκτός της αϋπνίας η βάρδια τελικά αποδείχτηκε ζόρικη. Φτάνω σπίτι πίνω μία μπύρα στα γρήγορα και σωριάζομαι στο κρεβάτι. Το πλάνο μου ήταν να κοιμηθώ κανά 2-3  ώρες και μετά να πάω για μπύρες. Τελικά ξύπνησα στις 11 το βράδυ. Πλένω το πρόσωπο μου, ντύνομαι και ξεκινάω για το κέντρο της πόλης.

Τρώω δύο μπέργκερ στα ΜακΝτόναλντς και αράζω στο στέκι μου ένα μπαρ που το κτίριο που φιλοξενείται χρονολογείται από το 1684. Λίγο μετά πετυχαίνω έναν γνωστό Ιρλανδό συνάδελφο μου. Πολύ γερό ποτήρι. Έρχονται και κάθονται μαζί μας άλλοι δύο Ιρλανδοί, συνάδελφοι και αυτοί. Μιλάμε για τα πάντα και πίνουμε τα πάντα. Διότι μόνο ως «τα πάντα» μπορώ να χαρακτηρίσω τα υποβρύχια που κερνούσαν αυτοί οι, εκ φύσεως και εκ γενετής, μπεκροκανάτες.

Σε μία συζήτηση που είχα με έναν από αυτούς που τον είχα συμπαθήσει, διότι αφενός φαινόταν ότι είχαμε κοινό τρόπο ζωής, αφετέρου είχε επισκευθεί τη Θεσσαλονίκη και μου είχε πει τα καλύτερα, μου ανέφερε ένα περιστατικό που είχε συμβεί όταν έκανε διακοπές στην Τενερίφη. Καθόταν με την παρέα του και κάποια στιγμή τους πλησίασαν κάτι Άγγλοι. Αυτοί άμεσα και χωρίς προλόγους τους ρώτησαν για τη θρησκεία τους. Ο συνδιαλεγόμενος μου την ψυλλιάστηκε τη δουλειά και είπε ότι είναι άθρησκος. Ο φίλος του όμως, έκανε το λάθος να πει ότι είναι καθολικός. Έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Μου έκανε απίστευτη εντύπωση ότι τον 21ο αιώνα, σε ένα τουριστικό θερέτρο, όπου υποτίθεται ότι όποιος το επισκέπτεται το κάνει για να περάσει καλά, κάποιοι ευρωπαίοι ψάχνουν να δείρουν κάποιους άλλους μόνο και μόνο λόγω θρησκευτικών δογμάτων. Και ύστερα κατηγορούν τους μουσουλμάνους για φανατισμό. Πόσο αρρωστημένα μυαλά;

Δίπλα μας καθόταν μία παρέα Ολλανδών. Ανδρών και γυναικών. Αναμεσα τους ένας γνωστός μου τύπος, από αυτά τα ρεμάλια που γουστάρεις να πίνεις μαζί τους. Και επίσης μία κοντοκουρεμένη σαν πεζοναύτης, κοπέλα, ντυμένη με ένα τζην σωλήνα και ένα φλάι μπουφάν. Αν στράβωνε και το στόμα όταν μιλούσε θα ορκιζόμουν ότι είχε ταξιδέψει με μία χρονομηχανή από τη θύρα 4 της Τούμπας της δεκαετίας του 80 στο σήμερα, στο Αϊντχόφεν.

Η ώρα περνούσε ευχάριστα και μία Ολλανδή από τη διπλανή παρέα μπανίζει έναν από τους Ιρλανδούς και του πιάνει κουβέντα. Κάπως έτσι οι παρέες ενώνονται, κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο εδώ στο Αϊντχόφεν και ειδικά στο μπαρ που συχνάζω. Κάθομαι δίπλα στην κοντοκουρεμένη και σύντομα πιάνουμε κουβέντα. Φυσιολογικά μία από τις πρώτες της ερωτήσεις είναι το από που κατάγομαι.

«Ελλάδα, Θεσσαλονίκη.»
«Σοβαρά; Έχω πάει εκεί, πολύ όμορφη πόλη.»
«Αλήθεια; Πως και έτσι;» (οι πιο πολλοί Ολλανδοί δεν γνωρίζουν καν την πόλη)
«Έχω δώσει συναυλία εκεί, η Ελλάδα είναι η χώρα με τους περισσότερους φαν μου.»
«Σώπα ρε, ποια είσαι;» της λέω χαμογελαστά και με θετική διάθεση.
«Έχεις ακούσει
Kovacs
«Όχι πολύ, ξέρω όμως το τραγούδι “
My Love”» και κάπου εκεί αρχίζω να υποψιάζομαι.
«Αυτή είμαι, η
Sharon Kovacs» αποκρίνεται με ένα χαμόγελο.

Και κάπου εκεί ξεκίνησε η συζήτηση μας. Μία συζήτηση με μία καλλιτέχνη-παιδί. Ίσως να βοήθησε σε αυτή την εντύπωση το γεγονός ότι ήταν ελαφρά μεθυσμένη. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η διαφορά της έκφρασης που διαπίστωνα ανάμεσα στις ερμηνείες της(έστω τις λίγες που είχα ακούσει) και την πραγματικότητα. Δεν έβλεπα μπροστά μία femme fatale όπως θα περίμενα αλλά αντίθετα έβλεπα ένα κοριτσάκι γεμάτο ενθουσιασμό και αθωότητα.

«Και γιατί έφυγες από την Ελλάδα;»
«Ήταν ένας συνδυασμός παραγόντων, ρεαλιστικών αλλά και υπαρξιακών.»
«Ο ρεαλιστικός ήταν η κρίση;»
«Ναι.»
«Και ο υπαρξιακός;»
«Είχα την αίσθηση ότι πλέον τα είχα δει όλα στην Ελλάδα, ότι μπορούσα να δω εκεί, ήθελα να ανακαλύψω καινούρια μέρη, καινούριους ανθρώπους»
«Εγώ πάντως θα ήθελα να ζήσω στην Ελλάδα, ειδικά τώρα στην κρίση.»
«Θεωρείς ότι οι άνθρωποι γίνονται πιο άνθρωποι χωρίς λεφτά ε;»
«Ναι αυτό ακριβώς! Δεν το πιστεύεις;»
«Κάποιοι ναι. Αλλά γενικότερα πιστεύω ότι δυστυχώς χρειάζονται έστω και κάποια ελάχιστα λεφτά.»
«Διαφωνώ. Αλλά είναι όπως το βλέπει ο καθένας.»

Δεν ήθελα να χαλάσω όλη αυτή τη θετική ενέργεια που εισέπραττα αναφέροντας εμπειρίες μου από την εποχή που ήμουν είτε άνεργος είτε εργαζόμενος μπατίρης στην Ελλάδα. Γιατί να ανέφερα σε ένα τόσο φωτεινό πλάσμα το γεγονός ότι όταν περπατούσα στο κέντρο της πόλης και πεινούσα δεν αγόραζα μία τυρόπιτα γιατί χρειαζόμουν το 1 το ευρώ για τα εισιτήρια του λεωφορείου ώστε να μπορέσω να γυρίσω σπίτι; Γιατί να ανέφερα ότι δούλευα σε μία αποθήκη, 50 ώρες την εβδομάδα, σήκωνα και κουβαλούσα έναν τόνο συνολικά κάθε μέρα, σε θερμοκρασίες 40 βαθμών και 90% σκόνη στην ατμόσφαιρα, για 550 ευρώ το μήνα και αναγκαζόμουν και έμενα με τους γονείς μου επειδή ήθελα να απολαμβάνω ένα τσίπουρο με τον κολλητό μου μία φορά την εβδομάδα; Όχι. Ποτέ δεν μου άρεσε να καταστρέφω τον οποιοδήποτε ρομαντισμό. Με αυτό το άχαρο φορτίο έχει επιφορτιστεί η πραγματικότητα.

Είπαμε ότι θα ξαναβρεθούμε. Την αποχαιρέτησα και έμεινα με έναν από τους Ιρλανδούς και έναν Μαροκινό ο οποίος δούλευε σε ένα διπλανό μπαρ και μας έφερε μπύρες με 11,3% αλκοόλ. Αφού τις ήπιαμε μας κάλεσε σπίτι του, είχε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί κλειστό. Μπήκαμε μέσα και αράξαμε και βάλαμε μουσική. Πίσω από μία ντουλάπα του(ή κάτι τετοιο τελος πάντων) φαινόταν η άκρη ενός κρεβατιού. Ξαφνικά στην άκρη του κρεβατιού βλέπω να απλώνεται χέρι.

«Είναι η κοπέλα σου εδώ;»
«Ναι.»
«Ρε συ θα την ξυπνήσουμε.»
«Μην σε νοιάζει.»
«Σίγουρε ρε συ;»
«Σου έχω πει ότι πρέπει να μάθεις τη ζωή. Οι γυναίκες γουστάρουν να τις επιβάλλεσαι.»
«Δεν συμφωνώ και ούτε το βλέπω έτσι, αλλά αφού τα βρίσκετε εσείς, βάλε λίγο κρασί.»

Ο Ιρλανδός φαινόταν και αυτός προβληματισμένος με την κατάσταση. Λίγο μετά σηκώνεται η Ολλανδή κοπέλα του Μαροκινού, ένα κακέκτυπο της Σκάρλετ Γιοχάνσον, με άλλα λόγια αρκετά όμορφη, φορώντας μόνο μία πετσέτα και αρχίζει ένα αδιανόητο ξεχέσιμο στα Ολλανδικά στο αγόρι της. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι ο τύπος μάζεψε σαν κουτάβι. Ο Ιρλανδός προτείνει να φύγουμε.

«Μαλάκες αν φύγετε τώρα θα τρώω παντόφλα μία ζωή, θα χάσω το παιχνίδι.»

Κοιτάω τον Ιρλανδό. Με κοιτάει και αυτός. Κοιτάμε και οι δύο την Ολλανδέζα. Λαμβάνουμε το μήνυμα από το βλέμμα της ότι για την σωματική μας ακεραιότητα είναι καλύτερα να φύγουμε.

Αποχαιρετώ τον Ιρλανδό στο δρόμο και γυρνάω σπίτι. Ίδια ώρα περίπου με αυτήν που είχα ξυπνήσει το πρωί. Μέσα στη σούρα μου, αρχίζω να τραγουδάω μηχανικά «Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες...»

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι ένα παλιό στιγμιότυπο από το μπαρ που αναφέρεται στο κείμενο.


Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Ο ρομαντισμός είναι αλλού



Θυμάμαι πριν αρκετά χρόνια είχα μία συζήτηση με μία καλή φίλη μου, με την οποία είχαμε πολύ καλή επικοινωνία και έτσι μοιραζόμασταν ανοιχτά τις σκέψεις μας. Έτσι κάποια στιγμή φτάσαμε στο απόλυτα κλισέ και συνηθισμένο θέμα συζήτησης μεταξύ εκπροσώπων των δύο φύλων: Τι θεωρούμε ρομαντικό.

Πρώτα μου ανέφερε αυτή τη δικιά της άποψη. Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι απόλυτα, νομίζω είπε κάτι σχετικά με την πανσέληνο, τέλος πάντων για να μην μου έκανε εντύπωση και άρα για να το έχω ξεχάσει, σημαίνει πως δεν ήταν καμία ιδιαίτερα πρωτότυπη απάντηση.

Μετά ήρθε η σειρά μου. Αφού το σκεφτόμουνα όση ώρα αυτή μου έλεγε τα δικά της, είχα καταλήξει στο τι θεωρώ ρομαντικό. Η απάντηση μου ήταν το τραγούδι «Δραπετσώνα», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και πρώτη ερμηνεία του Γρηγόρη Μπηθικώτση.

Με κοίταξε με ένα ύφος σαν να είχε μόλις καταπιεί χαλασμένη αντζούγια από κονσέρβα. Με ρώτησε με έκπληξη τι το ρομαντικό βρίσκω σε αυτό, της απάντησα ότι με γοητεύει η ιδέα ότι ένα ζευγάρι παλεύει ενάντια σε θεούς και δαίμονες με μόνο τους όπλο την αγάπη τους. Δεν την έπεισα είναι η αλήθεια και έτσι γρήγορα αλλάξαμε κουβέντα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια και παρατηρούσα τις δικές μου και τις γύρω μου, συναισθηματικές ιστορίες, η αλήθεια είναι ότι άποψη δεν άλλαζα. Το αντίθετο η αρχική μου αυτή άποψη ισχυροποιούταν. Με κάθε αφορμή μου αποδεικνυόταν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μπερδέψει τα αποτελέσματα του ρομαντισμού, τις εκφάνσεις του με τον ίδιο τον ρομαντισμό. Και αυτό είναι επικίνδυνο καθώς έτσι βρισκόμαστε σε αναζήτηση αυτών και όχι του the real thing. Και καταλήγουμε να ζούμε αυτά και όχι την πηγή τους. Μία απλή βιτρίνα, η οποία μπορεί να ομορφαίνει κάποιες στιγμές, αλλά δεν αρκεί για να ομορφύνει την ίδια μας τη ζωή.

Για να μην παρεξηγηθώ. Φυσικά και δεν έχω πρόβλημα με ένα τρυφερό άραγμα κάτω από το φεγγαρόφωτο, με τα φιλιά σε μία παραλία ενώ σκάει το κύμα, με το αγνάντεμα του ηλιοβασιλέματος από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης, με ένα ωραίο δείπνο σε ένα εστιατόριο με όμορφη μουσική κτλ. Αυτά σε όλους αρέσουν, σε φυσιολογικούς και μη ανθρώπους.
Αλλά από μόνα τους δεν είναι αρκετά. Διότι είναι απλά η διασκόμηση του αληθινού έρωτα, της αληθινής αγάπης. Και η διακόσμηση ποτέ δεν είναι σημαντικότερη από το περιεχόμενο. Τι να τα κάνω όλα τα παραπάνω τα καλούδια, χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο, τον ρομαντισμό εν τη γένεση του.

Και ο ρομαντισμός, για μένα τουλάχιστον, είναι το πηγαίο το συναίσθημα αυτούσιο. Αγνό και καθαρό. Και τα συναισθήματα έχουν την ενοχλητική για πολλούς συνήθεια να αποδεικνύονται στα δύσκολα. Όταν είναι όλα εναντίον τους. Διότι αν υπάρχουν εξωτερικές καταστάσεις που τα επηρεάζουν θετικά, τότε παύουν να είναι πηγαία, αλλά είναι αποτέλεσματα συγκυριών.

Αντίθετα αν τα εξωτερικά ερεθίσματα είναι αρνητικά και το πηγαίο συναίσθημα παραμένει ακέραιο, ή ίσως και δυναμώνει τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την αυθεντικότητα του. Και τότε γινόμαστε μάρτυρες του μεγαλείου συναισθημάτων όπως η αγάπη και ο έρωτας. Βιώνουμε τη δύναμη τους, τη δυνατότητα τους να υπερκεράσουν την ίδια τη ζωή, όταν αυτή είναι στα κάτω της.

Αυτός είναι και ο λόγος που αυτά τα δύο συναισθήματα, στην αυθεντικότητα τους, έχουν κερδίσει δικαιωματικά και διαχρονικά την αποθέωση μας. Όλα τα σπουδαία ρομαντικά έργα, είτε πρόκειται για θεατρικά , είτε πρόκειται για μουσική, είτε για βιβλία, έχουν να κάνουν με έρωτες που ανθούν μέσα σε δύσκολες καταστάσεις. Και αυτό συμβαίνει διότι εκτός από το αναγκαίο ενδιαφέρον που προσάπτουν στα έργα αυτά, αποδεικνύουν ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικά συναισθήματα, όχι φευγαλέους ενθουσιασμούς και ούτε βολικά παραμυθάκια.

Και στην τελική όλη οι άνθρωποι αυτό καταβάθος ψάχνουμε. Διότι γνωρίζουμε ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται». Και υπάρχουν σε αυτή τη ζωή μεγαλύτερα αγαθά από τον έρωτα και την αγάπη; Όχι. Για αυτό και κοπιάζουμε για να (συνεχίσουμε) να τα ζούμε. Και αυτό για μένα είναι ο ρομαντισμός.



Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Ο καθρέφτης



Σαν βλαμμένο παιδάκι που πάντοτε ήμουν, πέρα από τα συμβατικά χόμπι, είχα και κάποια άλλα λίγο πιο ασυνήθιστα. Όχι δεν είμαι νεκρόφιλος, ούτε κτηνοβάτης. Αλλά πάντοτε μου άρεσε να παρατηρώ ανθρώπινες συμπεριφορές, να βλέπω δηλαδή το πως χειρίζονται οι άνθρωποι τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.

Σύντομα στην πορεία κατάλαβα το πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η θέση του ανθρώπου για το πως θα συμπεριφερθεί και κυρίως το πως θα κρίνει τις συμπεριφορές. Τις ίδιες ακριβώς συμπεριφορές. Τεράστιο ρόλο λοιπόν παίζει αν το εκάστοτε άτομο είναι πομπός ή δέκτης της συμπεριφοράς.
Κάπως έτσι λοιπόν παρατηρούσα ανθρώπους κυρίως όταν ήταν οι πομποί  μίας συμπεριφοράς. Και μάλιστα κακής συμπεριφοράς. Μερικές φορές, είχα σπάνια την τύχη να βλέπω να γίνονται και δέκτες. Αλλά επειδή δυστυχώς ο κόσμος μας αποτελείται κυρίως από θύτες και από θύματα, δεν είχα την τύχη να το  παρατηρώ συχνά.

Καθώς μεγάλωνα άρχισε να δημιουργείται ένα βίτσιο μέσα μου. Το να φέρνω αντιμέτωπους τους ανθρώπους με τις ίδιες τους τις συμπεριφορές. Όχι να πράττω εναντίον τους τα ίδια που έπραξαν αυτοί σε άλλους ή ακόμα και σε μένα. Να τους δημιουργώ απλά ένα είδωλο τους και να τους κάνω να σκεφτούν ξανά τις πράξεις και τα λόγια τους. Να παίρνω το ρόλο ενός καθρέφτη.

Ακούγεται δύσκολο ίσως και άχαρο. Δύσκολο δεν είναι τουλάχιστον όχι για έναν τύπο σαν εμένα, που το να δημιουργεί εικόνες στο μυαλό το δικό του και των άλλων είναι ίσως το μοναδικό του ταλέντο. Ούτε και άχαρο είναι. Από ένα σημείο και μετά. Διότι βλέποντας ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν τολμάει καν να μπει σε αυτή τη διαδικασία, αντιλήφθηκα ότι αν συνέχιζα να τους παίρνω σοβαρά, θα κατέληγα στα ψυχοφάρμακα, το ένστικτο της επιβίωσης μου αποφάσισε να με κάνει να γελάω όταν γίνομαι μάρτυρας της οποιαδήποτε κωλοτούμπας. Πως λέει ο ποιήτης «θα κατεβαίνω μόνο όταν θέλω να γελάσω»; Αυτό ακριβώς.

Η αλήθεια είναι ότι καταλήγει να είναι άχαρο στις περιπτώσεις των ανθρώπων που έχω πραγματικά δεθεί συναισθηματικά. Τι και αν η απογοήτευση εκεί συνοδεύεται από ένα ειρωνικό χαμόγελο; Παραμένει απογοήτευση.

Υπάρχουν βέβαια και αυτές οι λίγες περιπτώσεις ανθρώπων που όντως καταλαβαίνουν ότι έχουν συμπεριφερθεί λάθος, ξεπερνάνε τους όποιους εγωισμούς και το αίσθημα δικαίου τους επικρατεί οποιασδήποτε μικροπρέπειας. Αυτούς τους αγαπάω λίγο παραπάνω. Διότι αντιλαμβάνονται το που βρίσκεται η ουσία στη ζωή και στις ανθρώπινες σχέσεις. Στο να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο, στο να μαθαίνει ο ένας από τον άλλο, στο να προσφέρει ο ένας στον άλλο.

Τους θαυμάζω αλλά δεν ξέρω αν θέλω να τους μοιάσω. Πρέπει να έχουν πονέσει πολύ, βλέποντας να κρίνουν τους άλλους και τους ίδιους, με άλλα μέτρα και με άλλα σταθμά. Το ίδιο αίσθημα δικαίου που τους κάνει να παραδέχονται τα δικά τους λάθη, το ίδιο είναι που σαν αλάτι πέφτει στις πληγές που τους ανοίγουν οι άλλοι.

Και τους καταλαβαίνω. Αντιλαμβάνομαι ότι τρομάζουν στην ιδέα ότι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσουν από αυτή την κατάρα που τους ακολουθεί, είναι να γίνουν και οι ίδιοι θύτες ή θύματα. Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον τους. Ίσως τελικά να γίνουν και αυτοί καθρέφτες.



Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης


Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού και αφού άρχισαν να οργανώνονται οι πρώτες κοινωνίες, δημιουργήθηκε αυτόματα και η ανάγκη οργάνωσης των πληθυσμών αυτών. Σχεδόν πάντα βάσει της διοίκησης τους αποκτούσε και μορφή συγκεκριμένη, η οργάνωση αυτή, τα αποκαλούμενα κράτη.

Έτσι υπήρξαν οι πόλεις-κράτη, τα φυλετικά βασίλεια, οι ομοσπονδίες μικρότερων κρατών, οι αυτοκρατορίες κ.τ.λ. Ειδικά στην Ευρώπη από τα τέλη του Μεσαίωνα και μετά άρχισαν αν δημιουργούνται τα λεγόμενα εθνικά κράτη. Κράτη των οποίων θεωρητικά η ομοιογένεια και η σταθερότητα, βασιζόταν σε κάποια κοινά πολιτιστικά στοιχεία των λαών που τα κατοικούσαν με σημαντικότερα τη γλώσσα(με τις όποιες διαλέκτους) και τη θρησκεία.

Κάπως έτσι καθιερώθηκε μέχρι και τη σημερινή εποχή ένα κράτος για να έχει υπόσταση, να περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο έθνος. Προσωπική μου άποψη είναι ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών των κράτων και των ισχυρών συμφερόντων που εδρεύανε σε αυτό αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Εξαιρέσεις εννοείται πως υπάρχουn. Και ενώ σε περιπτώσεις όπως το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες που ζω, είναι περιπτώσεις απόλυτα επιτυχημένες , λόγω των χαμηλών επιπέδων εθνικισμού, σε μία άλλη γωνία της Ευρώπης τα πράγματα είναι πολύ ανησυχητικά ακριβώς για το λόγο ότι υπάρχουν υψηλά επίπεδα εθνικισμού και αλυτρωτικών ιδεολογιών. Αναφέρομαι φυσικά στα Βαλκάνια. Στην πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης.

Παραδοσιακά τα Βαλκάνια από τον ύστερο Μεσαίωνα ακόμα ήταν «εύφλεκτη» περιοχή. Αυτό το στοιχείο της περιορίστηκε με την ακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναγεννήθηκε με την σταδιακή κατάρρευση της, ηρέμησε με την ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας και άναψε για τα καλά με τη διάλυση της.

Η Γιουγκοσλαβία που ήταν ένα ισχυρό κράτος, ανεξάρτητο από τα δύο μπλοκ, με πολύ καλό βιοτικό επίπεδο για τους πολίτες της(ρωτήστε τους παλιούς έμπορους της Θεσσαλονίκης) με μοναδική πραγματική σημαντική παραφωνία την έλλειψη ελευθερίας του λόγου. Με αιτία τα διεθνή συμφέροντα, αφορμές και όχημα, τους τοπικούς εθνικισμούς αυτή η συνομοσπονδία διαλύθηκε και μάλιστα μετά από έναν φρικτό πόλεμο.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς, ότι μετά από όλες αυτές τις σφαγές τα κατακερματισμένα Bαλκάνια θα αποτελούταν από μικρά έστω εθνικά κράτη τα οποία θα είχαν ομοιογενείς και συμπαγείς πληθυσμούς, κάτι το οποίο θα μας έκανε να νιώθουμε αισιόδοξοι για την αποφυγή στο μέλλον, ομαδικών τάφων, γενοκτονιών, μακελειών και βιασμών. Είναι όμως έτσι; Για να δούμε με τη σειρά κάποια Βαλκανικά κράτη(μέλη της πρώην Γιουγκοσλαβίας) και το κατά πόσο η ομοιογένεια τους αποτελεί πυλώνα σταθερότητας ή όχι. Ξεκινάω από το Βορρά.

Σλοβενία

Ένα από τα μικρά κράτη της Βαλκανικής. Ομοιογενής σχετικά πληθυσμός με κοινή γλώσσα και θρησκεία. Δεν φαίνεται στο κοντινό μέλλον να δημιουργούνται προβλήματα αν και υπάρχει έντονη απογοήτευση των λαϊκών τάξεων από την εκμετάλλευση τους από την ελίτ της χώρας και την άνιση κατανομή εισοδημάτων.

Κροατία

Ένα κράτος με πολύ περίεργη γεωγραφική έκταση, πολύ σπάνιο να υπάρχει συμπαγής πληθυσμιακή διασπορά σε ένα τέτοιο σχήμα. Έτσι το κράτος της Κροατίας κατοικείται σε πλειοψηφία από Κροάτες αλλά υπάρχουν σημαντικές μειονότητες Σέρβων και Βόσνιων. Ειδικά οι Σερβικές περιοχές αν ενοποιηθούν σε έκταση είναι μεγαλύτερες από το Κόσοβο, το νεότερο κράτος της Βαλκανικής χερσονήσου. Και εδώ κάπου το μπαρούτι αρχίζει να μυρίζει.

Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Μόνο από το διπλό όνομα του κράτους αυτού αντιλαμβανόμαστε ότι η οποιαδήποτε ομοιογένεια τίθεται υπό αμφισβήτιση. Πάμε όμως και στα πραγματικά στοιχεία. Η χώρα και επίσημα δηλώνει ότι αποτελεί σύνολο τριών συστατικών εθνοτήτων. Βόσνιων, Σέρβων και Κροατών. Τριών εθνικών ομάδων που είμαι σίγουρος πως κάθε μεμονωμένο μέλος τους είχε συγγενείς οι οποίοι δολοφονήθηκαν μόλις 25 πάνω κάτω χρόνια πριν, από κάποια άλλα μέλη που ζουν στο κράτος αυτό. Το κράτος αυτό μάλιστα άποτελείται από δύο οντότητες τη αυτή-καθεαυτή Βοσνία και τη Σέρβικη δημοκρατία η οποία όμως είναι δεν ανήκει στη Σερβία αλλά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη! Χρειάζεται να σχολιάσω ότι μία τέτοια κρατική δομή θέλει απλά μία σπίθα ώστε οι υπάρχοντες εθνικισμοί να μετατραπούν σε ένοπλες δράσεις;

Σερβία

Εδώ τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα αν και για να γίνει αυτό χρειάστηκε μετά τον Γιουγκοσλαβικό εμφύλιο, να βομβαρδιστεί εκ νέου από το ΝΑΤΟ, να διαχωριστεί αναίμακτα από το Μαυροβούνιο και να αποσταστεί ευτυχώς χωρίς πολλές στρατιωτικές εμπλοκές το Κόσσοβο από αυτή. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και τώρα έχει σημαντικές μειονότητες Ούγγρων, Βόσνιων-Μουσουλμάνων ακόμα και Κροατών, Σλαβομακεδόνων και Βουλγάρων.

Κόσοβο

Όπως προαναφέρθηκε το νεότερο κράτος των Βαλκανίων. Αποσπάστηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Σερβίας με ότι προβλήματα μπορεί να έχει προκαλέσει αυτό. Κατοικείται κυρίως από Αλβανούς αλλά υπάρχει ισχυρή Σερβική μειονότητα(8%). Το γεγονός ότι ακόμα δεν έχει αναγνωριστεί καθολικά, σε συνδυασμό με την υπάρχουσα μειονότητα Σέρβων, τον προσεταιρισμό του με την Αλβανία και την ύπαρξη δυνάμεων του ΟΗΕ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας και εφησυχασμού.

Μαυροβούνιο

Ένα ανεξάρτητο κράτος που ενώ αποτελείται κατά 80% από πολίτες που αυτοαποκαλούνται Σέρβοι για κάποιον λόγο που δεν μπορώ προσωπικά να καταλάβω παρά μόνο να υποπτευθώ, δεν είναι είναι μέρος της Σερβίας. Πολύ σημαντική μειονότητα Αλβανών ζει στα εδάφη του καθώς και Μουσουλμάνοι. Παραδόξως επικρατεί σχετική ηρεμία και σπάνια ακούμε φασαρίες από αυτή τη μικρή γωνία γης. Το μοναδικό ίσως παράδειγμα Βαλκανικής χώρας που προς το παρόν μας αφήνει κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για αποφυγή συρράξεων στο μέλλον.

Π.ΓΔ.Μ.

Ή Βόρεια Μακεδονία, όπως συμφώνησε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός αυτής της χώρας να αποκαλείται. Μία γεωγραφική περιοχή η οποία ποτέ πριν στην ιστορία δεν είχε κάποια ορισμένη ανεξάρτητη κρατική δομή με εξαίρεση ίσως την εποχή του Τσάρου Σαμουήλ και των διαδόχων του (976-1018 μ.Χ.). Λέω «ίσως» διότι οι πολίτες αυτού του κράτους (αυτό)χαρακτηρίζονταν ως Βούλγαροι εξ’ ου και ο Ρωμιός Αυτοκράτορας που τους νίκησε, Βασίλειος Β’, αποκαλείται «Βουλγαροκτόνος». Ένας πληθυσμός που έχει ταλαιπωρηθεί από μία αναζήτηση εθνικής ταυτότητας, με τα καλλιεργημένα, ιστορικά, μέλη του να αποδέχονται τη Σλαβομακεδονική και τα υπόλοιπα να γίνονται θύματα ενός εθνικιστικού τσίρκου που στήθηκε την προηγούμενη κυρίως δεκαετία με αγάλματα προσωπικοτήτων που δεν σχετίζονται πολιτιστικά με το λαό αυτό. Και με μία πανίσχυρη Αλβανική μειονότητα που διαμένει σε ένα συμπαγές γεωγραφικό πλαίσιο που συνορεύει με την Αλβανία και ένα ποσοστό πληθυσμού το οποίο έχει Βουλγαρικά διαβατήρια πέρα από τα τοπικά.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι στα Βαλκάνια τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο γίνεται ένας δημογραφικός και πληθυσμιακός χαμός. Μία θολή κατάσταση η οποία δεν συνάδει με την καθεστικυία άποψη στον κόσμο ότι ένα κράτος πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα έθνος. Μέσα σε όλη αυτή τη σύγχιση με τις μειονότητες, με τα κράτη να αναλαμβάνουν ρόλο προστάτη τους και να παρεμβαίνουν στην εσωτερική πολιτική γειτονικών κρατών, με τον καλλιεργούμενο εθνικισμό ο οποίος βρίσκει πατήματα στην καθολική φτώχεια και έλλειψη μόρφωσης όλων αυτών των λαών, πως μπορεί κάποιος να αισιοδοξεί για αποφυγή συγκρούσεων στο κοντινό μέλλον;

Το γιατί έχει προωθηθεί από τις ηγέτιδες δυνάμεις του κόσμου αυτός ο χαμός θεωρώ, ότι είναι εύκολο να το φανταστεί κανείς σε γενικά τουλάχιστον πλαίσια. Οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα καθώς και η παντοτινή χρησιμότητα μίας έκρυθμης κατάστασης η οποία θα χρειάζεται μία μόνο σπίθα ώστε να προκαλέσει ένα ντόμινο εκρήξεων μέσα σε μία πυριτιδαποθήκη, όπως είναι τώρα τα Βαλκάνια. Και η ιστορία διδάσκει ότι από οποιαδήποτε καταστροφή πάντα κάποιος βγαίνει κερδίσμενος. Για αυτό ας υπάρχει μία εύκαιρη, ποτέ δεν ξέρεις.

Πως μπορεί να αποφευχθεί όμως αυτή; Εφόσον η ύπαρξη μίας συνομοσπονδίας με τη δομή της Γιουγκοσλαβίας, έτσι ώστε οι λαοί μέσω της συνεργασίας να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους και να προστατέψουν τα συμφέροντα τους, είναι ουτοπική τότε το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε και να στοχεύουμε είναι στην ελαχιστοποίηση εθνικιστικής και αλυτρωτικής ρητορικής και στην υιοθέτηση μίας εκ διαμέτρου αντίθετης, μίας γενικευμένης καλλιέργειας των Βαλκανικών λαών, ότι το αντίδοτο στη φτώχεια δεν είναι ο οποιοσδήποτε πόλεμος αλλά η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η εγρήγορση ενάντια σε κάθε φαινόμενο μισαλλοδοξίας. Ας παλέψουμε όλοι οι Βαλκάνιοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά, για αυτό.

Υ.Γ. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι απόσπασμα από την ταινία του Σριντιάν Ντραγκόγεβιτς "Lepa Sela, Lepo Gore" που στα ελληνικά μεταφράστηκε "Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται" και διαδραματίζεται στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας.



Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Ο σεβασμός πρέπει να είναι αυτονόητος



Μία φράση που ακούω πολύ συχνά και η αλήθεια είναι ότι μου αφήνει μία αίσθηση άρνησης και αμφιβολίας, είναι η γνωστή σε όλους μας «ο σεβασμός κερδίζεται». Το δηλώνουν πολλοί κατά καιρούς έχοντας μία εμφανή διάθεση αποφασιστικότητας. Σαν να εκφράζουν κάποιο άγραφο νόμο, μία συμπαντική αλήθεια, κάτι θεμελιώδες τέλος πάντων. Λες και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, λες και οτιδήποτε διαφορετικό είναι ανώμαλο, είναι αφύσικο.

Οι αμφιβολίες μου γεννιούνται λίγα δέκατα του δευτερολέπτου μετά το άκουσμα της φράσης, όταν δημιουργείται το ερώτημα «και τι γίνεται αν δεν κερδίσει κάποιος το σεβασμό;». Διότι η απάντηση που μου έρχεται σε αυτό το ερώτημα είναι στην καλύτερη περίπτωση να τον περιφρονούμε και στη χειρότερη να τον προσβάλλουμε την ίδια του την ύπαρξη.

Και αλήθεια, πόσο φανερό είναι αυτό στην καθημερινότητα μας; Το βλέπουμε συνεχώς τριγύρω μας, ανθρώπους να τους συμπεριφέρονται σαν κατώτερους. Ίσως είμαστε και εμείς οι ίδιοι, δέκτες τέτοιων συμπεριφορών. Δεν είναι δυστυχώς καθόλου δύσκολο, να γίνουμε μάρτυρες ασεβών συμπεριφορών. Στους χώρους εργασίας, στους δρόμους, στις ίδιες τις οικογένειες μέσα, παρατηρούμε την υποτίμηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και νοημοσύνης, είτε μέσω άμεσων προσβολλών, είτε έμμεσων.

Και όχι, η αφορμή σπάνια είναι οι πράξεις των ατόμων που υποβιβάζονται. Είναι πολύ πιο συνηθές η αιτία για αυτή τη συμπεριφορά που εισπράττουν, να είναι η κοινωνική-οικονομική τους θέση, η χαμηλών τόνων προσωπικότητα τους, το γεγονός ότι αυτοί που τους υποτιμούν στην πραγματικότητα θεωρούν ότι βρίσκονται σε μία θέση ισχύος, την οποία είτε κατέκτησαν με ανήθικα μέσα, είτε μέσω ενός επιφανειακού δυναμισμού, είτε γιατί απλά στάθηκαν τυχεροί και την κληρονόμησαν. Είτε σε ύλικό επίπεδο, είτε ονομαστικό, μέσω του επωνύμου τους.

Και τελικά καταλήγουμε όλοι να συμμετέχουμε σε ένα φαύλο κύκλο, όπου ο ένας σέβεται τον άλλο, όσο τον έχει ανάγκη και στην αντίθετη περίπτωση ξεσπάει πάνω του, για την ασέβεια την οποία ο ίδιος έχει εισπράξει από άλλους που δεν τον χρειάζονταν. Και έπειτα δικαιολογούμε αυτές μας τις συμπεριφορές, με τη βαρύγδουπη φράση «ο σεβασμός κερδίζεται» έτσι ώστε να μπορέσουμε είτε να αντιμετωπίσουμε τις ενοχές μας, είτε να αντέξουμε τις πληγές που μας έχουν ανοίξει. Κυρίως φυσικά για την πρώτη περίπτωση, διότι στη δεύτερη απλά κλαψουρίζουμε σιωπηλά.

Εγώ λοιπόν, κρίνοντας βάσει των μέχρι τώρα εμπειριών μου στην πορεία της ζωής μου, δεν θεωρώ ότι ο σεβασμός πρέπει να κερδίζεται. Θεωρώ ότι ο σεβασμός πρέπει να είναι αυτονόητος για τον καθένα από εμάς. Μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Ίσως να φταίει η ερμηνεία που έχω στο μυαλό μου, για τη λέξη «σεβασμός». Ξεκινώντας από επιφανειακό επίπεδο, θεωρώ ότι η πρώτη ένδειξη σεβασμού, είναι η στοιχειώδης ευγένεια. Δεν χρειάζεται ο περιπτεράς που θα πάμε να πάρουμε τα τσιγάρα μας, να μας έχει αποδείξει ότι με πράξεις ότι αξίζει το σεβασμό μας, ούτε ο σερβιτόρος που θα σερβίρει το κοκτέηλ μας έχει καμιά υποχρέωση να μας πείσει ότι του αξίζει να του συμπεριφερόμαστε σαν έναν εργαζόμενο που προσπαθεί σκληρά, ώστε να κάνει τη βραδιά μας λίγο ομορφότερη.

Έπειτα σε βαθύτερο επίπεδο, οι άνθρωποι που απαρτίζουν την καθημερινότητα μας είτε στον χώρο εργασίας μας, είτε στο σπίτι μας είτε στην παρέα μας, δεν έχουν επίσης καμιά υποχρέωση να μας αποδείξουν ότι αξίζουν να τους προσέχουμε όταν μας λένε κάτι. Ούτε εννοείται είναι υποχρεωμένοι, να περιμένουν να μην τους διαψεύσουμε, όταν τους υποσχόμαστε κάτι το οποίο για εκείνους έχει κάποια σημασία. Και τέλος εννοείται ότι δεν χρειάζεται να έχουν προβεί σε τίποτα ιδιαίτερες κινήσεις, για να μην προσπαθήσουμε να εκμεταλλευτούμε εις βάρος τους το γεγονός ότι δεν έχουμε να κερδίσουμε άμεσα κάτι από αυτούς.

Κάπως έτσι καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι ο (στοιχειώδης τουλάχιστον) σεβασμός πρέπει να είναι αυτονόητος. Διότι πολύ απλά δεν γίνεται να ζητάμε από τους άλλους ότι δεν προσφέρουμε, εμείς οι ίδιοι. Πέρα όμως από τους ηθικούς λόγους, υπάρχουν και οι πρακτικοί. Η καθημερινότητα μας και η ζωή μας θα είναι λίγο καλύτερη και ευκολότερη, αν μπορέσουμε να εμφυτεύσουμε στην κοινωνία μας μία νοοτροπία στοιχειώδους σεβασμού. Αλλά επαναλαμβάνω για να μην παρεξηγηθώ. Μέχρι αποδείξεως του εναντίου.



Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Η τελευταία διαδρομή



Το στενό δρομάκι που διασχίζει είναι βρώμικο και σκοτεινό. Τριγύρω κάδοι σκουπιδιών ανοιχτοί, μέσα από τους οποίους, κάθε τόσο, πετάγονται γάτες έχοντας για λάφυρα από την επιδρομή τους, μισοτελειωμένες κονσέρβες. Κάθε τόσο μια λακούβα γεμάτη λασπόνερα, διακόπτει το βήμα του. Για λίγο μόνο, καθώς μετά από κάποια δέκατα του δευτερολέπτου και κάποιες βρισιές συνεχίζει το βάδισμα του.

Όχι για το σπίτι του. Δεν βρίσκεται η οικογένεια του εκεί. Χωρισμένος, του έχει άτυπα απαγορευτεί να βλέπει τα παιδιά του. Θεία δίκη θα μπορούσε κάποιος να πει, για έναν γάμο που ποτέ, ούτε αυτός, ούτε η σύζυγος του, πραγματικά ήθελαν. Απλά έγινε διότι έπρεπε να γίνει, διότι αλλιώς δεν γινόταν, διότι το πρέπον ήταν αυτό, αλλιώς θα ένιωθαν και θα ήταν και οι δύο ανεπαρκείς για τα κοινωνικά στερεότυπα.

Είχε περάσει ακόμα ένα βράδυ πίνοντας μπύρες σε ένα έρημο μπαρ. Αλλά αυτό το βράδυ ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Ένιωθε πως ήθελε κάτι παραπάνω. Ένιωθε πως ήθελε να νιώσει. Και αφού πλέον η δυνατότητα του να νιώσει κάτι καινούριο, είχε αυτό-καταργηθεί αποφάσισε να ξανανιώσει κάτι παλιό. Μόνο που χρειαζόταν βοήθεια για να αναβιώσει αυτή την ιδιόρρυθμη ανάμνηση. Και το μόνο άτομο που μπορούσε να τον βοηθήσει ήταν αυτή με την οποία το ένιωσε αρχικά.

Κάπως έτσι αφού διασχίζει ένα στενό διάδρομο με κόκκινα φώτα νέον να τρεμοπαίζουνε, καταλήγει στον προορισμό του. Χτυπάει το κουδούνι. Ύστερα από λίγο ανοίγει η πόρτα. Η οικοδέσποινα και ο επισκέπτης της, παραμένουν σιωπηλοί για κάποια δευτερόλεπτα.

-Πέρασε μέσα, του λέει και του απλώνει το χέρι, χαμογελώντας.

Της δίνει το χέρι του και γίνεται υποχείριο της για τα επόμενα μέτρα, την ακολουθεί στο σαλόνι του διαμερίσματος, το οποίο και αυτό φωτίζεται από διάφορα χρώματα όλα στα πλαίσια ενός ερυθρού φάσματος. Του βάζει ένα ποτήρι ουίσκι. Είναι χαρούμενη και τρακαρισμένη ταυτόχρονα.

-Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ήρθες εδώ, του λέει ενώ βάζει το μπουκάλι με το ουίσκι πίσω στη μικρή κάβα του σαλονιού.

Πηγαίνουν στο δωματιο. Τον σπρώχνει απαλά στο κρεβάτι. Αρχίζουν τα φιλιά και αν τους εβλεπε κάποιος, θα ορκιζόταν ότι τα κορμιά τους χαμογελάνε. Σηκώνεται, ανοίγει ένα συρτάρι της.

-Σου αρέσουν ακόμα οι μαύρες ζαρτιέρες; Έχω κάτι καινούριες, θα της βάλω πρώτη φορά για σένα, του λέει και το βλέμμα της, γεμίζει με μία αίσθηση πρόστυχης αθωότητας.

Κάποια ώρα αργότερα και ενώ είναι ξαπλωμένοι, αυτός ετοιμάζεται να σηκωθεί. Τον κρατάει απαλά από το μπράτσο και τον κοιτάει σαν ένα κουτάβι που βλέπει το αφεντικό να ετοιμάζεται να ανοίξει την εξώπορτα και να φύγει.

-Σε παρακαλώ, κάτσε λίγο ακόμα.

Αυτός ανταποκρίνεται χαμογελώντας. Ανάβουν ένα τσιγάρο. Ανταλλάσουν πληροφορίες σχετικά με την κατ’ ευφημισμόν ζωή τους. Δεν της αναφέρει ότι έχει χωρίσει.

-Φαντάζομαι σπάνια πλέον με σκέφτεσαι, ειδικά τώρα που έχεις οικογένεια, του λέει κοιτώντας στο ταβάνι, έτσι ώστε άθελα της να μην δει το αυτοσαρκαστικό χαμόγελο που σχηματίζεται στο πρόσωπο του, σαν απόκριση στο σχόλιο της.

-Όπως και να έχει, είναι μεγάλη ευτυχία που ξανάνιωσα το κορμί σου σήμερα, του εξομολογείται και αυτή τη φορά τον κοιτάει στα μάτια. Αυτός ανταποκρίνεται χαϊδεύοντας της τα μαλλιά.

Λίγο αργότερα αυτός έχει ντυθεί. Την κοιτάζει και της γνέφει έναν αποχαιρετισμό, κάπως αδέξιο. Του ανοίγει την πόρτα και τον αφήνει να βγει έξω. Καθώς απομακρύνεται, ξαφνικά σταματάει στη σκέψη του ότι δεν έχει ακούσει την πόρτα να κλείνει. Γυρνάει το κεφάλι του και την βλέπει ακόμα στην πόρτα. Το πρόσωπο του, παίρνει μία ερωτηματική έκφραση.

-Να...απλά σκέφτομαι, πως... είναι κρίμα που είμαστε μόνοι...

Επαναλαμβάνει τον αδέξιο αποχαιρετισμό που έκανε λίγο πριν και συνεχίζει το δρόμο του. Ακούει και την πόρτα που κλείνει. Καθώς προχωράει, σκοντάφτει σε κάτι σκαλιά. Αναρωτιέται αν ο λόγος είναι το αλκοόλ που έχει καταναλώσει ή το δάκρυ που μόλις κύλησε από το μάτι του.

Υ.Γ. Η παραπάνω ιστορία, είναι μία γραπτή ελεύθερη διασκευή του τραγουδιού “Caseys Last Ride” του Κρις Κριστόφερσον, 1970.