Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Ωριμάζουμε για να διαγράφουμε



Στην πορεία της ζωής μας και καθώς χρόνια θα φορτώνονται, άλλοτε ελαφριά, άλλοτε βαριά, είναι σίγουρο ότι, ο καθένας μας με διαφορετικό τρόπο, θα ωριμάζει. Και όμως, τι και αν στα περισσότερα σημεία ωριμάζουμε διαφορετικά, στο πλέον καθοριστικό ωριμάζουμε το ίδιο. Ποιο είναι αυτό; Η ικανότητα να διαγράφουμε ανθρώπους από τη ζωή μας.

Είναι μία διαδικασία, με την οποία ερχόμαστε σε επαφή από τα πρώτα χρόνια του βίου μας. Λες και είναι προγραμματισμένο, από τις κοινωνικές δομές, να μαθαίνουμε να βάζουμε και να βγάζουμε ανθρώπους από τη ζωή μας.

Πηγαίνουμε στο σχολείο, παίζουμε με άλλα παιδάκια, χτίζουμε τις πρώτες βάσεις της προσωπικότητας μας, κάποιες φορές μοιραζόμαστε μαζί τους και την παράνοια της εφηβείας. Και έπειτα έρχεται το πανεπιστήμιο, οπού εκεί κατά πάσα πιθανότητα, θα τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του βάσει των φιλοδοξιών του.

Και ερχόμαστε την πολυπόθητη, μέχρι να ξεκινήσει, ενήλικη ζωή. Εκεί είναι που ξεκινάει το μεγάλο μακελειό, με εξαίρεση κάποιους ελάχιστους ανθρώπους που θα είναι πάντα δίπλα μας. Στην ενηλικίωση λοιπόν, αναγάγουμε σε καθημερινότητα να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους, για μικρά χρονικά διαστήματα και να απομακρυνόμαστε έπειτα.

Οι λόγοι ποικοίλουν. Οι πιο υστερόβουλοι, συνήθως πλησιάζουν και αποφεύγουν ανθρώπους βάσει των εκάστοτε συμφερόντων τους, τα οποία δεν είναι απαραίτητα οικονομικά, αλλά σίγουρα έχουν να κάνουν με την κάλυψη ή μη κάποιας ανάγκης. Οι πιο αυθεντικοί μπορεί να εκνευρίζονται  με κάτι, να σπάζονται που λένε και για αυτό να αποφεύγουν οποιαδήποτε περεταίρω συναναστροφή. Βέβαια το πιο συνηθισμένο φαινόμενο, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη κατηγορία, είναι οι άνθρωποι απλά να χάνονται. Και όταν ξαναβρεθούν τυχαία:

-Να κανονίσουμε κανά καφέ ρε!
-Ναι βέβαια ρε συ, μην χαθούμε!

Και μετά από αυτό το «μουσικό διάλειμμα», του οποίου όλοι ξέρετε την κατάληξη, θα έρθω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα με ότι φαίνεται στις παραγράφους που έγραψα λίγο πριν, εγώ αυτή τη λειτουργία της διαγραφής ανθρώπων, όχι μόνο δεν τη θεωρώ αρνητική αλλά αντίθετα τη θεωρώ σωτήρια. Και μάλιστα είναι ένας από τους λίγους λόγους που χαίρομαι που μεγαλώνω ή γερνάω, πείτε το όπως θέλετε.

Ο λόγος είναι ότι στην πραγματικότητα είναι ένα «ταλέντο» που άρχισα να το αναπτύσσω σοβαρά πολύ πρόσφατα, τα τελευταία χρόνια. Πιο πριν, ήμουν ένας συναισθηματικός μαλακούλης, ο οποίος όχι μόνο έδινε ιδιαίτερη σημασία στις στιγμές που μοιραζόταν με άλλους, αλλά ακόμα χειρότερα, έδινε βάση και στο λόγια, που άκουγε από αυτούς. Με προφανή αποτελέσματα για την ψυχολογία όταν διαπίστωνα ότι όλα αυτά δεν σημαίναν τα ίδια πράγματα και για αυτούς. Και τι ειρωνία, όσο πιο πομπώδη και φαντασμαγορικά ήταν τα λόγια τόσο πιο εύκολα με διέγραφαν και αυτοί.

Αλλά πλέον μεγάλωσα, ωρίμασα και έμαθα. Πλέον έχω μάθει να διαγράφω και εγώ πάρα πολύ αποτελεσματικά και έχω άπειρα πρόσφατα παραδείγματα στο μυαλό μου, αυτή τη στιγμή. Φυσικά αυτό γίνεται μόνο όταν υπάρχει μία σημαντική αφορμή, όπως μία καμουφλαρισμένη πουστιά ή μία απλά συνεχιζόμενη αδιαφορία, η οποία είναι ανακόλουθη των λόγων και των κοινών εμπειριών. Εντάξει, το ότι ωριμάζω και μαθαίνω να προστατεύω τον εαυτό μου δεν σημαίνει ότι θα γίνω και σαν τα κακέκτυπα ανθρώπων που περιφρονώ.

Διότι εκεί υπάρχει ο άλλος κίνδυνος, να χαθούν και οι λίγες ανθρώπινες σχέσεις που έχουν πραγματική σημασία. Αυτές που είναι πάντα εκεί και έχουν νικήσει κάθε αντίξοη συνθήξη. Που σαν θεμέλια μας δίνουν την απαραίτητη στήριξη, για να συνεχίσουμε την εποποιία της ζωής, στα εύκολα και κυρίως στα δύσκολα. Και αυτές είναι που είναι ο πραγματικός πλούτος μας και δεν πρέπει ποτέ να χαθούν.



Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Ενάντια στα στερεότυπα



Είναι γνωστό πως από τα πρώτα βήματα της ζωής του ο άνθρωπος κρίνει και κρίνεται. Η ύπαρξη του κρίνεται από το περιβάλλον και όχι μόνο, ενώ και ο ίδιος ως ανεξάρτητη πηγή συνείδησης κρίνει το περιβάλλον του και όχι μόνο. Ανεξάρτητη; Καλά μην το δένουμε και κόμπο αυτό.

Καθώς μεγαλώνουμε, βομβαρδιζόμαστε, με πληροφορίες και απόψεις, τις οποίες άλλες αποδεχόμαστε, άλλες τι απορρίπτουμε και άλλες τις κρατάμε σε μία γωνιά του μυαλού μας, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, για μελλοντική χρήση.

Ευτυχώς όλοι οι άνθρωποι δεν είμαστε ίδιοι. Δυστυχώς κάποιοι από εμάς, ίσως και η πλειοψηφία, δεν φημίζονται για την εγκεφαλική και συναισθηματική τους εργατικότητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όταν αντικρίζουν ανθρώπους ή καταστάσεις, να μην τις κρίνουν με βάση τις εκάστοτε συνθήκες ή προσωπικότητες, αλλά με βάση τις προϋπάρχουσες στον εγκέφαλο τους απόψεις, για περιστάσεις που τους φαίνονται από παρόμοιες μέχρι ολόιδιες. Τα λεγόμενα στερεότυπα.

Τι είναι τα στερεότυπα; Τα στερεότυπα είναι τα σωσίβια που χρειαζόμαστε όταν ο εγκέφαλος μας αδυνατεί να επεξεργαστεί την θάλασσα των πληροφοριών που συναντάμε, όταν κάποιο καράβι που πατάμε γερά τα πόδια μας, αρχίζει να μπάζει νέρα. Και ναι οι περισσότεροι προτιμάνε να επιπλέουν παρά να κολυμπούν μια και το πρώτο είναι πολύ πιο ξεκούραστο.

Η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο, ένα άτομο να καταφέρνει να αποφεύγει τα στερεότυπα όλη του τη ζωή. Κάποια στιγμή κάπως θα κρίνει βάσει αυτών, ανεξάρτητα του πόσο δραστήριος νους, του πόσο ανοιχτόμυαλος είναι.  Παρ’όλα αυτά είναι αποδεδειγμένο ότι όσο ένας άνθρωπος καλλιεργεί την προσωπικότητα του,  είτε με ταξίδια, είτε με μουσική, βιβλία κ.τ.λ. τόσο πιο πολλά από τα στερεότυπα που του έχουν επιβληθεί, θα τα πετάει εκεί που ανήκουν, στο καλάθι των αχρήστων δηλαδή. Όσοι το έχουν βιώσει αυτό, μόνο ευγνωμοσύνη νιώθουν, καθώς αντιλαμβάνονται ότι νικώντας τα στερεότυπα, έχουν γίνει αποδέκτες εμπειριών που σε άλλη περίπτωση δεν θα τις ζούσαν ποτέ. Έχουν γνωρίσει άλλους ανθρώπους που δεν θα γνώριζαν ποτέ και τους έχουν προσφέρει μέσα από την επαφή τους συναισθήματα και σκέψεις που διαφορετικά δεν θα βίωναν.

Δεν θα είναι λίγες οι φορές που οι ίδιοι θα γίνουμε αποδέκτες των στερεοτύπων. Έχοντας ζήσει αρκετά για να καταλάβω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο χάσιμο χρόνου, από το να προσπαθείς να αλλάξεις την γνώμη ενός αρνητικά προκατειλλημένου εναντίον σου, ατόμου, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να ειρωνευόμαστε για λίγο και έπειτα να μην ασχολούμαστε παραπάνω. Μερικές φορές έτσι για το χαβαλέ θα είναι καλό να τους κρίνουμε και οι ίδιοι βάσει στερεοτύπων μήπως και αντιληφθούν το πόσο τενεκέδες ξεγάνωτοι είναι και αρχίσουν να σκέφτονται όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να σώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Διότι όπως εύκολα μαντεύετε, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην πληρεί ούτε ένα αρνητικό στερεότυπο από τα άπειρα που υπάρχουν στην λαίμαργη κοινωνία μας.

Μακάρι όμως τα στερεότυπα να είχαν πάντοτε αυτή την ανάλαφρη επίδραση. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Πίσω από κάθε ρατσιστική, ομοφοβική, σεξιστική κ.τ.λ. συμπεριφορά κρύβεται κάποιο αντίστοιχο στερεότυπο. Πίσω από την εξόντωση των Εβραίων στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο κρυβόντουσαν στερεότυπα αιώνων, που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη και ήθελαν τους Εβραίους να έχουν τα λεφτά, να είναι τοκογλύφοι και άλλα όμορφα. Το ζούμε και τώρα οι Έλληνες όταν συναντάμε κάποιους(λίγους ευτυχώς) μπούφους Ευρωπαίους οι οποίοι συμπεριφέρονται λες και τους χρωστάμε και σε ατομικό επίπεδο πέρα από το κρατικό.

Τα στερεότυπα είναι η νοημοσύνη των ηλιθίων. Και ο ηλίθιος το μόνο που καταφέρνει είναι να δυσκολεύει τη ζωή των άλλων και να φτωχαίνει τη δικιά του. Ας προσπαθήσουμε να τα αποφύγουμε. Μόνο σε καλό θα μας βγει.



Τρίτη 8 Μαΐου 2018

Από το περιθώριο στην απομόνωση



Πολλές φορές ακούμε τη λέξη "περιθώριο"...Αναφέρεται κυρίως σε μία περίπτωση που είναι εκτός του κυρίαρχου περιβάλλοντος. Ή αν όχι εκτός, στα άκρα του. Συνήθως εκτός του επίκεντρου του ενδιαφέροντος, μακρυά από τα φώτα, ίσως και μακρυά από την οποιαδήποτε δράση. Πάνω-κάτω αυτές είναι οι έννοιες που έχουμε στο μυαλό μας σχετικά με τη λέξη περιθώριο.

Τι γίνεται όμως όταν αυτή η έννοια συνοδεύεται δίπλα στη λέξη άνθρωπος; Πότε ένας άνθρωπος είναι στο περιθώριο; Πέρα από τις συνηθισμένες περιπτώσεις των άστεγων, των τοξικομανών και άλλων. Πότε ένας άνθρωπος φαινομενικά είναι φυσιολογικός και κατέχει μία θέση στην κοινωνία ενώ στην ουσία, βρίσκεται στο περιθώριο;

Ένας άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται στο περιθώριο από τις πρώτες στιγμές της ζωής του. Από όταν είναι μωρό και δεν νιώθει την παραμικρή ασφάλεια, μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Όταν στο μικρό μυαλουδάκι του σχηματίζεται η ιδέα ότι οποιαδήποτε έκφραση του μπορεί να είναι αφορμή για τιμωρία, φωνές ή ακόμα και για ξυλοδαρμό.

Ή αργότερα όταν πηγαίνει στο σχολείο και δυσκολεύεται να κάνει παρέες. Διότι για κάποιο λόγο δεν μπορεί πραγματικά να επικοινωνήσει με τα άλλα παιδάκια. Και γνωρίζουμε όλοι πόσο σκληρός είναι ο κόσμος των παιδιών. Πόσο αυστηρός μπορεί να είναι μέσα στην ειλικρίνεια του.

Ύστερα έρχεται η εφηβεία. Οι ορμόνες χορεύουν πεντοζάλη και μέσα στο αυτόν τον συναισθηματικό αναβρασμό, ο έφηβος πια περιθωριακός, προσπαθεί ατσούμπαλα πολλές φορές να πετύχει την τόσο επιθυμητή για τους έφηβους, αναγνώριση. Και εννοείται πως δεν τα καταφέρνει. Πολλές φορές μάλιστα εισπράττει τη χλεύη από τον επίσης πολύ σκληρό κόσμο των εφήβων.

Και τελικά ο άνθρωπος αυτός φτάνει στην ενήλικη ζωή του. Έχει καταπολεμήσει όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις και προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής. Φαινομενικά θα το κάνει. Θα εργαστεί σε μία ή αρκετές δουλειές, θα χτίσει ένα κοινωνικό κύκλο. Στην πραγματικότητα όμως θα έχει παραμείνει περιθωριακός.

Θα το καταλαβαίνει όταν θα εισπράττει ευγενικές αλλά ανυπόστατες προφορικές αποδοχές σε αυτά που θα ζητήσει. Θα το βλέπει αυτό όταν θα παρατηρεί διακριτικές μειωτικές συμπεριφορές στη δουλειά του. Θα το αντιλαμβάνεται όταν οι φίλοι του δεν θα στηρίζουν με κάποιο τρόπο τις προσπάθειες του, παρά μόνο στα λόγια. Και θα το νιώθει στο πετσί όταν θα συνειδητοποιεί μέσω της αδιαφορίας που θα εισπράττει ότι οι εκάστοτε ερωτικοί του σύντροφοι, τον αντιμετώπισαν απλά σαν ένα παυσίπονο αρχικά και σαν το κουτάκι που το περιέχει, έπειτα. Μίας χρήσεως. Αναλώσιμος.

Τι και αν το πάλευε πολλά χρόνια; Καταλαβαίνει ότι στο κλάσμα της ζωής του, μπορεί κάποιες φορές έπειτα από σκληρό αγώνα να άλλαξε τον αριθμητή αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να αλλάξει τον παρονομαστή. Και αρχίζει σιγά-σιγά να το παίρνει απόφαση και να το αποδέχεται. Να αποδέχεται ότι έχει μόνο δύο επιλογές. Ή να το τελειώσει εθελοντικά το περιθώριο, ή να το μετατρέψει, να το βαφτίσει σε εθελούσια απομόνωση. 

Και κάπως έτσι πλέον δεν απολαμβάνει να βρίσκεται ανάμεσα σε πολύ κόσμο, αποφεύγει τις νέες γνωριμίες, αφιερώνεται μόνο στον εαυτό του. Τα όνειρα που κάνει για το μέλλον δεν περιλαμβάνουν παρά μόνο τον εαυτό του. Είναι συμβιβασμένος με την ιδέα ότι όπου ταξιδέψει, όσους τόπους θα γνωρίσει, θα το κάνει χωρίς την παρουσία άλλων γύρω του. Πλέον δεν τον πειράζει και τόσο. Δεν νιώθει πλέον για να τον πληγώνει κάτι. Έχει απενεργοποιήσει κάθε ριψοκίνδυνη αισθαντική λειτουργία του οργανισμού του. Έχει απομονωθεί, χτίζοντας ένα στιβαρό τοίχο γύρω του.

Αγνοεί όμως ότι όσους τοίχους και αν υψώσει κανείς γύρω του, δεν θα είναι αρκετοί για να είναι πραγματικά ασφαλής...



Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

Ένας άνδρας διαβάζει "Το Δεύτερο Φύλο"



Πλησιάζω αργά, αλλά σταθερά, τα 29 έτη ζωής. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, κατα τη διάρκεια αυτής της εξελισσόμενης διαδικασίας, άπειρα ερωτήματα γεννιούνται μέρα με τη μέρα. Άλλα απαντώνται, άλλα απαντώται και διαψεύδονται και κάποια παραμένουν αναπάντητα.

Το μεγαλύτερο ερώτημα που μου είχε δημιουργηθεί, πολύ συνηθισμένο για ένα ετεροφυλόφιλο αρσενικό όπως εγώ, είναι το αιώνιο «τι συμβαίνει στο μυαλό μιας γυναίκας;»

Έχοντας περάσει άπειρες ώρες αναλύσεων γυναικείας συμπεριφοράς χωρίς να μπορέσω να βγάλω κάποιο ουσιαστικό συμπέρασμα και αντιλαμβανόμενος την ανεπάρκεια μου, αποφάσισα να απευθυνθώ στην ίδια τη γυναίκα. Όχι σε κάποια φίλη μια και αυτό δεν θα βοηθούσε καθώς η έστω στοιχειώδης νοημοσύνη και εμπειρία μου, έκρινε ότι οι όποιες απαντήσεις έπαιρνα θα αντιπροσώπευσαν μόνο την ίδια. Άρα τις πληροφορίες που αναζητούσα, θα τις έβρισκα σε κάτι σαν μία «Γυναικεία Εγκυκλοπαίδεια», κάτι που να εμπεριείχε μέσα τα πάντα σχετικά με το γυναικείο φύλο.

Και αυτό το βρήκα στο «Το Δεύτερο Φύλο» της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, ένα βιβλίο καθολικά αποδεκτό ως η «Βίβλος του Φεμινισμού». 1000 σελίδες σχεδόν, 991 για την ακρίβεια. Κάθε μία από αυτές με μικρά γράμματα. Έκλαψα λίγο αλλά άξιζε τον κόπο.
.
Το βιβλίο λοιπόν ξεκινάει με μια ιστορική αναδρομή πάνω στο γυναικείο φύλο, από τα προϊστορικά χρόνια, σε διάφορους αρχαίους πολιτισμούς μέχρι και λίγο πριν την εποχή που εκδόθηκε, το 1948. Ταυτόχρονα με την αναδρομή υπάρχει και μία λεπτομερέστατη και πολυεπίπεδη ανάλυση, κάτι αναμενόμενο αν σκεφτούμε ότι γράφτηκε από μία ιδιοφυή διανοούμενη. Επίσης δεν παραλείπτει να αναφέρει και τον ρόλο που είχε η γυναικεία παρουσία στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Σε αυτά τα κεφάλαια λοιπόν, άρχισε να αχνοφαίνεται ο πυρήνας της αιτιολόγησης της Μπωβουάρ για τη θέση που είχε βρεθεί διαχρονικά η γυναίκα, η οποία ήταν το γεγονός ότι η γυναίκα όντας επιφορτισμένη με το βασικότερο μερίδιο της αναπαραγωγής του είδους, βρέθηκε στο περιθώριο και το καθήκον για την εξέλιξη του είδους, το ανέλαβε ο άντρας, ικανοποιώντας, εννοείται, τις εκάστοτε προσωπικές του φιλοδοξίες.  Τολμώ να πω ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αυτού του πρώτου μέρους του βιβλίου δεν έπιασα τον εαυτό μου, ούτε σε μία σειρά να σκέφτεται ότι διαβάζει κάτι παράλογο ή ανακριβές.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που αποκαλείται «Η βιωμένη εμπειρία» η γαλλίδα συγγραφέας αναφέρει εμπειρίες και συμπεράσματα που έχει βγάλει από την ίδια της τη ζωή για τους διάφορους χαρακτηρισμούς και ιδιότητες που μπορεί να συνοδεύουν μία σύγχρονη της γυναίκα. Ξεκινάει από το μικρό κοριτσάκι, συνεχίζει με την έφηβη και τη σεξουαλική μύηση που της συμβαίνει, τη λεσβία, τη μητέρα, την κοινωνική ζωή της ενήλικης γυναίκας, την πόρνη, την ηλικιωμένη, και καταλήγει στο προτελευταίο κεφάλαιο στην ερωτευμένη και στη θεούσα που αφιερώνεται στον Θεό. Εδώ πλέον γίνεται ξεκάθαρο ότι η αγωνία της γυναίκας, είναι μέσω των παραπάνω ιδιοτήτων να μπορέσει να καλύψει το κενό που της δημιουργείται από την έλλειψη του δικαιωματος που υφίσταται, να φτάσει την προσωπικότητα της στο εκάστοτε απόγειο της. Και κάπου εκεί ξεκινάει κάθε συμπεριφορά της που εμάς τους άντρες, είτε δικαιολογημένα είτε αδικαιολόγητα, μας φαίνεται αλλοπρόσαλλη.

Το βιβλίο τελειώνει με τον ρόλο της γυναίκας στο μέλλον και αυτό δεν είναι άλλος από την απόλυτη ανεξαρτησία. Κλείνει μάλιστα με μία φράση του Μαρξ, η οποία καταδεικνύει την ευθύνη που έχουμε εμείς οι άντρες για να τη βοηθήσουμε να το πετύχει αυτό. Και αφού σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωση του βιβλίου η συγγραφέας δεν με έκανε να νιώσω ούτε μία φορά άσχημα που έτυχε να γεννηθώ άντρας(σε αντίθεση με πολλές άλλες wanna be φεμινίστριες) τότε προσωπικά εγγυώμαι ότι θα ακολουθήσω την προαναφερόμενη ρήση του Γερμανού φιλόσοφου.

Θα μπορούσε κάποιος ή κάποια να κάνει αντίλογο λέγοντας ότι το βιβλίο της Μπωβουάρ είναι πλέον ξεπερασμένο. Εν μέρει θα έχει δίκιο όσον αφορά τις αναπτυγμένες κοινωνίες αλλά δεν θα είναι απόλυτο. Η γυναίκα στις μέρες μας βρίσκεται σε αυτή την μεταβατική περίοδο, που εγκαταλείπει τον περιορισμένο και ασφυκτικά στενό ρόλο της των προηγούμενων δεκαετιών και ανακαλύπτει τη μαγεία της εξέλιξης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Όπως και σε κάθε τι άλλο στην ανθρώπινη ιστορία, οι μεταβατικές περίοδοι μόνο εύκολες και μόνο σταθερές δεν είναι. Το αντίθετο, είναι το πιο πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους υπερβολή και παρορμητισμό. Εκτός αυτού και σε πρακτικό επίπεδο, ακόμα και στην Ε.Ε. δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη ισότητα τη στιγμή που ο μέσος όρος μισθοδοσίας των γυναικών συγκριτικά με τους άντρες στα ίδια επαγγέλματα, είναι υποδυέστερος κατά 14,71%. Στην Ελλάδα, για να λέμε και τα καλά, είναι στο 5%.

Ταυτόχρονα είναι λογικό και εμείς οι άντρες να νιώθουμε ριγμένοι καθώς βλέπουμε τα «προνόμια» προηγούμενων δεκαετιών μας να καταργούνται εξαιτίας αυτής της ισοστάθμισης και αντίθετα κάποια από τα αντίστοιχα «προνόμια» των γυναικών να παραμένουν. Αυτό όμως είναι μία κοντόφθαλμη οπτική την οποία καλό θα είναι να αποφεύγουμε. Υπομονή λοιπόν και στα δύο φύλα, μέχρι αυτή η μεταβατική περίοδος να φτάσει στην ολοκλήρωση της και να ηρεμήσουμε. Και κυρίως να παύσουμε να κρινόμαστε σαν άνδρας και γυναίκα, αλλά σαν μεμονωμένα ανθρώπινα πλάσματα.

Θα αναρωτηθεί κανείς: Καλά όλα αυτά, αλλά μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, κατάλαβες περισσότερο την γυναίκα, μπορείς να την ψυχολογείς καλύτερα; Εννοείται πως όχι, καθώς άλλο να αναγνωρίζεις τα αίτια μίας συμπεριφοράς και άλλο να κατανοείς την ίδια τη συμπεριφορά. Κατάλαβα και επιβεβαίωσα όμως, το στόχο που έχω σαν ανεξάρτητος άντρας και άνθρωπος, στις γνωριμίες με ανθρώπους του άλλου φύλου που θα ακολουθήσουν στα επόμενα χρόνια της ζωής μου. Και ο «στόχος» είναι ξεκάθαρα η ανεξάρτητη γυναίκα. Για να μπορώ να ζω αυτό που τόσο όμορφα περιγράφει η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, την ερωτική και πνευματική συνεύρεση δύο ελεύθερων ανθρώπων:

«Το θαύμα συνίσταται στο ότι παραδίδει άμεσα σε κάθε εραστή ένα ανθρώπινο πλάσμα στη σαρκική του υπόσταση, η ύπαρξη του οποίου είναι μία απροσδιόριστη υπερβατικότητα. Και σίγουρα το πλάσμα αυτό είναι αδύνατον να το κάνεις δικό σου, αλλά τουλάχιστον μπορείς να το πλησιάσεις με προνομιακό και συγκλονιστικό τρόπο». Και εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία...



Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Η διαδικασία της απανθρωποίησης



Πριν καμιά δεκαριά χρόνια ήταν, όταν πήγα στο φροντιστήριο, λιγό μετά τις πανελλαδικές εξετάσεις πάνω στο αγαπημένο μου εξεταζόμενο μάθημα, την Έκθεση. Το θέμα δεν το θυμάμαι για να είμαι ειλικρινής. Θυμάμαι όμως τη καθηγήτρια μου να με ακούει με ικανοποίηση καθώς της ανέλυα αυτά που μόλις πριν λίγο είχα γράψει. Και φτάνουμε στο σημείο που όλο περηφάνεια της λέω: «και σε εκείνο το σημείο αναφέρω την απανθρωποίηση». Το βλέμμα της πάγωσε. Όχι τελείως άδικα μια και όταν βγήκαν το αποτελέσματα ο πρώτος εξεταστής μου είχε βάλει 9, ο δεύτερος 17 και ο τρίτος 11.

Ποτέ όμως δεν μετάνοιωσα για αυτό το «ατόπημα» μου. Όντας σαφέστατα επηρεασμένος εκείνη την εποχή από τον δίσκο “Demanufacture” των Fear Factory(φανταστείτε τους Depeche Mode σε μία death metal εκδοχή) ο οποίος ήταν το πρώτο μέρος μίας τριλογίας δίσκων που αναφερόταν σε μία εποχή που οι μηχανές επαναστατούσαν εναντίων των ανθρώπων και τους άλλαζαν τα πρέκια, κάτι σαν το Terminator, ήταν αδύνατο για μένα να μη δω τις ομοιότητες μεταξύ της αλληγορίας και της πραγματικότητας που παρατηρούσα γύρω μου. Και δεν μετάνοιωσα διότι μεγαλώνοντας, δεν άλλαξαν τα ερεθίσματα που εισπράττω από το περιβάλλον μου.

Ξεκινώντας με μία μακροσκοπική οπτική αρχικά, παρατηρώντας γενικότερα τον κόσμο μας, είναι ξεκάθαρο ότι οποιαδήποτε εξέλιξη είτε σε κοινωνικό, είτε σε πολιτισμικό είτε σε οποιοδήποτε τελικά επίπεδο, δίνει μία και μόνο κατεύθυνση που καταλήγει σε έναν και μόνο προορισμό. Την συντριβή των συναισθημάτων, των ιδεών και γενικότερα της πνευματικής καλλιέργειας των προσωπικοτήτων. Οι θεωρητικές επιστήμες, που είναι τόσο σημαντικές για το ανθρώπινο πνεύμα, περιθωριοποιούνται όλο και περισσότερο, μέσω της αγοράς εργασίας. Αντίθετα οι θετικές και οι τεχνολογικές επιστήμες, οι οποίες προτρέπουν μέσω της ίδιας του της φύσης, τους ανθρώπους να σκέφτονται μόνο με αριθμούς και με λογικές διαδικασίες κερδίζουν όλο και πιο πολύ σε δημοτικότητα. Λέγοντας  λογικές διαδικασίες εννοώ την γλώσσα του 0 και 1. Αυτόματα το ανθρώπινο μυαλό συνηθίζει να μην αντιλαμβάνεται οτιδήποτε ενδιάμεσο, να σκέφτεται με συγκεκριμένα όρια και με πιο αυτοματοποιημένες διαδικασίες. Ξέρω είναι ειρωνικό να τα λέω αυτά από τη στιγμή που εργάζομαι σαν μηχανικός σε μία εταιρεία που κατέχει το 80% παγκόσμιο μονοπώλειο της κατασκευής μηχανών που δημιουργούν μικροτσιπ. Των μήτρων δηλαδή της σύγχρονης τεχνολογίας. Αυτό είναι που με κάνει όμως να αναγνωρίζω  την χρησιμότητα των θετικών και τεχνολογικών επιστημών, αρκεί όμως να είναι ένα εργαλείο για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και  όχι ο κινητήριος μοχλός της. Αυτός ο ρόλος πρέπει να είναι αποκλειστικότητα των θεωρητικών επιστημών, των επιστημών του πνεύματος.

Κοιτάζοντας όμως τα πράγματα και σε πιο κοντινό πλαίσιο, δεν μπορώ να αισθανθώ καλύτερα. Όλο και συχνότερα ακούω και βλέπω ανθρώπους να νιώθουν εξαπατημένοι από τις ανθρώπινες σχέσεις και τις ζωές τους. Και η μόνη τους άμυνα απέναντι σε αυτό είναι το να κλείνονται στον εαυτό τους και να μην ανοίγονται ποτέ. Έχουν βάλει ως μοναδική τους προτεραιότητα την επιβίωση, και η επιβίωση συμβαδίζει μόνο με ρηχά και σύντομα συναισθήματα. Ίσα ίσα για να μπορούμε να αναπνέουμε. Κρέας για κρέας. Η ζωή και η ανθρωπιά έχουν καταντήσει επικίνδυνες έννοιες. Φτάνουμε σε ένα σημείο που η αποξένωση φαντάζει η μοναδική διέξοδος,  είτε γιατί η ζωή μας επιβάλλει να πονάμε πολύ, είτε επειδή δεν αντέχουμε να πονάμε έστω και λίγο. Και σε αυτό σίγουρα συνεισφέρει και το ακαλλιέργητο πνεύμα μας που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο. Όσο και αν παρατηρήσει κανείς τη βιτρίνα μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που έχουν καταντήσει ένας οχετός ευτυχίας, η αλήθεια είναι ότι δεν πείθεται. Διότι οι πωλήσεις των ψυχοφαρμάκων έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, όπως και τα κέρδη των ψυχολόγων-ψυχοθεραπευτών και φυσικά και ο αριθμός των αρθρογράφων.

Ένας καθηγητής μου στο ΤΕΙ, που απεβίωσε σχετικά πρόσφατα, συνήθιζε να λέει την εξής φράση στην οποία μπορεί να συνοψιστεί ολόκληρο των νόημα των προηγούμενων παραγράφων:
«Έχεις ένα μαχαίρι. Με το ίδιο μαχαίρι μπορείς να κόψεις ψωμί και να ταίσεις τον συνάνθρωπο σου, με το ίδιο μαχαίρι μπορείς να του κόψεις το λαρύγγι.»

Και κλείνω με ένα Spoiler Alert. Στην τριλογία των Fear Factory, η ανθρωπότητα φτάνει κοντά στον αφανισμό. Κάποιοι λίγοι τελευταίοι αντιστέκονται και τελικά καταφέρνου να αποτρέψουν την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που φαντάζεται κάποιος, δηλαδή η επικράτηση των ανθρώπων εναντίον των μηχανών. Είναι η δημιουργία ενός νέου είδους, ενός μείγματος ανθρώπου και μηχανής.  Ένα πλάσμα του οποίου τα υλικά μέρη μπορεί να ήταν σε μεγάλο βαθμό μηχανικά, το πνεύμα του όμως ήταν αποκλειστικά ανθρώπινο.



Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Η πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης



Άπειρες λέξεις έχουν γραφτεί για την γοητεία της Θεσσαλονίκης. Άλλες αναφέρονται στον τρόπο ζωής της πόλης, άλλες για τους κατοίκους της, άλλες για τα μνημεία και τα αξιοθέατα της, άλλες για το φαγητό της και πάει λέγοντας. Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά σαν Θεσσαλονικιός δεν συνεριζόμουν τόσο πολύ όλα αυτά διθυραμβικά σχόλια, μέχρι την ενηλικίωση μου.

Με το που μετακόμισα, λόγω των σπουδών μου και επειδή μόνο όταν χάνεις κάτι καταλαβαίνεις την αξία του, άρχισα και εγώ να αφουγκράζομαι όλο αυτό το κλίμα υπέρ της πολης. Προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει αυτή την πόλη ελκυστική, από τη στιγμή που σίγουρα δεν είναι ιδιαίτερα φροντισμένη διαχρονικά, από τους κατοίκους και τις αρχές της.

Έχοντας την Ιστορία, ως συχνό οδηγό, για να βγάζω συμπεράσματα γενικά για τη ζωή δεν μπορούσα να μην αρχίσω να ψάχνω ενδελεχώς αυτή της Θεσσαλονίκης. Συνδυάζοντας αυτή την αναζήτηση με τα νυχτοπερπατήματα στους δρόμους της πόλης, έφτασα σε ένα συμπέρασμα ρεαλιστικό και μεταφυσικό ταυτόχρονα. Η γοητεία της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στην πολυπολιτισμικότητα που μέσα από τους αιώνες έχει περάσει στον αέρα της.

Η πόλη ιδρύθηκε το 315 π.Χ. Μόλις 8 χρόνια πριν είχε πεθάνει ο Αλέξανδρος ο Γ’, ο οποίος είχε δημιουργήσει με τις κατακτήσεις του έναν καινούριο παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Σε αυτό το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ο τότε βασιλιάς της Μακεδονίας, Κάσσανδρος, αποφάσισε να ιδρύσει μία πόλη  η οποία θα αποτελούσε το φυσικό λιμάνι του βασιλείου του, που θα επέτρεπε στη Μακεδονική ενδοχώρα να επικοινωνήσει με τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου.

Στον Ελληνιστικό κόσμο, όπου η κοινή γλώσσα ήταν τα ελληνικά, όπου οι έμποροι επικοινωνούσαν μεταξύ τους χωρίς να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τις διαμάχες των βασιλιάδων, και τα σύνορα άλλαζαν με γρήγορους ρυθμούς, ήταν φυσικό επακόλουθο οι πόλεις-λιμάνια να έχουν ισχυρές κοινότητες εμπόρων που κατάγονταν από τελείως διαφορετικές τοποθεσίες. Έτσι λοιπόν από την αρχή στη Θεσσαλονίκη, πέρα από τους Μακεδόνες, εγκαταστάθηκαν και άλλοι Έλληνες, Ανατολίτες, Αιγύπτιοι, Σύριοι, Ιουδαίοι, Φοίνικες και άλλα.

Τα πράγματα δεν διαφοροποιήθηκαν ούτε την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της οποίας η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της. Αντίθετα εντάθηκαν καθώς η πολυπολιτισμικότητα άρχισε να εκφράζεται και μέσω της θρησκείας. Η πόλη φιλοξενούσε ναούς και εκκλησίες αφιερωμένες στο Δωδεκάθεο καθώς και στις πολύ διαδεδομένες τότε Αιγυπτιακές θεότητες. Σύντομα υποδέχτηκε και τον Χριστιανισμό, αν και ο Γαλέριος που έκανε την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα της επικράτειας του, προέβη σε διωγμούς εναντίον τους.

Η πολυπολιτισμική φύση της πόλης θα μπορούσε να αλλάξει επί Βυζαντινών χρόνων, αν οι ίδιοι οι Ρωμιοί σαν κοινωνικό σύνολο δεν ήταν και αυτοί αποτέλεσμα παντρέματος διαφορετικών λαών και παραδόσεων. Η ανοχή σε διαφορετικές θρησκείες σίγουρα περιορίζεται, έως εκμηδενίζεται για αρκετούς αιώνες, αλλά από τον 10ο αιώνα και μετά οι αντιστάσεις αυτές κάμπτονται, καθώς το εμπόριο αρχίζει ξανά να ακμάζει ιδιαίτερα στους λαούς της Μεσογείου. Η Θεσσαλονίκη ως μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της, δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί κέντρο διερχομένων εμπόρων καθώς και μόνιμα εγκατεστημένων αντιπροσώπων, κυρίως Ιταλών. Ταυτόχρονα πολλοί λαοί των Βαλκανίων(Σέρβοι, Βούλγαροι) που ήταν Ρωμιοί υπήκοοι, για να γλιτώσουν επιδρομές φύλων που περνούσαν τον Δούναβη, έβρισκαν ασφάλεια μέσα στα τείχη της. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον 12ο η πόλη φαίνεται να ξεπερνούσε τους 150.000 κατοίκους, την ίδια έποχη που η πρωτεύουσα της Αγγλίας, Λονδίνο είχε 30.000, η αντίστοιχη της Γαλλίας, Παρίσι είχε 50.000. Στην πόλη αναπτύχθηκαν ιδέες, επηρεασμένες από άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, με μεγαλύτερο παραδείγμα το κίνημα των Ζηλωτών που η απαρχή του ήταν ξεκάθαρα επηρεασμένη από τα αντίστοιχα κινήματα των πόλεων της Φλάνδρας και στη συνέχεια περιείχε πολλά προσοσιαλιστικά στοιχεία.

Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατέλαβε την πόλη, αυτή βρισκόταν σε παρακμή. Ο διωγμός των Εβραίων της Ισπανίας, ήταν το κατάλληλο δώρο στον τότε Σουλτάνο για να προσφέρει σωτηρία για αυτούς και ανάσα ζωής για την Θεσσαλονίκη. Κάπως έτσι ονομάστηκε και μητέρα του Ισραήλ καθώς από τότε και μέχρι τον 20ο αιώνα η πολυπληθέστερη κοινότητα της πόλης ήταν η Εβραϊκή. Αν και επι Οθωμανών, η πόλη δεν έφτασε ποτέ τα επίπεδα του διεθνούς κύρους που είχε επί Βυζαντίου, παρέμεινε σημαντική μητρόπολη (και) για αυτό το πολυπολιτισμικό κράτος.

Και φτάνουμε στο 1912. Η Θεσσαλονίκη γίνεται μέρος του Νεο-Ελληνικού κράτους. Η κατανομή του πληθυσμού της πόλης επιβεβαιώνει την πολυπολιτισμική φύση της που υπήρχε στη διάρκεια όλων των προηγούμενων αιώνων. Τότε διέμεναν στην πόλη 60.000 Ισραηλίτες, 39.000 Έλληνες, 45.000 μουσουλμάνοι και 10.000 διάφοροι άλλοι λαοί, κυρίως βαλκανικοί.

Δυστυχώς κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, τυχαίες ή μη συγκυρίες, οδήγησαν στην αποδυνάμωση της πολυπολιτισμικότητας της πόλης, με σημαντικότερες τον διωγμό των Εβραίων της πόλης κυρίως κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η άφιξη των Ρωμιών προσφύγων στην πόλη το 1922 σίγουρα στάθηκε σημαντικό ανάχωμα προς την απόλυτη Ελληνοποίηση της πόλης, μια και οι ίδιοι ήταν εκ φύσεως φορείς πολυπολιτισμικότητας και μάλιστα όντας έστω και μικρή πλειοψηφία, μπόρεσαν να τη μεταδόσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να μπορούμε ακόμα να μιλάμε για μία αίσθηση συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών και κουλτούρων.

Αυτή η αίσθηση είναι το μεταφυσικό στοιχείο που ανέφερα σε μία από τις πρώτες παραγράφους αυτού του κειμένου. Δεν είναι δυνατόν 22 και παραπάνω αιώνες συνεχόμενης πολυπολιτισμικής ζωής να μην αφήσουν το στίγμα τους, ειδικά όταν συνοδεύονται από αντίστοιχες πολιτισμικές επιρροές. Και αυτό, για κάποιον που γνωρίζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης, είναι διαθέσιμο στον ίδιο τον αέρα της πόλης. Στην τελική η «γοητεία» είναι μία λέξη η οποία δεν βασίζεται τόσο σε υλικά ερεθίσματα αλλά σε αισθήσεις. Και επειδή η ατέλεια είναι που κάνει τη γοητεία, είναι αυτές οι ατέλειες που έχει η σύγχρονη Θεσσαλονίκη που την κάνουν γοητευτική.

Η πολυπολιτισμικότητα είναι η φύση της Θεσσαλονίκης. Τα τελευταία χρόνια γίνονται κάποιες προσπάθειες να ανακτήσει ένα μέρος της. Έχει πολύ δρόμο ακόμα. Αλλά αν εμείς οι Θεσσαλονικείς θέλουμε να λέμε ότι σεβόμαστε την ιστορία της πόλης μας, πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να το καταφέρουμε αυτό. Για να μπορέσουμε να δικαιώσουμε το ρητό του Νικηφόρου Χούμνου, ενός Θεσσαλονικιού λόγιου του 14ου αιώνα μ.Χ
.
«Ως ουδείς άπολις μέχρις αν η των Θεσσαλονικέων ή πόλις»

«Κανείς άνθρωπος δεν θα μείνει χωρίς πατρίδα, όσο θα υπάρχει η Θεσσαλονίκη.» 




Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Δεν υπάρχει παλιά και νέα ζωή



Υπάρχουν αυτές οι στιγμές, που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το παρελθόν μας. Ειδικά όταν αυτό το παρελθόν ήταν ένα πρόσφατο παρόν, στο οποίο η ποσότητα και η ποιότητα των εμπειριών, δεν μας δίνει τον χρόνο και τον χώρο για να αντιληφθούμε το τι ακριβώς ζούμε. Και να λοιπόν ξαφνικά βρισκόμαστε παρέα με τον εαυτό μας και προσπαθούμε να βάλουμε σε μία τάξη το μυαλό μας.

Πόσο όμορφα δύσκολο είναι αυτό όμως; Ειδικά όταν το πρόσφατο παρελθόν είναι τελείως διαφοροποιημένο από υπόλοιπο παρελθόν που έχουμε ζήσει. Και σκέψου, αυτό το υπόλοιπο παρελθόν να είναι μόνο λίγες ώρες μακρυά. Πω ρε φίλε, πάλι γαμάω το κεφάλι μου.

Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε που αποφάσισα να αλλάξω τη ζωή μου. Να δημιουργήσω μία καινούρια ζωή. Οι λόγοι που με οδήγησαν σε αυτό ήταν ένας συνδυασμός αρνητικών και θετικών εμπειριών και σκέψεων που είχα μαζέψει μέχρι τότε. Ο βασικότερος ο λόγος όμως ήταν και θετικός και αρνητικός ταυτόχρονα.

Όντας ένας άνθρωπος που λατρεύει την εξέλιξη και αρρωσταίνει με τη μονοτονία, είχα φτάσει σε ένα σημείο που ήθελα νέες προκλήσεις στη ζωή μου. Νέους στόχους. Νέες εμπειρίες. Καλώς ή κακώς οι καταστάσεις που ζούσα δεν μου επέτρεπαν να αισιοδοξώ ότι θα μπορούσω να ακολουθήσω αυτή τη φιλοσοφία. Έτσι έπρεπε να επιχειρήσω τη μεγάλη αλλαγή.

Δεν θυσίασα λίγα πράγματα. Το αντίθετο. Η ζωή μου συγκριτικά με άλλες περιόδους ήταν καλύτερη τότε. Αλλά δεν υπήρχε κάμιά προοπτική για κάτι καλύτερο. Αυτό με ξενέρωνε. Και τώρα στέκομαι εδώ με λίγο κρασί και μία μπύρα που μου πρόσφερε ο κοινωνικός σε βαθμό κακουργήματος συγκάτοικος μου και προσπαθώ να αντιληφθώ το τι έζησα τόσο καιρό.

Πως να τα βάλεις όλα σε μια σειρά; Συγκεχυμένες έρχονται οι αναμνήσεις. Όμως ακόμα και έτσι αντιλαμβάνομαι ότι η πλειοψηφία τους είναι όμορφες. Και αντιλαμβάνομαι ότι έχω βάλει νέες βάσεις στη ζωή μου, οι οποίες προσφέρουν τις πάντα επιθυμητές σε μένα προοπτικές. Έχτισα ένα πρόσφατο παρελθόν το οποίο μου δίνει τη δυνατότητα να κυνηγήσω και να διεκδικήσω το μέλλον. Ναι είμαι χαρούμενος. Ναι ξέρω ότι η ζωή πάντα έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Η γνώση αυτής της κυκλοθυμικότητας της ζωής μου δίνει τη σοφία να απολαμβάνω χωρίς τυμπανοκρουσίες τα «πάνω» της και να μην πανικοβάλλομαι στα κάτω της.

Και τώρα ετοιμάζομαι σε λίγες ώρες να ξανασυναντήσω ένα μέρος της ζωής που είχα αφήσει πίσω μου. Η νέα ζωή που επέλεξα βλέπετε, μου έδωσα το  δικαίωμα να αποβάλλω ότι άσχημο είχε η παλιά και να κρατήσω τα όμορφα. Στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Διότι όταν αλλάζει κάποιος τη ζωή του είναι αγνωμοσύνη μαζί με τα άσχημα να ξεχνάει και τα όμορφα που ζούσε μέχρι τότε. Διότι τόση ώρα που αναφέρω τους όρους «παλιά» και «νέα ζωή» διαπράττω ένα μεγάλο λάθος.

Δεν υπάρχει παλιά και νέα ζωή. Μία είναι η ζωή. Η δική μας. Ξεκινάει. Εξελίσσεται. Και κάποια στιγμή τελειώνει. Κατά τη διάρκεια της, όσο διαφορετική και να παρουσιάζεται κατά περιόδους, θα συναντήσουμε άσχημες και όμορφες καταστάσεις. Άσχημους και όμορφους ανθρώπους. Μέχρι κάποια στιγμή να ξαναγίνουμε ασυνείδητο μέρος του σύμπαντος που μας την πρόσφερε. Ας την απολαύσουμε μέχρι τότε, χωρίς να συγκρίνουμε τις περιόδους της, και ας φροντίσουμε να κρατάμε τις ομορφιές της και να μαθαίνουμε από τις ασχήμιες της.  Ή έστω μόνο το πρώτο. Οπωσδήποτε το πρώτο.