Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Ξέρουμε ποιοι είμαστε;


Στην ταινία «Angel Heart» (1987), του Alan Parker, στιγμιότυπο της οποίας έχω για φωτογραφία εξώφυλλου αυτής της σελίδας, σε κάποιο σημείο ο πρωταγωνιστής Mickey Rourke, στον ρόλο του Harry Angel, κοιτάει τον καθρέφτη και ουρλιάζει «Ξέρω ποιος είμαι!», ενώ λίγο πριν ή μετά, δεν θυμάμαι, ο Louis Cyphre, που τον υποδύεται αριστοτεχνικά ο Robert De Niro, του λέει ότι «Ανεξάρτητα του πόσο έξυπνα ξεγλιστράς από τον καθρέφτη, η αντανάκλαση σου πάντα θα σε κοιτάει κατάματα.»

Το ερώτημα το μεγάλο όμως είναι το εξής: Ποια είναι αυτή η αντανάκλαση μας; Την γνωρίζουμε και κυρίως την αναγνωρίζουμε όταν τη βλέπουμε; Ή μας φαίνεται τελείως ξένη, άγνωστη και κάποιες φορές τρομακτική;

Θεωρητικά, οι άνθρωποι έχουμε συνείδηση της ύπαρξης μας από τους πρώτους μήνες της. Στα πρώτα χρόνια αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε περισσότερα πράγματα σχετικά με το ποιοι είμαστε και στην εφηβεία, πολιορκούμαστε χωρίς να το καταλάβουμε με όλα τα πιθανά πεπρωμένα που έχουμε, σε συνδυασμό με τις ορμόνες που χτυπάνε κόκκινο. Και τελικά αφού τελειώσουμε το πανεπιστήμιο ή γενικά στην ηλικία των 20+, θεωρητικά ξέρουμε ποιοι είμαστε και κυρίως τι θέλουμε.

Στην πραγματικότητα όμως γνωρίζουμε ότι δεν είναι καθόλου έτσι. Πόσες φορές έχει τύχει να κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά και να μην τον αναγνωρίζουμε; Και δεν υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτό το φαινόμενο. Όλοι μας λίγο ή πολύ το έχουμε νιώσει, όσο συνειδητοποιημένοι και αν είμαστε σχετικά με τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας.

Η απάντηση στο «γιατί συμβαίνει αυτό;» νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα με μία παλιά γνωστή μου σχετικά με τους ηθοποιούς. Κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης την ρώτησα αν «οι ηθοποιοί προκειμένου να εξυπηρετήσουν έναν ρόλο, ανακαλύπτουν ή επεκτείνουν τον εαυτό τους;». Η απάντηση που μου έδωσε αρχικά νομίζω ήταν ότι οι ηθοποιοί ανακαλύπτουν τον εαυτό τους μέσω της υποκριτικής. Παρ’ όλα αυτά στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τελικά συμβαίνουν και τα δύο ανάλογα με την περίσταση.

Πιστεύω ακράδαντα ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, ενώ ζει. Όπως έλεγε και ο Σαίξπηρ, ο κόσμος όλος είναι μία σκηνή και ο καθένας μας είναι ένας ρόλος. Κάθε άνθρωπος δεν γεννιέται με έναν απόλυτα προκαθορισμένο χαρακτήρα και προσωπικότητα. Σίγουρα κάποια βασικά στοιχεία προϋπάρχουν είτε λόγω κληρονομικότητας, είτε λόγω αυτού που αποκαλούμε «ψυχή» και τελικά δεν ξέρουμε τι είναι ή αν είναι.

Αλλά ένα μεγάλο μέρος της προσωπικότητας μας προέρχεται από τα βιώματα μας και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Είναι ευνόητο ότι αν κάποιος πάρει τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο και τον βάλει να μεγαλώσει είτε στη σημερινή Σουηδία, είτε στη σημερινή Συρία, θα πρέπει να είναι πολύ αφελής για να νομίσει, ότι θα είναι ο ίδιος άνθρωπος μετά από αυτες τις δύο τελείως διαφορετικές εμπειρίες.

Έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Γεννιόμαστε με μία βάση και καθώς μεγαλώνουμε αυτή τη βάση την εμπλουτίζουμε, την επεκτείνουμε, υποσυνείδητα συνήθως και τελικά καταλήγουμε να την ανακαλύπτουμε. Και φτου και από την αρχή.

Και έτσι στο αρχικό ερώτημα, του αν ξέρουμε ποιοι είμαστε η απάντηση είναι αρνητική μεν όχι απόλυτη δε. Όση αυτογνωσία και αν έχει κάποιος, θα μπορεί να κρίνει τον εαυτό του με βάση τις μέχρι τώρα πράξεις του και τα συναισθήματα που έχει νιώσει. Αλλά υπάρχει πάντα χρόνος όσο ζούμε αυτό να αλλάξει στο μέλλον και αυτό διότι θα έχουμε ανακαλύψει την περαιτέρω εμπλουτισμένη προσωπικότητα μας. Και είναι πολύ ειρωνικό το γεγονός ότι όταν πάψουμε να εκτελούμε αυτή τη διαδικασία, θα έχουμε το δικαίωμα δηλαδή να πούμε «Ξέρω ποιος είμαι!» και να ισχύει. Όταν πλέον θα παύσουμε να ζούμε. Και τελικά δεν θα το πούμε εμείς, αλλά θα το πουν οι άλλοι που θα αφήσουμε πίσω μας.

Άρα το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να φροντίσουμε όσο γίνεται να τους καθοδηγήσουμε ώστε να πούνε την αλήθεια, που δεν θα μπορούμε εμείς.

Και μέχρι τότε να θυμόμαστε αυτό που ανέφερε ο
Louis Cyphre σε ένα άλλο στιγμιότυπο της ταινίας Angel Heart.

«Το μέλλον δεν είναι αυτό που ήταν.»




Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Το τίμημα της ατομικής ελευθερίας


Ελευθερία. Παίζει να είναι η πιο χιλιοειπωμένη λέξη, μαζί με την αγάπη, στην ιστορία της Ευρωπαϊκής διανόησης από τις εποχές της Αρχαίας Ελλάδας ακόμα, μέχρι τη Γαλλική και τη Ρώσικη επανάσταση και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Το ακούμε καθημερινά τριγύρω μας σε οποιαδήποτε περίσταση, είτε συλλογική, είτε ατομική.

Αλλά αν για τη συλλογική έχουν γραφτεί μανιφέστα και μανιφέστα, έχουν δημιουργηθεί ιδεολογίες, παρεξηγημένες ή μη, τι γίνεται με την ατομική ελευθερία, τώρα στον δυτικό κόσμο που πορευόμαστε, κυρίως, στη ζωή μας;

Κρίνοντας από τα προσωπικά μου βιώματα, η ατομική ελευθερία είναι μία τελείως διαφορετική υπόθεση από τη συλλογική. Ίσως θα έπρεπε και διαφορετικές λέξεις να χαρακτηρίζουν αυτές τις δύο έννοιες. Ίσως πάλι όχι. Ίσως το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο. Αλλά οι διαδικασίες που ακολουθούνται είναι σίγουρα τελείως διαφορετικές.

Τι σημαίνει ατομική ελευθερία; Αν αφήσουμε στο περιθώριο την οποιαδήποτε πρακτική της έκφραση, κυρίως σε οικονομικά και επαγγελματικά πλαίσια, η ελευθερία σε ατομικό επίπεδο είναι η απόλυτη ανεξαρτησία σε οποιαδήποτε απόφαση θα πάρουμε σχετικά με το ίδιο μας το πνεύμα, με την ίδια μας τη ζωή, με τις εμπειρίες που θέλουμε να βιώσουμε κατά τη διάρκεια αυτής.

Και τι μας εμποδίζει για αυτή την ελευθερία; Ξανατονίζω πέρα από τα πρακτικά ζητήματα όπως ο χρόνος, η οικονομική μας κατάσταση κ.τ.λ. Αυτά μπορεί με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, αργά ή γρήγορα να ξεπεραστούν. Ποιος είναι αυτός ο τελευταίος παράγοντας για να μπορέσουμε να επιδιώξουμε την ελευθερία μας, το τελευταίο σύνορο που πρέπει να διαβούμε, μα συνάμα και το πιο δύσκολο;

Αυτό είναι, οι ανθρώπινες σχέσεις που διατηρούμε. Οι σοβαρές ανθρώπινες σχέσεις πάνω στις οποίες έχουμε θεμελιώσει τις ζωές μας, είτε αυτοί είναι οι γονείς μας, είτε είναι οι καλύτεροι μας φίλοι, είτε ο/η σύντροφος που αγαπάμε και πορευόμαστε σε αυτή τη ζωή. Και αν η φύση των γονέων είναι τέτοια, ώστε να θυσιάζουν ότι είναι δυνατό για την ευημερία των παιδιών τους και αν οι φίλοι μας όσο και να μας αγαπάνε έχουν και εκείνοι με τη σειρά τους τη δικιά τους ζωή και επιθυμίες να υπηρετήσουν, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους/τις συντρόφους μας, διότι πολύ απλά όπως ανέφερα πριν, τους/τις αγαπάμε και πορευόμαστε μαζί στη ζωή.

Και δεν είναι απαραίτητο οι άνθρωποι που συσχετιζόμαστε, σε οποιοδήποτε από τους παραπάνω ρόλους και αν ανήκουν, να είναι τοξικοί και να μας περιορίζουν. Το αντίθετο. Μπορεί να είναι τόσο αλτρουϊστές και να είναι τόσο ισχυρή η αγάπη τους για μας που να θυσιάζουν μέχρι και την ανάγκη που μας έχουν για να μας δουν να γευόμαστε την ανεξαρτησία μας.

Είναι τα ίδια μας τα συναισθήματα απέναντι τους, που θα μας κάνουν με τη σειρά μας να διστάζουμε να τα θυσιάσουμε προς τέρψιν των απόλυτα προσωπικών μας στόχων, επιδιώξεων και προσδοκιών. Αν είναι τοξικοί, στην πραγματικότητα η απόφαση μας δεν θα είναι δύσκολη. Αν είναι όμως υγιείς άνθρωποι που μας αγαπάνε; Τότε τα πράγματα ζορίζουν. Και εκεί καλούμαστε να πάρουμε απόφαση.

Είτε αγνοούμε την έγνοια και το δέσιμο που νιώθουμε για αυτούς και αφηνόμαστε στους δρόμους που χαράζει το πνεύμα μας απόλυτα ελεύθερα, είτε αντίθετα θυσιάζουμε τους δεύτερους για να μην απωλέσουμε τη δεδομένη απόλαυση που μας προσφέρουν τα πρώτα. Και κυρίως την αγάπη.


Και έτσι αντιλαμβανόμαστε και στις δύο περιπτώσεις ότι κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε. Στην περίπτωση της επιλογής της ελευθερίας θυσιάζουμε την αγάπη, διότι ειδικά στην περίπτωση του/της συντρόφου, η αγάπη για να μείνει ζωντανή και ακμαία, πρέπει να ανατροφοδοτείται. Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Στην περίπτωση της επίλογης της αγάπης τότε θυσιάζουμε την ελευθερία μας όπως αναλύθηκε παραπάνω.

Το τίμημα της ατομικής ελευθερίας, λοιπόν, είναι η έλλειψη της αίσθησης της αγάπης. Είναι ειρωνικό ότι οι δύο πιο χρησιμοποιημένες λέξεις, όπως ανέφερα στην αρχή του κειμένου, αντικατοπτρίζουν δύο έννοιες οι οποίες στην πραγματικότητα είναι αντικρουόμενες. Τι να επιλέξουμε; Εξαρτάται με την περίσταση. Βάσει της δικιάς μου προσωπικότητας θεωρώ ότι ο στόχος πρέπει να η χρυσή τομή αυτών των δύο, μία έννοια που προσωπικά εγώ θα την αποκαλούσα «ευτυχία». Κατά πόσο εφικτή είναι αυτή η χρυσή τομή, αμφιβάλλω. Επίσης κάποιος μπορεί να θέσει το πολύ εύστοχο αντεπιχείρημα ότι ζώντας λίγο και τα δύο, τότε χάνεται η ευκαιρία να γνωρίσει κάποιος το μεγαλείο αυτών των δύο εννοιών ξεχωριστά, με άλλα λόγια να φυτοζωεί.

Από ότι φαίνεται η αναλογία αγάπης και ελευθερίας είναι μία εξίσωση με πολλούς μεταβλητές. Όχι όμως για όλους. Διότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι λόγω διαφόρων γεγονότων και συνθηκών, δεν λαμβάνουν την αγάπη που θα ήθελαν να νιώσουν. Και αυτό πολλές φορές το εκλαμβάνουν σαν μοναξιά. Η πραγματικότητα είναι όμως ότι ειναι στο χέρι τους, αυτή την πρακτική τους μοναχικότητα, να τη γυρίσουν σαν ένα νόμισμα και να δουν ότι η άλλη όψη του αποκαλύπτει τους δρόμους της ελευθερίας.




Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Η θεωρία των Άκρων



Ένας πολύ συνηθισμένος όρος που ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια είναι «Η Θεωρία των Άκρων». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την άποψη ότι τα Σοσιαλιστικά και υπερεθνικιστικά(πολλές φορές νεοναζιστικά) κινήματα, μέσα στις διαφορές τους, έχουν και πολλά κοινά, σαν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η άποψη αυτή εκφέρεται κυρίως από τους οπαδούς του Νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για ένα οικονομικό κυρίως σύστημα, το οποίο υποστηρίζει την μηδαμινή αν είναι δυνατο, επέμβαση του κράτους στην οικονομία, και την απόλυτη ελευθερία της αγοράς. Ακόμα και αν αυτή βάσει της γνωστής ανθρώπινης φύσης τείνει να εξελιχθεί σε ασυδοσία.

Το παράδοξο είναι ότι τη θεωρία των άκρων την χρησιμοποιούνε κυρίως για να κατηγορήσουν τα σοσιαλιστικά κινήματα και όχι τα αντίστοιχα υπερεθνικιστικά. Εγώ σαν φιλο-σοσιαλιστής λοιπόν, έχω κάποιες αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της συγκεκριμένης θεωρίας, τις οποίες και θα παραθέσω στις παρακάτω παραγράφους.

Λένε λοιπόν οι υπέρμαχοι της θεωρίας των άκρων, ότι και τα δύο άκρα σκοπεύουν στον έλεγχο της οικονομίας από το κράτος, σε μεγάλο βαθμό. Στην πράξη όμως όλα τα υπερεθνικιστικά κινήματα που έχουν πάρει τις εξουσίες στις κοινωνίες τους, έχουν υποστηρίξει την ακραία ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων των χωρών τους.  Καθώς επίσης είναι και γεγονός ότι πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες θησαύρισαν στην κυριολεξία κατά τη διάρκεια υπερεθνικιστικών διακυβερνήσεων.

Παραδείγματα πολλά και τρανταχτά. Μεγαλύτερο από όλα είναι αυτό της Χιτλερικής Γερμανίας, στην οποία μέσω του Εθνικοσοσιαλισμού(πόσο ελεεινό το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν τον όρο αυτό στην «κοσμοθεωρία» τους) ισχυροποίηθηκαν βιομηχανίες που είναι γνωστές ακόμα και στις μέρες μας όπως η Krupp, η Porsche/Volkswagen, η Bayer και πολλές άλλες. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι υψηλοί αξιωματούχοι του Χίτλερ ήταν ταυτόχρονα και επιχειρηματίες, πολλοί από αυτούς μάλιστα κατείχαν και τίτλους όπως «Βαρώνος» «Κόμης» κτλ. Πολλές από τις βιομηχανίες αυτές αναπτύχθηκα κατακόρυφα χρησιμοποιώντας σκλάβους, Εβραίαους και μη.

Κάτι αντίστοιχο γινόταν και στην Ιταλία του Μουσολίνι με την Fiat, καθώς και στην Ισπανία του Φράνκο. Φυσικά η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να είναι εξαίρεση, καθώς στη διάρκεια της Χούντας υπήρξαν πάρα πολλά επιχειρηματικά τζάκια που ισχυροποιήθηκαν σε αδιανόητο βαθμό με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Ένας άλλος τομέας που κατηγορείται ο Σοσιαλισμός για όμοιες μεθόδους με τον υπερεθνικισμό είναι η εφαρμογή των δικτατοριών. Αυτό θα μπορούσε να ήταν ένα βάσιμο επιχείρημα αν δεν αποδεικνυόταν καθ’όλη τη διάρκεια της ανθρωπινης ιστορίας, ότι οι δικτατορίες, οι μη εκλεγμένες κυβερνήσεις δηλαδή, γίνονται ανεξαρτήτως των οικονομικών πολιτικών που επρόκειτο να εφαρμόσουν.

Έχουν υπάρξει δικτατορίες που ευαγγελίζονταν ότι ήταν σοσιαλιστικές, έχουν υπάρξει δικτατορίες υπερεθνικιστικές έχουν υπάρξει δικτατορίες και απλά καπιταλιστικές. Αν και οι δύο τελευταίες κατηγορίες όπως είδαμε και στις προηγούμενες παραγράφους σχεδόν πάντα ταυτίζονται. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες ήταν εντεταλμένες από την Μέκκα του Καπιταλισμού και της σύγχρονης δημοκρατίας, τις Η.Π.Α.;

Και εδώ έχει ενδιαφέρον να τσεκάρουμε λίγο πιο λεπτομερώς την χαρακτηριστικότερη δικτατορία της Λατινικής Αμερικής, αυτή του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή. Ο συγκεκριμένος στρατιωτικός, έκανε πραξικόπημα ενάντια στη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση του Σοσιαλιστή Αλιέντε, με τις ευλογίες των Η.Π.Α. κάτι το οποίο δεν δίστασαν ούτε μία στιγμή να παραδεχτούν. Στην πορεία ο Πινοσέτ πέρα από τις εκκαθαρίσεις, τις εξαφανίσεις και τη φυλάκιση χιλιάδων αντιφρονούντων, εφάρμοσε ένα οικονομικό σύστημα το οποίο αποθέωσε ο κατ’ εξοχήν οικονομολόγος του Νεοφιλελευθερισμού ο Μίλτον Φρίντμαν. Και μάλιστα είναι γνωστή η πολύ καλή πολιτική σχέση που είχε ο Πινοσέτ με την πολιτικό-τοτέμ του Νεοφιλελευθερισμού την Μάργκαρετ Θάτσερ.

Πολλοί αντικομμουνιστές και αντισοσιαλιστές γενικά, θέτουν ως επιχείρημα το σύμφωνο μη επίθεσης, Μολότωφ-Ριμπερντροπ. Ξέχνανε βέβαια ότι ένα χρόνο πριν οι καπιταλιστικές Αγγλία και Γαλλία, υπέγραψαν με τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, τη συμφωνία του Μονάχου με την οποία η Ναζιστική Γερμανία ουσιαστικά καταλάμβανε την τότε Τσεχοσλοβακία. Η πραγματικότητα ήταν ότι εκτός από τη Γερμανία και την Ιταλία, εκείνη την εποχή καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν επιζητούσε πόλεμο.

Αν θέλουμε να βρούμε με το ζόρι δύο άκρα, τότε σε επίπεδο διαχείρισης των αγαθών που προέρχονται από τις παραγωγικές διαδικασίες, υπάρχουν και αυτά είναι ο ακραίος Νεοφιλελευθερισμός και ο απόλυτος Σοσιαλισμός, καθώς και στα δύο η βάση των κοσμοθεωριών τους επικεντρώνεται σε αυτό το ζήτημα έχοντας, εννοείται, εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση. Ο Νεοναζισμός, είναι αποδεδειγμένο, ότι σε οικονομικό-παραγωγικό επίπεδο, υιοθέτησε τις νουθεσίες του Νεοφιλελευθερισμού και σε όλα τα άλλα την στυγνή μισανθρωπία και τον απόλυτο διαχωρισμό των ανθρώπων, βάσει φυλετικών και μη χαρακτηριστικών. Άρα στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για άκρο, αλλά για κάτι τελείως αντιανθρώπινο, κάτι που καταργεί την ίδια τη ζωή.

Κλείνοντας, θα πρέπει να πω ότι αποδέχομαι πολλές από τις παθογένειες τις οποίαν είχαν τα Σοσιαλιστικά Κράτη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Είναι γεγονός ότι όλοι οι υπέρμαχοι του Σοσιαλισμού πρέπει να τα κοιτάξουμε και να κάνουμε ότι είναι απαραίτητο έτσι ώστε σε πιθανή μελλοντική εφαρμογή του, να αποφευχθούν. Αυτά τα λάθη όμως, δεν αποτελούν συγχωροχάρτι για τα πολλαπλάσια εγκλήματα του άκρατου καπιταλισμού.

Κάτι παρόμοιο οφείλουν να κάνουν και οι νεοφιλελεύθεροι υπέρμαχοι της Θεωρίας των Άκρων, καθώς όπως φάνηκε παραπάνω, αν ψάχνουν να βρουν ομοιότητες, συσχετισμούς και κοινές πορείες κάποιων ιδεών με τον υπερεθνικισμό ή τον Ναζισμό, τότε καλό θα είναι να κοιτάξουν τα ίδια τους τα βιβλία. Θα τους είναι πολύ πιο εύκολη η αναζήτηση.






Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Αποχαιρετώντας ένα σπίτι



Γράφω για τελευταία φορά σε αυτό το δωμάτιο. Ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Ότι αυτή είναι η τελευταί φορά που κάθομαι μπροστά από το λάπτοπ μου, σε αυτή τη σοφίτα και προσπαθώ να αποτυπώσω τις όποιες σκέψεις και συναισθήματα, μπορεί να με διακατέχουν. Πίνοντας καφέ, μια και όντας βαρυστομαχιασμένος αποκοιμήθηκα και σηκώθηκα πρωί. Τι πρωί δηλαδή, ακόμα πίσσα σκοτάδι είναι, 7μιση το πρωί στη Βραβάντη.

Ήταν δύο χρόνια πριν, όταν όντας σχεδόν απεγνωσμένος, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, με τα λεφτά να τελειώνουν όπως και οι διαθέσιμες μέρες φιλοξενίας σε σπίτια γνωστών, σε ξένη χώρα, είδα μία αγγελία στο
facebook, για ένα δωμάτιο στο κέντρο του Αϊντχόφεν. Έστειλα μήνυμα σε αυτόν που τη δημοσίευσε, παραδόξως μου απάντησε μια και υπήρχε και ακόμα υπάρχει, τεράστια ζήτηση ειδικά σε φτηνά δωμάτια.

Έφτασα στη διεύθυνση, με περίμενε ένας Ολλανδός με Βιετναμέζικη καταγωγή, ο οποίος μου είπε ότι ο όρος του για να μου το δώσει, είναι να του επιτρέψω να μένει έξω ακριβώς από το δωμάτιο σε ένα χωλ, επειδή σπούδαζε ακόμα στο Αϊντχόφεν και ότι άλλοι δύο είναι οι υποψήφιοι για να το πάρουν. Δεν ξέρω αν όλο αυτό ήταν ένα κόλπο για να δεχτώ τον όρο του, αλλά δεν είχα την ευχέρεια να αρνηθώ. Τελικά διάλεξε εμένα και τον έφαγα στη μάπα για ένα εξάμηνο, μια και δεν ήταν και ο πιο συμπαθητικός τύπος.

Το σπίτι γενικότερα βρισκόταν σε οικτρή κατάσταση, βρώμικο και παλιό με ότι σημαίνει αυτό για την κατάσταση των υδραυλικών και των ηλεκτρολογικών, το δωμάτιο σε κάπως καλύτερη, ήταν και σοφίτα και αυτό του έδινε μία πιο ευχάριστη αισθητική. Σύντομα το διακόσμησα με πόστερ από τη Θεσσαλονίκη, τον ΠΑΟΚ και στιγμιότυπα από τις αγαπημένες μου ταινίες. Ένιωθα όμορφα μια και αυτή ήταν η πρώτη κατοικία που πλήρωνα μόνο με δικά μου χρήματα. Ήταν η φωλιά μου.Πολύ πιο σύντομα διαπίστωσα ότι η ηχομόνωση σε σχέση με το γειτονικό σπίτι ήταν τρισάθλια. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι ο γείτονας είναι χρήστης ναρκωτικών και κάθε τόσο προσπαθεί να καθαρίσει τα μέσα του, βήχωντας (=σαν να προσπαθούσε να ξερασει το ίδιο του το στομάχι) έτσι ώστε να μπορεί να προετοιμαστεί για την επόμενη δόση του, έκαναν την ηχορύπανση κάποιες φορές, αφόρητη.

Ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε αυτή τη σοφίτα, ήταν μόλις λίγες μέρες μετά την εγκατάσταση μου στο δωμάτιο αυτό. Γυρνούσα μετά από νυχτερινή έξοδο, παραμονή Χριστουγέννων, με έναν φίλο που θα τον φιλοξενούσα επειδή είχε πιει πολύ για να οδηγήσει. Με το που ανοίγω την πόρτα της σοφίτας, βλέπω έναν τύπο να κοιμάται στο κρεβάτι μου. Παρεπιπτόντως, τότε το κρεβάτι αν και διπλό, είχε μόνο ένα μονό στρώμα, οι οικονομικές περιστάσεις δεν επέτρεπαν δεύτερο μονό, ή διπλό στρώμα. Στην αρχή νόμισα, ότι ήταν κάποιος φίλος κάποιου από τους συγκατοίκους, αλλά στην πορεία από τα λίγα που ψέλλιζε, μια και ήταν τύφλα στο μεθύσι, κατάλαβε ότι ο τύπος ήταν απλά διαρρήκτης. Πήρα το μαχαίρι από την κουζίνα και επέστρεψα στη σοφίτα, χωρίς να τον απειλήσω άμεσα, απλά για να του υπενθυμίζω ότι αν πάει να κάνει καμιά μαλακία, εγώ ήμουν και είμαι πιο τρελός από αυτόν. Τελικά λίγο μετά ο τύπος θυμήθηκε, αφού του πρόσφερα καφέ μόλις κατάλαβα ότι ήταν ακίνδυνος, ότι ήταν Πολωνός, ότι είχε έρθει από άλλη πόλη να επισκευθεί κάτι φίλους με τη γυναίκα του, ότι βγήκε να πάρει πίτσες και από τότε δεν θυμόταν τίποτα. Ήρθε μετά από λίγο η γυναίκα, που τον έψαχνε εδώ και ώρες, αυτός με ευχαρίστησε διότι δεν κάλεσα την αστυνομία, μου πρότεινε να με κεράσει βότκα, η γυναίκα του τον κοίταξε με ένα ύφος «Θα τα πούμε σπίτι», εγώ τον ευχαρίστησα αλλά αρνήθηκα τις βότκες και του πρότεινα να τις αποφεύγει και αυτός. Το πως τελικά μπόρεσε να μπει στο σπίτι είναι ένα μεγάλο μυστήριο μια και ο ίδιος ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν.

Το δεύτερο πιο αξιομνημόνευτο περιστατικό ήταν όταν ένα πρωί είχα ξυπνήσει μαζί με μία κοπέλα που είχαμε περάσει το βράδυ μαζί και είχαμε «πρωινή έμπνευση». Και ενώ η συνεύρεση προχωρούσε, όπως γίνεται από αρχαιοτάτων χρόνων, ξαφνικά όλο το σπίτι άρχισε να τρέμει. Για δέκατα του δευτερολέπτου, ένιωσα μία υποψία περηφάνειας για τις επιδόσεις μου, μέχρι που την άκουσα έντρομη να λέει ότι κάποιος βρίσκεται έξω από το παράθυρο. Λίγο μετά αντιληφθηκα, ότι μετά από δύο μήνες που είχαμε ζητήσει από τον ιδιοκτήτη να επισκευαστεί η σκεπή που έμπαζε νερά όταν έβρεχε, αυτός φιλοτιμήθηκε να στείλει μάστορες να την φτιάξουν. Εξ’ ου και ο «σεισμός» και οι δονήσεις. Τώρα το αν και το πόσο, μας πήραν χαμπάρι, είναι το δεύτερο μεγάλο μυστήριο της διαμονής μου σε αυτή τη σοφίτα.

Μία πολύ ευχάριστη ανάμνηση ήταν όταν φιλοξένησα έναν Ιταλό γιατρό, από τη Νάπολι, που συνεργαζόταν με τους γιατρούς χωρίς σύνορα, ένας τύπος τελείως άγνωστος σε μένα, που έτυχε και τον γνώρισα σε ένα μπαρ και ο κακομοίρης, είχε ξεμείνει χωρίς λεφτά περιμένοντας την πτήση του που ήταν νωρίς το πρωί. Όταν ξύπνησα μου είχε αφήσει για δώρο ένα σουβενίρ από την Αφρική καθώς και ένα σημείωμα που έλεγε «Se efcharisto re malaka, you saved my ass, you will always be welcome in my house in Napoli!».

Εδώ ξεκίνησε και η Σελίδα και το
blog «Ο Ζηλωτής». Το εκφραστικό μου μέσο τα τελευταία 2 χρόνια. Για αυτό και στο φόντο του έχει την εικόνα μίας σοφίτας για αυτό και το url του είναι «loft of the Zealot". Σκεφτηκα να το αλλάξω τώρα που θα μετακομίσω σε κανονικό διαμέρισμα, αλλά μετά άλλαξα γνώμη. Ας μείνει έτσι. Να μου θυμίζει από που ξεκίνησα τη ζωή μου στις Κάτω Χώρες. Τα πρώτα δύο χρόνια της απόλυτα ανεξάρτητης ζωής μου. Και δεν ήταν άσχημα.

Πρέπει να αρχίσω να πακετάρω. Αντίο ρε σοφίτα. Κάθε φορά που θα τύχει να περνάω από έξω, σίγουρα μία συγκίνηση θα με κυριεύσει για λίγο. Το κέρδισες το συναίσθημα αυτό.




Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

Η συμβολικότητα της ζωης



Σου έχει τύχει ποτέ, να υποψιαστείς ότι η ζωή σου, όπως την αντιλαμβάνεσαι, μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από μία απλή συνύπαρξη συμπτώσεων που οδηγούν στο τελικό αποτέλεσμα; Να αισθάνεσαι, δηλαδή, ότι λαμβάνεις μηνύματα από το περιβάλλον σου, τα οποία σε προτρέπουν για κάποιες συγκεκριμένες αποφάσεις στο μέλλον ή μπορεί και να προετοιμάζουν το έδαφος, για το μέλλον αυτό.

Κάποια στιγμή θα το έχεις ψυχανεμιστεί, ότι οτιδήποτε συμβαίνει τριγύρω σου, κάπως συνδέεται με σένα, με τα βιώματα και τους στόχους σου. Μετά σίγουρα θα λες ότι όλα αυτά είναι μαλακίες και δεσιδαιμονίες. Όχι άδικα και εγώ το ίδιο κάνω. Μας αρέσει εμάς τους ανθρώπους, να πιστεύουμε ότι η ζωή είναι κάτι παραπάνω από αυτή που συμβαίνει, μπροστά στα μάτια, ότι είναι κάτι παραπάνω από συμπτωματική. Ότι είναι συμβολική.

Συμβαίνει αυτό και κυρίως για γεγονότα του παρελθόντος μια και ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα, που δεν τα πάει πολύ καλά με την βραχυπρόθεσμη μνήμη. Εγώ τουλάχιστον, δεν κατέχω την συγκεκριμένη ικανότητα. Έτσι μου έχει τύχει να κάθομαι και να αγναντεύω τη θάλασσα, ή ένα ηλιοβασίλεμα, ή ακόμα και το ταβάνι και να βρίσκω σύνδεση μεταξύ διαφορετικών και άσχετων μεταξύ τους γεγονότων, τα οποία όμως συνετέλεσαν στη γέννηση νέων καταστάσεων στη ζωή μου ή και σε κρίσιμες πρωτοβουλίες που θα προκαλούσαν τεράστιες αλλαγές, στην καθημερινότητα μου.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, ήταν οι μήνες πριν την μετανάστευση μου. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω όλα τα γεγονότα και τις τότε περιρρέουσες συνθήκες, με μία μόνο λέξη. Καταστροφή. Πέρα από την οικονομική κατάσταση που βρισκόταν(και ακόμα βρίσκεται) όλη η χώρα, είχα να υποστώ και μία βίαιη, βασανιστική αλλά και δυστυχώς αργή, συντριβή ονείρων σε κάθε επίπεδο. Συναισθηματικό, καλλιτεχνικό, ανθρώπινο. Όχι και εύκολα, για έναν άνθρωπο που το να αγγίζει τα όνειρα του και να τα βιώνει, έστω και στη γέννηση τους, αποτελούσε ξεχωριστό και άπιαστο όνειρο, λίγο καιρό πιο πριν. Επίσης το γεγονός ότι όλη αυτή η ισοπέδωση συνοδευόταν πάντοτε από ένα «εσύ είσαι απόλυτα σωστός αλλά οι συνθήκες είναι δύσκολες» με έκανε να λάβω το συμβολικό μήνυμα ότι μάλλον έπρεπε να αλλάξω την ίδια τη βάση της ζωής μου. Τον τόπο διαμονής και δραστηριοποίησης μου. Ένα μήνυμα το οποίο συνειδητοποίησα ότι το έλαβα, αρκετά αργότερα.

Αλλά υπάρχουν και οι φορές που μπορεί, έχοντας συνειδητοποιήσει ήδη κάποια συμβολικότητα της ζωής στο παρελθόν, να αντιληφθείς ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και τώρα. Στο παρόν. Σαν ένα σύνολο από καταστάσεις να σε οδηγεί στην υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου διαφορετικού τρόπου ζωής.

Είχα μία πολύ καλή δουλειά, αλλά με έναν τύπο συμβολαίου που δεν εξασφάλιζε καμιά ιδιαίτερη ασφάλεια και βασιζόμουν μόνο στην υπαρκτή(ευτυχώς) εντιμότητα των προϊσταμένων μου. Έμενα σε ένα σπίτι το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν ταίριαζε στο προφίλ ενός νεαρού επαγγελματία και εργαζόμενου σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της περιοχής, αλλά περισσότερο σε κάτι αντίστοιχο ενός μπατίρη φοιτητή. Έβγαινα σε ένα συγκεκριμένο μπαρ, το οποίο ήταν ιδανικό στέκι για ανθρώπους που λογίζονται από τους ντόπιους νοικοκυραίους, ως ρεμάλια και ανεπρόκοποι, ειδικά τις μέρες που μπορούσα να το επισκευθώ. Πήγαινα στη δουλειά με ποδήλατο, κάποιες φορές μισή ώρα μέσα σε καταιγίδα.

Και βρέθηκα στο σημείο, να κερδίζω ένα συμβόλαιο πάνω στην ίδια δουλειά, αλλά πολύ ισχυρότερο και ασφαλές. Και λίγο μετά, ένας φίλος μου ήταν αναγκασμένος να βρει άλλο σπίτι με αποτέλεσμα η σχεδιαζόμενη μετακόμιση μου να επισπευθεί, λόγω της επερχόμενης συγκατοίκησης μας σε ένα σπίτι πολύ πιο «ανθρώπινο» ίσως και οικογενειακό. Μέσα σε όλα αυτά, κλείνει και το μπαρ που σύχναζα μετά από 300 και πάνω, χρόνια συνεχούς λειτουργίας και ενώ άντεξε βομβαρδισμούς, λόγω προβλημάτων στατικότητας. Τέλος, αγόρασα αυτοκίνητο, το πρώτο που αγοράζω. Όλα αυτά τα γεγονότα μαζί, σε πολύ μικρό χρόνο και άσχετα μεταξύ τους, τα οποία όμως είναι απόλυτα σχετιζόμενα με την ζωή μου.

Κάπως έτσι νιώθω ότι ίσως αυτή η περίοδος να είναι σημείο αναφοράς, ίσως η ζωή μου να πάρει νέα τροπή από εδώ και πέρα. Θετική ή αρνητική δεν μπορώ να ξέρω. Στην τελική και η προηγούμενη περίοδος, δεν με χαλούσε καθόλου, αντίθετα, μπορούσα και έβρισκα γοητεία σε αυτή.

Ίσως πάλι και να μην αλλάξει τίποτα. Ίσως να είναι απλά μία ακόμα περίοδος από τις πολλές που έχω ζήσει, όπως και κάθε άνθρωπος, η οποία δεν θα έχει ιδιαίτερη θέση στις μελλοντικές αναμνήσεις μου.

Όπως και να έχει αυτή η αίσθηση της συμβολικότητας της ζωής, εμφανίζεται ξανά. Απατηλή ή υπαρκτή μου αρέσει.  Έχει πιο πολύ πλάκα, έτσι. Σαν συντροφιά στην πραγματική τη ζωή την οποία πάντα θα έχω ως προτεραιότητα στην κρίση μου.



Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Η ευαισθησία είναι δύναμη



Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά επίθετα για τον κόσμο που ζούμε και κινούμαστε. Τα συνηθέστερα είναι αρνητικά. Άτιμος, σκληρός, αναίσθητος κ.τ.λ. Όσον αφορά τον τελευταίο αναφερόμενο χαρακτηρισμό «αναίσθητος», έχει καθιερωθεί τόσο πολύ στις συνειδήσεις μας έτσι ώστε όταν κάποιος με την προσωπική του στάση και ψυχολογία δεν ακολουθεί τις επιταγές του, να αποκαλείται ως «ευαίσθητος». Και αν η λέξη αυτή-καθεαυτή δεν θεωρείται αρνητική, προσωπικά είναι πολύ λίγες οι φορές που έχω ακούσει κάποιον να την αναφέρει με θετική διάθεση.

Όχι με την έννοια ότι θεωρείται αυτούσιο ελάττωμα, αλλά ως ένα μη συμφέρον προταίρημα. Ότι ουσιαστικά αυτός που είναι ευαίσθητος θα υποφέρει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Θα απογοητευτεί από τις ανθρώπινες σχέσεις, είτε ερωτικές, είτε φιλικές, είτε οικογενειακές, θα βάλει αυτή την ευαισθησία του πάνω από τα οικονομικά και επαγγελματικά του συμφέροντα, με αποτέλεσμα να την πατήσει, να ψάχνει για βοήθεια και να μην βρίσκει έπειτα.

Κάπως έτσι η ευαισθησία έχει καθιερωθεί να θεωρείται ελάττωμα. Μία αδυναμία, ασύμφορη για τον κάτοχο της. Η προσωπική μου πείρα από τη ζωή και από τους ανθρώπους που γνώρισα, όμως, μου δίνει το δικαίωμα να αμφισβητήσω με πάθος τη συγκεκριμένη κριτική τάση. Έχω καταλήξει, στο συμπέρασμα ότι η ευαισθησία δεν σχετίζεται σχεδόν με κανένα τρόπο με την ύπαρξη ή την έλλειψη της δύναμης, και όταν συμβαίνει αυτό τότε, μόνο θετικά συμπορεύονται.

Έφτασα στη διαπίστωση αυτή, παρατηρώντας ανθρώπους τριγύρω μου. Και αντιλήφθηκα ότι αυτοί οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι, που γελούσαν εύκολα, που εκνευρίζονταν εύκολα, που χαιρόντουσαν εύκολα, που λυπόντουσαν εύκολα, όλα εύκολα και πολύ, συνήθως ήταν και αυτοί που στεκόντουσαν ισχυρότεροι απέναντι στις σοβαρές και μη, αναποδιές της ζωής.

Αντίθετα είδα πολλούς ανθρώπους που είτε αυτοχαρακτηρίζονταν, είτε τους χαρακτήριζαν άλλοι, ως αναίσθητους, στις πρώτες αναποδιές, ξανά σοβαρές ή μη, να τους παίρνει από κάτω, να αρχίζουν τους εθισμούς και την αυτοκαταστροφή, πολλές φορές χωρίς γυρισμό. Και αυτό ίσως αποδεικνύει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλειστικά ευαίσθητοι ή αναίσθητοι άνθρωποι, αλλά έχει να κάνει πολλές φορές, ξεχωριστά με την κάθε περίπτωση που βιώνει ο καθένας.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποιο είδος παράδοξου. Είναι απόλυτα λογικό, ένας άνθρωπος που γενικά είναι πιο ευαίσθητος από τον μέσο όρο, να έχει περισσότερες εμπειρίες που είχαν αρνητικές συνέπειες στη ψυχοσύνθεση του. Και επιβιώνοντας από αυτές, να χτίζουν έναν πιο σκληρό πυρήνα μέσα στην καρδιά τους έτσι ώστε όταν πληγώνονται, να αντέχουν και άντε και πάλι φτου και από την αρχή. «Ότι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό.», που έλεγε και ο Νίτσε, άσχετα ο ίδιος στο τέλος δεν την πάλεψε και σαλτάρισε.

Αλλά αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η ευαισθησία ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της όποιας ψυχικής δύναμης. Διότι παραμονεύει η παγίδα, η ευαισθησία να καπελωθεί απόλυτα από τη δύναμη και να καταντήσει, αναισθησία. Εκεί χάνεται το νόημα και ξαναγυρνάμε πάλι στα ίδια.

Το μεγάλο στοίχημα είναι, όσο μεγαλώνει η δύναμη των γενικά ευαίσθητων ανθρώπων, να μεγαλώνει ή τουλάχιστον να μένει ανέπαφη η ευαισθησία τους. Όχι τόσο διότι αυτό θα τους κάνει απαραίτητα καλούς ανθρώπους (ο ευαίσθητος δεν είναι απαραίτητα καλός άνθρωπος) αλλά διότι έτσι δεν θα ακυρώσουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να απολαμβάνουν όσο αξίζουν ή ίσως και λίγο παραπάνω, τις όμορφες στιγμές που βιώνουν. Διότι μπορεί ο ευαίσθητος να πονάει πιο πολύ στην κατραπακιά αλλά απολαμβάνει και περισσότερο την ομορφιά, τη γλυκήτητα που θα περιέχουν κάποιες στιγμές.

Και αυτο είναι κάτι που πρέπει να παρθεί υπόψη από τους γενικά ευαίσθητους. Να χρησιμοποιήσουν την ευαισθησία τους σαν μέσο για να δυναμώσουν και όχι να αναισθητοποιηθούν. Διότι έτσι και θα αντέχουν στις αναποδιές και θα μπορούν έπειτα να προχωρήσουν για να απολαύσουν τις ομορφιές που η ζωή και αρκετοί άνθρωποι, μπορούν να τους προσφέρουν. Και θα είναι απόλυτα κερδισμένοι



Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Η ζωή είναι μεταβλητή



Είμαι 29 χρονών. Μόνο αυτή η πρόταση είναι αρκετή για να φτάσει εύκολα στο συμπέρασμα αυτός που τη διαβάζει, ότι έχω ζήσει έναν ικανό αριθμό εμπειριών. Και άσχημων και όμορφων. Προφανώς  δεν θα μπω σε διαδικασία σύγκρισης με μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά πιστεύω ότι ένας άνθρωπος σε αυτή την ηλικία, είναι αρκετά ώριμος για να έχει μία ιδέα του πως να διαχειριστεί καταστάσεις στη ζωή του, αλλά και αρκετά ανώριμος για να έχει τη διάθεση να ψαχτεί για νέες, για να έχει ακόμα δίψα για ζωή.

Το μυαλό μου δεν το αφήνω σε ησυχία. Οτιδήποτε συμβαίνει σε μένα ή γύρω μου, το παρατηρώ προσπαθώντας να βγάλω συμπεράσματα. Δεν το κάνω επίτηδες , ούτε και συνειδητά. Δεν είναι κάποιου είδους ψυχαναγκασμός. Απλά συμβαίνει. Παρ’όλα αυτά μην νομίζετε ότι έχω δημιουργήσει καμιά αποθήκη σοφίας ή οτιδήποτε παρόμοιο. Ακόμα και τα λίγα συμπεράσματα που βγαίνουνε, κάποιες φορές διαψεύδονται λίγο μετά. Πόσο όμορφο αυτό!

Το μοναδικό συμπέρασμα όμως που έχω βγάλει και πιστεύω ότι είναι απίθανο να διαψευστεί ποτέ, είναι το γεγονός ότι η ζωή δεν είναι μόνο καλή ή κακή, δεν είναι μόνο ευτυχής και δυστυχής. Είναι το μοναδικό ουσιαστικό, που δεν του αρμόζει κανένα επίθετο. Είναι η ζωή. Μία ζωντανή(προφανώς μαλάκα γραφιά)  διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Αυτά τα πάνωκάτω θα τα ζήσουμε όλοι μας χωρίς αμφιβολία με διαφορετικές μορφές  και σε διαφορετική ένταση ίσως. Άρα το θέμα για μένα είναι το πως είναι καλό για μας, να διαχειριστούμε την κυκλοθυμικότητα της ζωής. Αυτό είναι και το ωραίο με την διαδικασία της ωρίμανσης. Μαθαίνουμε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να μαθαίνουμε, να μην αντιδράμε υπερβολικά σε ότι μας συμβαίνει ευχάριστο ή δυσάρεστο.
Προφανώς δεν εννοώ να πιέζουμε τον εαυτό μας να μην αντιδράσει όπως νιώθει στις στιγμές χαράς και λύπης. Μιλάω για πιο μακροπρόθεσμα επίπεδα. Στο πως δηλαδή μία εμπειρία θα αφομιωθεί από τη συνείδηση μας στο επόμενο χρονικό διάστημα μετά το γεγονός που θα μας επηρεάσει.

Για παράδειγμα, αν συμβεί κάτι άσχημο, ναι θα στεναχωρεθούμε, ναι θα εξοργιστούμε. Αλλά λίγο μετά αφού περάσει η ένταση των συναισθημάτων θα πρέπει να θυμηθούμε την προαναφερόμενη κυκλοθυμικότητα της ζωής. Ναι υπήρξε μία ατυχία ή μία αποτυχία. Θα κλαυτούμε. Δεν είναι κακό. Ακόμα και αν πάρει κάποιο χρονικό διάστημα, είναι μία απαραίτητη διαδικασία για να καθαρίσουμε το κεφάλι μας και να δούμε καθαρά. Ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Και τώρα που είμαστε ήρεμοι μπορούμε να βάλουμε κάτω τα δεδομένα που έχουμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να επανέλθουμε. Δεν το παίζω εκ του ασφαλούς. Υπάρχουν κάποια άσχημα, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, τα οποία χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Ακόμα και έτσι κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ευχή και η κατάρα της ζωής είναι ότι συνεχίζεται. Για αυτό και πότε είναι όμορφη και πότε σκληρή.

Αλλά εκτός από τη διαχείριση των άσχημων εμπειριών θα πρέπει να γνωρίζουμε να διαχειριστούμε και τις αντίστοιχες όμορφες. Και εδώ ισχύουν τα ίδια με τις άσχημες εμπειρίες, αλλά αντίστροφα. Εννοείται ότι θα χαρούμε με μία επιτυχία μας, με μία γνωριμία και επίσης εννοείται ότι δεν πρέπει να καταπιεστούμε αντίθετα πρέπει να χαρούμε στο βαθμό που μας αναλογεί . Αλλά άλλο η χαρά και άλλο η αλαζονεία. Το αίσθημα της επανάπαυσης  και του ότι μπορούμε να θεωρούμε αυτή τη χαρά ως κάτι δεδομένο, το μόνο που θα καταφέρει είναι να μας κάνει να προκαλέσουμε μεγαλύτερο θόρυβο και μέσα μας και έξω μας όταν θα πέσουμε.

Και θα συμβεί αυτό. Όπως και θα συμβεί το να πάρουμε ξανά τα πάνω μας μετά από μία άσχημη στιγμή ή περίοδο. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Μεταβλητή. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην καταπιέζουμε τα συναισθήματα μας όταν αυτά προκαλούνται από αυτή και να μην αφήνουμε όμως αυτά να την καθορίζουν. Για αυτό μας αρέσει. Για αυτό οι περισσότεροι από μας στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να πεθάνουμε. Διότι μας αρέσει και να χαιρόμαστε αλλά και να ξεπερνάμε τις λύπες μας. Διότι κατά βάθος μας αρέσει να ζούμε. Ας ζήσουμε λοιπόν.