Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Μία σύντομη ερμηνεία της κατάστασης στη ΒΑ Συρία



Πριν λίγες μέρες ξεκίνησε η εισβολή του Τουρκικού στρατού, στη Βόρεια Συρία, ενάντια των Κούρδων και των Αράβων, που έχουν χτίσει μία ιδιαίτερη κοινωνία εκεί. Αυτό ήταν αναμενόμενο, ειδικά μετά την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από εκεί. Σε όλη αυτή την ιστορία, αναπτύσσεται μία κατάσταση ως συνιστώσα πολλών παραγόντων. Το ποια θα είναι η έκβαση της, θα φανεί, ίσως και σύντομα, όπως και αν θα δικαιωθούν οι όποιες αρχικές εκτιμήσεις, ή αν θα υπάρξει κάποια ανατροπή συσχετισμών όπως συχνά συμβαίνει σε τεταμένες καταστάσεις. Μην ξεχνάμε ότι όσα βλέπουμε εμείς δεν είναι ούτε ένα μικρό κομμάτι από όσα εκτυλίσσονται πίσω από τις κάμερες. Αλλά το ζήτημα του παρόντος κειμένου, είναι πως την προκαλούν και τι επιδιώκουν αυτοί οι παράγοντες.

Θεωρώ ότι όλη αυτή η ιστορία, είναι win-win που λέμε και στη δουλειά μου, για όλους τους άμμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενους, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, εκτός εννοείται από τους ίδιους τους Κούρδους. Και τους νεαρούς Τούρκους στρατιώτες που θα χάσουν τη ζωή τους ή κάποια μέλη του κορμιού τους, τις επόμενες μέρες για τα συμφέροντα των μεγάλων.  Τούρκοι στρατιώτες που είχαν την ατυχία να μην έχουν βίσμα για να τους στείλουν στον Έβρο. Κακομοίρηδες με άλλα λόγια. 

Ξεκινάω από τον Ερντογάν. Ο επίδοξος Σουλτάνος, έχει να κερδίσει σε πολλαπλά επίπεδα, αν η έκβαση της εισβολής είναι πετυχημένη. Αρχικά ξεμπερδεύει με μία εχθρική, έστω και σε εθνικό-ιδεολογικό μόνο επίπεδο, κρατική οντότητα στα σύνορα του, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει καθοριστικά τις όποιες Κουρδικές βλέψεις υπάρχουν εντός Τουρκίας. Ταυτόχρονα πετυχαίνει μία συσπείρωση, που τόσο έχει ανάγκη, μέσα στον Τούρκικο λαό, μια και ακόμα και οι αντικαθεστωτικοί και οι προοδευτικοί, δεν είναι ενάντια στην εισβολή, αντίθετα την θεωρούν ένα αναγκαίο κακό. Τέλος ενισχύει καθοριστικά την πολιτική και διπλωματική του ισχύ ενόψει των κοκορομαχιών που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια σχετικά με τους υδρογονάνθρακες σε Αιγαίο και Κύπρο. Μην σας κάνει εντύπωση αν "λυθεί" και το Κυπριακό τα επόμενα χρόνια, υπερ της Τουρκίας βεβαίως. Σε περίπτωση αποτυχίας, μπορεί να μιλήσουμε και για το πολιτικό τέλος του Ερντογάν, καθώς τα εκεί κοράκια καραδοκούν.

Όσον αφορά τον Άσαντ, έχει φτάσει σε ένα σημείο που και μόνο να διατηρήσει την καρέκλα του, του αρκεί. Ούτως ή άλλως η Βόρεια Συρία είναι χαμένη υπόθεση για αυτόν εδώ και χρόνια, είτε κατέληγε στον ISIS, είτε στους Κούρδους, είτε στους Τούρκους, μια και ο ίδιος την εγκατέλειψε στην τύχη της προκειμένου να σώσει το κέντρο της εξουσίας του. Εφόσον έχει την προστασία των Ρώσων και δεν έχει τέλος αντίστοιχο του Καντάφι, θα είναι ευτυχής.

Η Ρωσία από την άλλη, με τη διατήρηση του Άσαντ στην επίσημη εξουσία της Συρίας και την αναδίπλωση των ΗΠΑ-ΕΕ, βρίσκεται σε καλύτερη θέση ισχύος σε διεθνές γεωστρατηγικό επίπεδο, συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια καθώς θα έχει μειωθεί η αντίστοιχη ισχύ των κύριων ανταγωνιστών της. Και ναι προτιμάει έναν, έστω και ισχυροποιημένο αλλά απρόβλεπτο, Ερντογάν από ένα ακόμα προπύργιο της Δύσης εκεί. Ίσως τον θεωρεί πιο διαχειρίσιμο από τους άλλους και όχι άδικα, μάλλον.

Οι Ε.Ε.-Η.Π.Α. φαινομενικά είναι αυτοί που χάνουν και στον ανταγωνισμό με τις άλλες δυνάμεις αλλά και σε βραχυπρόθεσμα μελλοντικά θέματα(προσφυγικό, κοιτάσματα Αν. Μεσογείου κτλ). Χρησιμοποίησαν τους Κούρδους αγωνιστές ως δυνάμεις ξηράς για να αναχαιτίσουν τον ISIS, προσδοκώντας πολιτικά οφέλη στο εσωτερικό τους (κάτι αντίστοιχο με τον τωρινό Ερντογάν) και για να ανακόψουν τις οικονομικές απώλειες από το λαθρεμπόριο πετρελαίου και την ενδεχόμενη ολοκληρωτική κατάληψη των δικών τους πηγών στο βόρειο Ιράκ. Και τώρα κρίνουν ότι η υπεράσπιση των Κούρδων είναι ασύμφορη, μπροστά στο ρίσκο μίας μαζικής σύγκρουσης και αποχωρούν, "καταδικάζοντας την τούρκικη εισβολή". Με άλλα λόγια ότι προσδοκούσαν, ή και ότι μπορούσαν να κερδίσουν, το κέρδισαν.

Αλλά ίσως υπάρχει και κάτι ακόμα πολύ μακροπρόθεσμο να κερδίσουν, ή να μην χάσουν. Η κοινωνία των Κούρδων είχε αυτο-οργανωθεί με δομές άμεσης δημοκρατίας, απόλυτη ισότητα ανεξαρτήτως θρησκείας, καταγωγής και φύλου, με μία οικονομία βασισμένη στη συλλογική και ισότιμη εκμετάλλευση των παραχθέντων αγαθών τους. Με άλλα λόγια, μία κοιτίδα κοινωνικής/οικονομικής οργάνωσης, εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή που επικρατεί στη Δύση. Μία κοιτίδα η οποία είχε γίνει πόλος έλξης για χιλιάδες Ευρωπαίους αναρχικούς και κομμουνιστές εθελοντές και η οποία είχε κερδίσει τον θαυμασμό σε σημαντικό μέρος Ευρωπαίων πολιτών και που τα μέχρι τώρα κατορθώματα της, γίνονταν εύκολα γνωστά στους πολίτες ειδικά της Ευρώπης.

Αλήθεια, πόσο θα συνέφερε, αυτούς που βρίσκονται πίσω από τον κάθε Τραμπ, Μέρκελ και Μακρόν, να ευδοκιμήσει μία τέτοια προσπάθεια; Πόσο αρνητικό αντίκτυπο θα είχε στις δικές τους Δυτικές κοινωνίες, να βλέπουν μία τέτοια κοινωνία να ευημερεί;

Προς θεού, θα ήμουν αφελής αν υποστήριζα ότι ένας τόσο πανίσχυρος μηχανισμός θα φοβόταν μία χούφτα ελεύθερων ανθρώπων. Αλλά όπως λέμε και στην Ελλάδα (που τη θυμήθηκα τώρα, όλη αυτή η ιστορία είναι ξεκάθαρη ένδειξη ανυπαρξίας, της ανεξαρτησίας άρα και της ισχύος της Ελλάδας):

"Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν, μαγειρεύουν."


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Ιμάντες



Ησυχία. Όλα είναι ήρεμα τριγύρω μου. Οι τοίχοι είναι λευκοί. Μία απαλή μουσική ακούγεται από τα ηχεία. Φαντάζομαι είναι και αυτό μέρος της θεραπείας. Η ένεση που μου κάρφωσαν λίγα λεπτά νωρίτερα, υποτίθεται ότι θα έπρεπε να αρχίσει να λειτουργεί. Και εγώ να νιώθω γαλήνιος. Εναρμονισμένος με το ειρηνικό περιβάλλον μου. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει.

Προσπαθώ να κουνήσω το χέρι μου αλλά ο ιμάντας δεν μου επιτρέπει την κίνηση. Ιμάντες παντού. Στα χέρια μου, στα πόδια μου, στον κορμό μου. Μόνο στον λαιμό μου δεν έχω ιμάντες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να πετύχω αυτό που τόσο επιθυμώ. Να ξεκινήσω να κατασπαράζω τον εαυτό μου. Το φίμωτρο δεν μου το επιτρεπει. Τον μισώ. Όχι όμως περισσότερο από τους άλλους.

Θέλω τόσο πολύ να τελειώνω. Να παύσω να είμαι. Εγώ. Και δεν μου το επιτρέπουν. Δεν μου επιτρέπουν να αρχίσω να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο έτσι ώστε να προκαλέσω κάταγμα στον αυχένα μου. Ούτε καν να ξεριζώσω τα πλευρά μου. Η δικαιολογία, είναι ότι είμαι επικίνδυνος για τον εαυτό μου.

Μα αυτό ρε μαλάκες είναι το θέμα. Θέλω να κάνω κακό στον εαυτό μου. Και δεν με αφήνετε. Θέλετε να έχετε την αποκλειστικότητα στο να με βασανίζετε, στο να τρώτε λίγο-λίγο τα απομεινάρια μου. Δεν έχω ούτε καν την ελευθερία να με βλάψω. Μόνο εσείς έχετε αυτό το δικαίωμα.

Έχετε το δικαίωμα να απαρνιέστε οποιαδήποτε έκφραση του προσώπου μου αλλά δεν μου επιτρέπετε εμένα να το λούσω με βενζίνη και να το κάψω. Μπορείτε να αδιαφορείτε για την οποιαδήποτε γκριμάτσα μου αλλά δεν με αφήνετε να πυροβολήσω την κάτω γνάθο με μία καραμπίνα των 7,5 χιλιοστών και να συντρίψω κάθε οστό του προσωπου μου.

Έχετε το δικαίωμα να απαρνιέστε το κορμί μου, αλλά θεωρείτε λάθος να προκαλέσω νευρική ανορεξία στον ίδιο μου τον οργανισμό. Όχι, πρέπει να κάθομαι και να υποφέρω την κάθε σας κριτική, την κάθε σας απόρριψη με αφορμή το λίπος που με περιβάλλει αλλά αν το κάνω εγώ τότε είναι σχιζοφρένεια και τάσεις αυτοχειρίας.

Μου επιβάλλατε τον κανόνα να είμαι σαν εσάς και ενώ τον αποδέχτηκα τώρα με απορρίπτετε διότι δεν είμαι καθ’εικόνα και ομοίωση σας. Και όταν τελικά αναλογίστηκα ότι, εντάξει, δεν θα γίνω σαν την πάρτη σας, ας την κάνω από εδώ πέρα όπως γουστάρω εγώ, μισώντας με, όπως κάνετε και εσείς, μου το στερήσατε αυτό το συμπαντικό δικαίωμα.

Πρέπει να είμαι σαν εσάς, αλλά δεν έχω το δικαίωμα να είμαι σαν εσάς. Δεν έχω το δικαίωμα να είμαι ούτε καν εγώ. Εγώ που θέλω να ξεμπερδεύω από αυτή την αγγαρεία που προσχηματικά αποκαλείτε ζωή. Και δεν με αφήνετε. Γιατί ρε καριόληδες; Γιατί δεν μου επιτρέπεται να δώσω ένα αργό τέλος σε αυτή τη θλιβερή ύπαρξη;

Από τη μία δεν μου επιτρέπετε να ζήσω, από την άλλη μου απαγορεύετε να πεθάνω. Με έχετε καταδικάσει σε μία στείρα επιβίωση. Εντάξει, το κατάλαβα, δεν είμαι σαν εσάς. Αφήστε με να διορθώσω αυτή την ανωμαλία. Τι με χρειάζεστε και με υποχρεώνετε να αναπνέω; Αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω. Χρειάζεστε υπανθρώπους σαν εμένα. Για να σας υπενθυμίζουν το πόσο καλά είστε μέσα στην ασφάλεια, στην υγεία και στην ομορφιά σας. Ένας αποδιοπομπαίος τράγος που θα σας υπενθυμίζει, ότι υπάρχουν και χειρότερα. Για νιώθετε εσείς καλύτερα. Είμαι το καύσιμο για τη γεννήτρια της τεχνητής σας ευτυχίας.

Προς το παρόν μου στερήσατε τη δυνατότητα να απαρνηθώ την επικριτική συμβίωση μαζί σας. Αλλά γνωρίζω ότι αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα. Μία μέρα θα την κάνω από εδώ, όσο και αν εσείς θέλετε να με κρατάτε με το ζόρι ζωντανό. Και τότε θα γίνω ένα με αυτά που με αποδέχτηκαν χωρίς να έχουν την παραμικρή απαίτηση. Ένα με το χώμα, τα λουλούδια, τα σκατά και τον αέρα. Ένα με τα ζώα, μέρος του κορμιού τους και της πέψης τους.

Και τότε θα είμαι ελεύθερος χωρίς να είμαι μόνος ταυτόχρονα, διότι πολύ απλά δεν θα είμαι Εγώ. Μια και το Εγώ μου, το αποφασίσατε εσείς. Όσο και αν αντιστάθηκα δεν μπόρεσα να το αλλάξω, ούτε να το κάνω σαν εσάς, ούτε να το εξαφανίσω. Αλλά κάποια μέρα, ελπίζω σύντομα, οι ιμάντες αυτοί δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης. Δεν θα υπάρχει κάποια δύναμη να συγκρατήσουν. Δεν θα υπάρχω.

Και τότε ποιον θα έχετε να σας παρηγορεί;




Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Ένας Θεσσαλονικιός στην Αθήνα




Μεγαλώνοντας κάποιος στην Ελληνική επαρχία με την έννοια του οπουδήποτε αλλού πέρα από την πρωτεύουσα και τα περίχωρα της, τις δεκαετίες του 90’ και του 2000, θα δημιουργούσε μία ιδιόμορφη σχέση με την Αθήνα.

Η ιδιομορφία αυτή θα προερχόταν κυρίως από την τηλεόραση, με τα γεγονότα των ειδήσεων και των τηλεοπτικών σειρών να διαδραματίζονται κατά συντριπτική πλειοψηφία στην Αθήνα και θα βασιζόταν στο παράδοξο να ξέρει κάποιος σχεδόν όλες τις μεγάλες γειτονιές μίας πόλης, όλα τα σημεία αναφοράς της, αλλά να μην τα έχει δει ποτέ από κοντά.

Κάπως έτσι η Αθήνα, σε εμάς τους μη πρωτευουσιάνους, απέκτησε μία μυθική υπόσταση. Ήταν το μέρος που συνέβαιναν τα πάντα, που η ζωή της χώρας επικεντρωνόταν, που όλα τα σημαντικά γεγονότα λάμβαναν χώρα. Σύνταγμα, Ομόνοια, Εξάρχεια, Πατήσια, και τόσα άλλα μέρη που τα είχαμε ακούσει τόσες φορές, αλλά ποτέ δεν είχαμε περπατήσει. Σαν μία σχέση από απόσταση με έναν άνθρωπο, που γνωρίζεις το πρόσωπο του, τη φωνή του, τη συμπεριφορά του, αλλά ποτέ δεν τον έχεις αγγίξει, ποτέ δεν τον έχεις γευτεί.

Πριν από αυτό τον Σεπτέμβρη είχα βρεθεί δύο φορές στην Αθήνα. Τη μία φορά για ένα μεγάλο λάθος, που όμως δεν το μετανοιώνω και την δεύτερη φορά, κατά λάθος. Αμφότερες τις περιπτώσεις, είχα τεράστια έλλειψη χρόνου και χρήματος, έτσι είδα πολύ λίγα και δεν τη γνώρισα πραγματικά. Αλλά πριν ένα μήνα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Αυτή τη φορά, ούτε ο χρόνος, ούτε το χρήμα θα με εμπόδιζαν να γνωρίσω και να βιώσω, όλες αυτές τις τοποθεσίες που άκουγα και έβλεπα εξ’ αποστάσεως όλα αυτά χρόνια.

Υπάρχουν δύο τρόποι να γνωρίσει κανείς την Αθήνα. Δύο είδη τουρισμών. Ο ένας είναι ο κοινότυπος, αλλά καθόλου αδιάφορος, ο πολιτισμικός ή αν προτιμάτε ο ιστορικός. Κάπως έτσι από το πρώτο μεσημέρι, βρέθηκα στην Ακρόπολη και στις γειτονιές της. Επισκεύθηκα πρώτα το μουσείο, μια και γνώριζα ότι θα είχε κλιματιστικό διότι η ζέστη έξω, για κάποιον που έχει συνηθίσει το Βορρά, ήταν αφόρητη. Το μουσείο ήταν φανταστικό, με άριστη οργάνωση στην τοποθέτηση των εκθεμάτων, τα οποία εννοείται ήταν το καθένα από μόνο του, μνημείο καλαισθησίας. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και το γεγονός ότι τονίζεται η πραγματική ιστορία των μαρμάρων που βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο και δεν γίνεται μία απλή γλυκιά και διπλωματική αναφορά. Οι επισκέπτες, ειδικά οι μη Έλληνες, πρέπει να γνωρίζουν.

Ύστερα επισκεύθηκα την ίδια την Ακρόπολη, εκμεταλλευόμενος την απογευματινή δροσιά. Κατάφερα και ανέβηκα όλα τα σκαλοπάτια χωρίς να λαχανιάσω ιδιαίτερα, θαυμάζοντας πρώτα το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού και ύστερα βρέθηκα στην κορυφή της Ακρόπολης. Δυστυχώς δεν έχω λόγια για το αρχιτεκτονικό και καλλιτεχνικό κάλλος που αντίκρυσα, αλλά μου έκανε αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι δεν υπήρχε σε κανένα από τα ξεχωριστά μνημεία μία στοιχειώδη πινακίδα με πληροφορίες σχετικά. Φαντάζομαι ότι όσοι συνοδεύονταν από ξεναγούς δεν είχαν πρόβλημα, αλλά εμείς οι αδέσποτοι, μέναμε με τις απορίες ή λιώναμε στο
Google.

Τις επόμενες μέρες επισκέφθηκα Θησείο, Μοναστηράκι και Πλάκα, όπου σίγουρα μου άρεσαν και προσέφεραν μία ευχάριστη αίσθηση, αλλά δεν συγκινήθηκα και ιδιαίτερα. Ιδιαίτερα αστείο είναι το γεγονός ότι όταν βρέθηκα στην Πλάκα συνειδητά, διέσχισα και το Μοναστηράκι ασυνείδητα, κάτι το οποίο διαπίστωσα την επόμενη μέρα που πήγα συνειδητά σε αυτό.

Συνοψίζοντας, πέρα από την Ακρόπολη αυτή-καθεαυτή που είναι ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και καλό θα ήταν για κάθε άνθρωπο να την επισκεφθεί, η Αθήνα σε ιστορικό-πολιτιστικό επίπεδο δεν με ενθουσίασε. Ίσως βέβαια να είμαι αρκετά αυστηρός λόγω του γεγονότος ότι μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, της οποίας το ιστορικό κέντρο είναι μεγαλύτερο και γεμάτο με πολύ περισσότερες και διαφορετικές μεταξύ τους, ιστορικές-πολιτισμικές εκπλήξεις για αυτόν που θέλει να τις δει και να αφεθεί στη γοητεία τους.   

Πέρα όμως από αυτόν τον κοινό τουρισμό υπάρχει και ένας άλλος, ίσως πιο σημαντικός. Είναι ο ανθρώπινος. Τον οποίο είχα την ευκαιρία να τον βιώσω χάρη στους φίλους μου που με φιλοξένησαν εκεί. Κάπως έτσι, γνώρισα την πραγματική Αθήνα που πάντα ήθελα. Μπραχάμι με τις αριστερές καταβολές του, την πλατεία «Άρη Βελουχιώτη» και τον σταθμό του Μετρό «Αλέκος Παναγούλης», Άγιο Νικόλαο, μία εξ’ ορισμού γειτονιά μεταναστών, Γκύζη και Λεωφόρο Αλεξάνδρας με όλη τη γοητευτική παράνοια των δρόμων τους, Βικτώρια με τους χρήστες ναρκωτικών ουσιών, τραυματισμένους αλλά ακίνδυνους, Πατησίων με τους άστεγους που μέναν στα κάθετα σε αυτή στενά, με βλέμματα πιο ειλικρινή από αυτά των θαμώνων της πλατείας Συντάγματος, την Ομόνοια που δυστυχώς ήταν περιφραγμένη με λαμαρίνες και τέλος τα Εξάρχεια, εκεί που βλέπεις να παραμένει ζωντανή η ειλικρινής ανθρώπινη δραστηριότητα μέσω των καλλιτεχνών που περιφέρονται εκεί και της αίσθησης αντίστασης σε μία κατασταλτική κυβερνητική πολιτική, που ειδικά τον τελευταίο καιρό εντείνονται αμφότερες, παράλληλα και αντίρροπα.

Και αυτή είναι η τελευταία και μάλλον σημαντικότερη εντύπωση που μου άφησε η Αθήνα. Ότι μέσα στα τσιμέντα, επιβιώνει υπό αντίξοες πολλές φορές συνθήκες, η ανθρωπιά, σε αυτές τις παρακείμενες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, στις οποίες έχει περιθωριοποιηθεί αθέλητα διότι είναι επικίνδυνη για κάποιους και ηθελημένα για να μπορέσει να διατηρηθεί ή και να διαιωνιστεί. Ίσως να μην είναι άμεσα ορατή, αλλά σίγουρα είναι αισθητή, σε αυτόν που θέλει να την αισθανθεί. Και αυτή είναι η πραγματική γοητεία της Αθήνας και όλων των μεγαλουπόλεων, αν και η Αθήνα πιστεύω έχει ένα πλεόνασμα σε σχέση με τον μέσο όρο. Και αυτή είναι η αιτία που θέλω να την ξαναεπισκεφθώ.




Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Τριανταρίζοντας


30. Τριάντα. Τι λες τώρα; Έφτασε λοιπόν η εποχή που φαινόταν τόσο μακριά όλη την προηγούμενη ζωή μου. Ακόμα και στα 28. Και ναι προφανώς δεν αλλάζει κάτι μεταξύ 29 ετών, 364 ημερών και 30 ετών και μία μέρα. Αλλά είναι γεγονός ότι σαν λέξη ή νούμερο αποτελεί μία πολύ ισχυρή αφορμή για μία ανασκόπηση της μέχρι τώρα ζωής.

Και κάπου εκεί βγαίνουν τα πρώτα συμπεράσματα. Τι σημαίνει να είσαι τριάντα; Υποψιάζομαι ότι οι απαντήσεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο, άρα μπορώ να μιλήσω μόνο για την πάρτη μου ή έστω με βάση την πάρτη μου. Τι σημαίνει λοιπόν να είσαι τριάντα;

Σημαίνει αρχικά την ίδια την ανασκόπηση που κάνεις. Ποτέ δεν την έκανες πιο πριν, ποτέ δεν τόλμησες να προσπαθήσεις να στιβάξεις όλες τις αναμνήσεις που σε καθόρισαν σαν άνθρωπο. Και φυσικά βλέπεις ότι κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο και θα σε ρίξει στα ψυχοφάρμακα κατά την προσπάθεια να το επιτύχεις. Σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι, ότι βρίσκεσαι σε καλό δρόμο για το δεύτερο.

Σημαίνει να είσαι αρκετά μεγάλος για να έχεις όνειρα αλλά αρκετά νέος για να μην έχεις στόχους. Αρκετά μεγάλος για να ελπίζεις αλλά και αρκετά νέος για να παύσεις να προσδοκείς.

Σημαίνει να νιώθεις αρκετά μεγάλος ώστε να γνωρίζεις ήδη τους ανθρώπους και τον εαυτό σου αλλά ταυτόχρονα να είσαι και αρκετά νέος ώστε να εκπλήσσεσαι συχνά-πυκνά και από τους άλλους αλλά και από σένα τον ίδιο.

Σημαίνει να έχεις ή να νιώθεις ότι πρέπει να έχεις μία δουλειά την οποία δεν θα σε χαλούσε να την κάνεις μέχρι τη σύνταξη σου και ταυτόχρονα να έχεις διαπιστώσει ότι δεν θα κάνεις ποτέ τη δουλειά των ονείρων σου, διότι δεν την είχες καν φανταστεί εκεί γύρω στα 18 και τη συνειδητοποίησες  λίγα μόλις χρόνια πριν. Αλλά να μην σε χαλάει ιδιαίτερα αυτό.

Σημαίνει το να έχεις καταλήξει, αν ποτέ ενδιαφέρθηκες, στον τρόπο που θα εκφράζεις τις όποιες ανησυχίες σχετικά με τη ζωή και τον κόσμο. Να μετανοιώνεις αρχικά που δεν το βρήκες ή δεν το πίστεψες τόσο νωρίτερα, αλλά να αντιλαμβάνεσαι αργότερα ότι έτσι έπρεπε να γίνει και μάλλον καλύτερα που υπήρξε όλος αυτός ο πειραματισμός.

Σημαίνει το να έχεις πετύχει να μην έχεις καμιά παραπάνω σχέση με την οικογένεια σου, πέρα από τις καθαρά οικογενειακές. Και να τρομοκρατείσαι στην ιδέα ότι κάποια στιγμή μπορεί να επιστρέψεις στο πατρικό σου, σαν μόνιμος κάτοικος του. Είσαι αρκετά μεγάλος για κήρυγμα αλλά και νιώθεις και αρκετά μικρός για να μαγειρέψεις σου μόνο σου έναν μουσακά.
Σημαίνει το να θέλεις στις διακοπές και να χαλαρώνεις αλλά και να ανακαλύπτεις νέους ανθρώπους και μέρη. Διότι είσαι αρκετά μεγάλος, άρα χρειάζεσαι το πρώτο αλλά και αρκετά νέος άρα προσδοκάς και το δεύτερο. Και τελικά στο τέλος θυμάσαι ότι είσαι αρκετά μεγάλος αλλά δεν ξεκουράστηκες αρκετά, είσαι όμως και αρκετά νέος αλλά δεν είχες αντίστοιχες εμπειρίες. Και τελικά το αποδέχεσαι, νιώθεις καλά με αυτό και γυρνάς στην εργασιακή ρουτίνα.

Σημαίνει το να είσαι αρκετά νέος έτσι ώστε να συνεχίσεις να βγαίνεις και να πίνεις το καταπέτασμα αλλά και να είσαι αρκετά μεγάλος έτσι ώστε να έχεις κάνει αιματολογικές εξετάσεις των οποίων τα αποτελέσματα στο έχουν απαγορεύσει αυτό. Έτσι καταλήγεις να κάνεις δίαιτα και αποτοξίνωση δύο ημέρες και την Τρίτη λες να πιεις ένα ποτάκι. Η συνέχεια γνωστή.

Σημαίνει όμως το να είσαι αρκετά ώριμος έτσι ώστε να ξέρεις τι και πόσο πρέπει να πιεις για να μην χάσεις τον έλεγχο. Να έχεις την κατάλληλη αυτογνωσία για να ξέρεις μέχρι που και πότε πρέπει να πειραματιστείς, έτσι ώστε να μην έχεις μετεφηβικές ιστορίες.

Σημαίνει το να μην έχεις ανάγκη την εκτίμηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων γύρω σου διότι κατάλαβες ότι και όλα τα προηγούμενα χρόνια που υποτίθεται ότι την είχες δεν μετουσιώθηκε σε κάτι χειροπιαστό ποτέ, αντίθετα διαψεύστηκε «με εκτίμηση» πάντα. Εκτός από αυτή τη μικρή μειοψηφία που ξέφυγε από τους υπόλοιπους. Και αυτοί είναι οι άνθρωποι που αγαπάς.

Σημαίνει να γνωρίζεις ότι η κοπέλα για την οποία ένιωσες ότι δυνατότερο και ότι τρυφερότερο στη ζωή σου, δεν σε έχει στο μυαλό της ούτε καν σαν μία αμελητέα ανάμνηση και δεν σε πειράζει ιδιαίτερα αυτό καθώς πλέον είσαι αρκετά μεγάλος έτσι ώστε να κρίνεις αν η όλη ιστορία ήταν μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία ή μία μεγάλη μαλακία και νιώθεις αρκετά νέος, καταλήγοντας στο δεύτερο.

Σημαίνει ότι είσαι αρκετά νέος έτσι ώστε να έχεις σύντομες περιπέτειες αλλά και αρκετά μεγάλος έτσι ώστε αν μία απο αυτές καταλήξει σε κάτι σοβαρότερο να μην έχεις πρόβλημα με αυτό. Να μην σε τρομάζει καν η ιδέα ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να είναι η τελευταία που θα γνωρίσεις.

Σημαίνει ότι είσαι αρκετά μεγάλος έτσι ώστε να αρχίσεις να σκέφτεσαι το ενδεχόμενο της επερχόμενης ανυπαρξίας αλλά αρκετά νέος έτσι ώστε να τρομάζεις περισσότερο με την ιδέα μίας άδειας και αδιάφορης ζωής.

Σημαίνει το να είσαι αρκετά μεγάλος έτσι ώστε να μπορείς να βαδίσεις ανεξάρτητα και δυναμικά στη ζωή αλλά και αρκετά νέος ώστε να είναι βάσιμο να αναμένεις την εμπειρία όλων των ομορφιών που αυτή προσφέρει.

Το να είσαι τριάντα, σημαίνει να βρίσκεσαι στην καλύτερη εποχή της ζωής σου.

Υ.Γ. Στη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο, είναι τα δώρα που μου έκαναν οι φίλοι μου στα αντίστοιχα γενέθλια και τα θεωρώ πλήρως αντιπροσωπευτικά της τωρινής ηλικίας και προσωπικότητας μου.


Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

Το soundtrack της αυτοχειρίας



Το 1933 στο Παρίσι, ο Ούγγρος συνθέτης  Rezső Seress, ολοκληρώνει και εκδίδει το τραγούδι του με τίτλο Vége a világnak (The world is ending). Προσπαθώντας να καθιερωθεί στο μουσικό στερέωμα της εποχής ούτε που φανταζόταν ότι εκείνη τη στιγμή γεννιόταν ένας από τους μεγαλύτερους αστικούς θρύλους της μουσικής του 20ου αιώνα.

Λίγα χρόνια μετά, το 1936, ο επίσης Ούγγρος ποιητής  László Jávor, γράφει τους δικούς του στίχους οι οποίοι θα καθιερωθούν ως  οι de facto στίχοι της σύνθεσης του Seress. Ο τίτλος αυτών: Szomorú vasárnap (Sad Sunday). Οι στίχοι περιγράφουν τον βουβό θρήνο ενός εραστή για την απώλεια της ερωμένης του και πάνω στην απελπισία του την καλεί στην προσχεδιασμένη του κηδεία. Το τραγούδι παίρνει τον διεθνή τίτλο Gloomy Sunday.

Σύντομα το τραγούδι αρχίζει να αποκτάει ολοένα και πιο αυξανόμενη δημοτικότητα. Τα γραμμόφωνα της εποχής το αναπαράγουν όλο και πιο συχνά. Η φήμη του εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Μεταφράζεται αυτολεξεί στις περισσότερες εκδόσεις του. Και σύντομα αρχίζει να πρωταγωνιστεί. Όχι μόνο για τον αδιαμφισβήτητο μουσικό του πλούτο.

Σε μία εποχή που η φτώχεια του μεσοπολέμου, οι συνέπειες  του οικονομικού κραχ του 1929, η άνοδος του φασισμού  και ακόμα και ο αφελής ρομαντισμός(συγκριτικά με σήμερα) κάνουν τη μελαγχολία και την κατάθλιψη να εξαπλώνονται σαν επιδημία, πολλοί άνθρωποι βρίσκουν τη λύση στο να δώσουν τέλος στη ζωή τους.

Όλο και περισσότερες αυτοκτονίες αρχίζουν να συνδέονται με το Gloomy Sunday. Άλλοι έστρεφαν το περίστροφο στον κρόταφο τους, έχοντας το σαν soundtrack , άλλοι πηδούσαν από τις γέφυρες της Βουδαπέστης  στα νερά του Δούναβη έχοντας στις τσέπες των σακακιών τους τις παρτιτούρες του καταραμένου τραγουδιού. Το BBC επέτρεπε μόνο ορχηστρικές εκδόσεις του τραγουδιού μέχρι και το 2002.

Σύντομα άρχισαν και οι συνωμοσίες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι πίσω από τις νότες του τραγουδιού, κρυβόταν ένα υποσυνείδητο μήνυμα που προέτρεπε τον εκάστοτε ακροατή στην αυτοχειρία. Είναι ευκόλως εννοούμενο ότι οποιαδήποτε υπερφυσική δυνατότητα του τραγουδιού δεν αποδείχτηκε ποτέ. Οι πιο ψύχραιμοι και λογικοί πίστευαν ότι ήταν απλά μία μόδα.

Καταραμένο ή μη, το Gloomy Sunday είναι ένα απίστευτα όμορφο τραγούδι. Περιγράφει ίσως καλύτερα από κάθε άλλο την απόγνωση του εραστή που συνειδητοποιεί ότι χάνει για πάντα το αντικείμενο του πόθου του. Έχοντας οι στίχοι αναλάβει τον άχαρο ρόλο, των στεγνών μαύρων σκέψεων που κατακλύζουν το μυαλό του παθόντος, η μουσική έχοντας μία πιο γλυκόπικρη αίσθηση, είναι αυτή που προσφέρει τη λύτρωση του. Είναι το παρελθόν; Είναι η ανάμνηση των όμορφων στιγμών που οδήγησαν στον τωρινό θρήνο; Είναι το μέλλον; Είναι η ανακούφιση ότι όλη αυτή η συναισθηματική οδύνη θα τελειώσει σύντομα;

Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Όπως και να έχει το νιώθει εύκολα ο οποιοδήποτε ακροατής πως ο ήχος της μουσικής και των στίχων του Gloomy Sunday, είναι ο ήχος της γέφυρας που ενώνει την απόγνωση και το επιθυμητό τέλος της. Όπως η γέφυρα που ενώνει τη Βούδα και τη Πέστη και διασχίζει το Δούναβη και υπήρξε η μήτρα του θρύλου του τραγουδιού.

Σε ένα live της η Diamanda Galas, προτού προβεί σε μία από τις συγκλονιστηκότερες ερμηνείες του soundtrack της αυτοχειρίας, μας αναφέρει μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήταν όταν οι παραγωγοί της Billie Holiday της ζήτησαν να το ερμηνεύσει λίγο πιο χαρούμενα και όχι τόσο μελαγχολικά. Ήταν η στιγμή που σύμφωνα με την Ελληνοαμερικανίδα  καλλιτέχνιδα, γεννήθηκε η pop μουσική.

Το 1968 ο συνθέτης του τραγουδιού Rezső Seress, ανήμερα των 69ων γενεθλίων, κάνει άλμα θανάτου από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας που διέμενε. Οι φήμες που ακολούθησαν ότι άκουγε το δημιούργημα του, την ώρα που έκανε το βήμα για να δώσει τέλος στη ζωή του, ελέγχονται ως ανακριβείς.

Υ.Γ. Παρακάτω η εκδοχή του τραγουδιού από τη Diamanda Galas, αυτή που με άγγιξε περισσότερο από όσες έχω ακούσει.

Sadly one Sunday
I waited and waited
With flowers in my arms
All the dream has created
I waited 'til dreams,
Like my heart, were all broken
The flowers were all dead
And the words were unspoken
The grief that I know
Was beyond all consoling
The beat of my heart
Was a bell that was tolling

Saddest of Sundays

Then came a Sunday
When you came to find me
They bore me to church
And I left you behind me
My eyes could not see
What I wanted to love me
The earth and the flowers
Are forever above me
The bell tolled for me
And the wind whispered, "Never!"
But you I have loved
And I'll bless you forever

Last of all Sundays





Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Όταν ο χρόνος είναι ο μοναδικός γιατρός



Υπάρχουν μέρες, βδομάδες ακόμα και μήνες που έχουμε τις μαύρες μας. Κάποιες φορές δικαιολογημένα, κάποιες φορές τελείως αδικαιολόγητα. Πολλές από αυτές για κάτι επίκαιρο που έχει συμβεί στη ζωή μας, άλλες λιγότερες διότι απλά έτσι έχει γυρίσει η βίδα και ανακαλούμε στη μνήμη μας, καταστάσεις και βιώματα που μας έχουν δημιουργήσει άσχημα συναισθήματα.

Και αφού το διαπιστώσουμε ότι δεν νιώθουμε καλά, ξεκινάμε το ταξίδι της διαπίστωσης του τι φταίει για αυτή την αίσθηση. Δεν είναι σπάνιο, η εκάστοτε αιτία ή και αφορμή να είναι τόσο προφανής, που αυτή η αναζήτηση έχει απειροελάχιστη διάρκεια, ίσως και μόνο λίγες στιγμές. Ούτε όμως και το να μην μπορούμε να εντοπίσουμε τι μας έβλαψε, είναι ασυνήθιστο.

Και τέλος, προσπαθούμε να ανατρέψουμε αυτή την αρνητική κατάσταση, όσο αυτό είναι δύνατο, με απόπειρες που έχουν ως στόχο είτε να ακυρώσουν το «κακό» είτε απλά θα έχουν τόσο θετικό αντίκτυπο στη διάθεση μας, όσο επαρκεί για να αντισταθμήσει το αντίστοιχο αρνητικό που μας ταλαιπωρεί. Ενίοτε επιτυχημένα.

Όταν είναι πετυχημένη η έκβαση αυτής της προσπάθειας, δικαίως είμαστε χαρούμενοι για τον κόπο μας. Και είναι απόλυτα λογικό να νιώθουμε και κάποιας μορφής περηφάνεια, διότι μπορέσαμε και ξεπεράσαμε ακόμα ένα σκόπελο. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η εναλλαγή της διάθεσης έρχεται χωρίς φανερή αιτία ή με κάποια ασήμαντη αφορμή;

Εκεί είναι που εμφανίζεται το βασικότερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένστικτό της αυτοσυντήρησης ή της επιβίωσης. Είναι η στιγμή που ο οργανισμός μας, ή η ψυχή μας, βάζει ένα φρένο σε όλες αυτές τις αισθήσεις που μας τρώνε τα σωθικά και μας υπενθυμίζει ότι τελικά δεν είναι και τόσο άσχημη η ζωή.

Όπως προανέφερα, δεν είναι σπάνιο αυτό να επιτυγχάνεται μέσω μίας ασήμαντης, φαινομενικά ή και πραγματικά αφορμής. Ένας φίλος που θα συναντήσουμε μετά από καιρό, ένα αμελητέο φλερτ με έναν άλλο άνθρωπο, ακόμα και η απόλαυση ενός γλυκού μπορεί έστω και για λίγο να μας κάνει να ξεφύγουμε από την καταχνιά μας.

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είμαστε απαραίτητα ολιγαρκείς. Στην πραγματικότητα με την εμπειρία μίας άσχημης κατάστασης, εμείς οι άνθρωποι, σαν άλλες κατσαρίδες και με αθόρυβο σύμμαχο τον χρόνο αρχίζουμε και προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα. Και όταν πλέον είμαστε έτοιμοι, έρχεται η ασήμαντη αφορμή, η οποία σαν άλλος διακόπτης αναστρέφει τη δυσαρέσκεια μας και μας οδηγεί στο να επιστρέψουμε σε μία διάθεση, αν όχι θετική, τουλάχιστον ουδέτερη.

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός, που λέει και ο Γιάννης Αγγελάκας στο αριστουργηματικό τραγουδι «Καινούρια Ζάλη», αλλά κάποιες φορές δεν παύει να είναι γιατρός και μάλιστα ο μοναδικός. Και όταν η ζωή για διάφορους λόγους, είτε με δική μας υπαιτιότητα είτε λόγω των συνθηκών, δεν μας δίνει την πολυπόθητη θεραπεία, τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε το χρόνο στον οργανισμό μας, ή στην ψυχή μας, να μπορέσει να γραπωθεί από μία από τις χιλιάδες ασήμαντες αφορμές για να γυρίσει ο τροχός.

Διότι ένα άλλο λάθος που κάνουμε όταν δεν είμαστε καλά, είναι να πιέζουμε τον εαυτό μας να νιώσει όμορφα. Όχι, αυτό δεν λειτουργεί, είναι μάταιος κόπος και το μόνο που καταφέρνει είναι να μας προκαλεί ενοχές και να δημιουργεί μία φούσκα γεμάτη απωθημένα, που όταν σκάσει, τότε τίποτα δεν θα μπορεί να συγκρατήσει την ανεξέλεγκτη διασπορά τους. Και τότε θα είναι αργά.

Κάπως έτσι, αποδεικνύεται ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να ξαναζήσουμε όπως μας αρμόζει είναι να δώσουμε τον χρόνο στον εαυτό μας να επιβιώσει και να αντέξει τις δυσκολίες που θα εμφανιστούν. Το μόνο που απαιτείται για να συμβεί αυτό είναι να έχουμε υπομονή, επιμονή και κυρίως, εμπιστοσύνη. Σε μας τους ίδιους.




Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Η πηγή του ρατσισμού



Πάντα αναρωτιόμουν, τι κάνει ένα άτομο να σκέφτεται και να συμπεριφέρεται ρατσιστικά. Τι τον κάνει, δηλαδή, να πιστεύει σε ανώτερους και κατώτερους λαούς. Πως του έρχεται στο μυαλό ότι υπάρχουν άνθρωποι που μόνο λόγω των γενετικών χαρακτηριστικών τους, είναι καλής ή κακής ποιότητας. Πως γίνεται ο διαχωρισμός αυτός στο μυαλό του και πως τελικά επιτρέπει αυτός να εκφραστεί. Ποια είναι η πηγή αυτής της τουλάχιστον επικίνδυνης συμπεριφοράς. Και τελικά ποια είναι τα χαρακτηριστικά που έχει ένας άνθρωπος που τον αναλογίζεται ως κατώτερο και ποια, ως ανώτερο του, αν υπάρχει αυτός.

Σίγουρα μία πιθανή απάντηση είναι, να έχει να κάνει με τα βιώματα και τις πληροφορίες που λαμβάνει το άτομο αυτό κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν έχει φροντίσει για τη στοιχειώδη καλλιέργεια που χρειάζεται για να μην τις ερμηνεύσει λανθασμένα. Αλλά αυτό είναι η ενδογενής αιτία για μία ρατσιστική συμπεριφορά ή ακόμα και προσωπικότητα. Ποια είναι όμως η εξωγενής; Ποιο είναι το βασικότερο κοινό στοιχείο των ανθρώπων που ένας ρατσιστής λογίζεται ως κατώτερους.

Πρώτη σκέψη που έρχεται στο μυαλό, είναι η ίδια η φυλή. Ένας ρατσιστής πιστεύει για παράδειγμα, ότι οι άνθρωποι με καταγωγή από την Αφρική, είναι χαμηλής νοημοσύνης. Παρ’ όλα αυτά όταν ένας από αυτούς έρθει στην ομάδα του και σκοράρει πολλά γκολ ή καλάθια, τότε το πιθανότερο είναι ότι θα αγνοήσει τις ρατσιστικές ιδέες του και θα πανηγυρίσει. Αν ένας από αυτούς τον επισκευθεί στο μαγαζί του, μέχρι και αυτόγραφο και φωτογραφία θα του ζητήσει. Εκείνη την ώρα θα ξεχάσει όλες τις θεωρίες για αγρίους που έχει. Έπειτα θα επιστρέψει στη γνώριμη για αυτόν μισανθρωπία.

Επόμενη περίπτωση είναι το θρήσκευμα. Ένας φανατικός χριστιανός, για παράδειγμα, θα νιώθει αποστροφή απέναντι σε έναν μουσουλμάνο ή έναν εβραίο, διότι πιστεύει ότι αυτόματα απειλείται από την ίδια τους την κοσμοθεωρία. Και προκειμένου να μην απειλείται αποφασίζει με την εκφραζόμενη συμπεριφορά του να απειλήσει ο ίδιος.

Βέβαια όταν ο Εβραίος θα είναι τραπεζίτης, μπορεί να κοιτάξει να πάρει δάνειο από αυτόν. Μεγαλύτερο παράδειγμα, ο ίδιος ο Χίτλερ ο οποίος χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό, από την Αμερικάνικη Ομοσπονδιακή Τράπεζα η οποία διευθυνόταν από τον εβραϊκής καταγωγής, Ροκφέλερ. Και αν ο μουσουλμάνος, είναι κανένας σείχης που έχει πετρελαιοπηγές, που θα θελήσει να χτίσει ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή που διαμένει, εννοείται ότι θα τον καλωσορίσει.

Και αυτές οι δύο παράγραφοι είναι αρκετές για να αποδειχθεί ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των αποδεκτών μίας ρατσιστικής συμπεριφοράς. Είναι η οικονομική τους αδυναμία. Ή η αδυναμία τους, σκέτο. Ζώντας σε μία παγκόσμια κοινωνία, όπου το χρήμα είναι το μέσο για την οποιαδήποτε δύναμη, άρα και εξουσία, κανεί το φυσιολογικό το γεγονός του ότι αποτελεί το βασικό κριτήριο για το τι συμπεριφορές θα δεχθεί ένας άνθρωπος. Αυτό ο ρατσιστής το ξέρει, ακόμα και αν δεν το έχει συνειδητοποιήσει.

Θα νιώσει ανώτερος απέναντι σε έναν Πακιστανό, διότι οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από μία χώρα φτωχή. Η θρησκεία και η φυλή τους αποτελούν απλά τη βιτρίνα της σκέψης του και την αφορμή για το κόμπλεξ ανωτερότητας που τον διακατέχει. Και έχει τον φόβο ότι όταν ένας φτωχός πλησιάζει κάποιον πλουσιότερο τότε υπάρχει περίπτωση η απόσταση μεταξύ τους να μικρύνει. Για αυτό θέλει να τον διώξει μακρυά.

Αντίστοιχα μπορεί να αντιπαθεί έναν Γερμανό, αλλά αυτό συμβαίνει για τους ακριβώς αντίθετους λόγους. Διότι ο συγκεκριμένος λαός, έχει τη φήμη του οικονομικά ισχυρού, ο ρατσιστής αυτή τη φορά θα νιώσει κόμπλεξ κατωτερότητας. Η συμπεριφορά επίσης θα είναι τελείως αντίστροφη, ακόμα και αν τα συναισθήματα του απέναντι τους παραμένουν αρνητικά. Διότι όπως φοβάται ότι όταν τον πλησιάσει ο φτωχός, μπορεί να χάσει κάτι από την οικονομική του δύναμη, έτσι ευελπιστεί ότι όταν πλησιάσει αυτός στο φτωχό, θα μπορέσει να αρπάξει κάτι από αυτόν.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι η πηγή κάθε ρατσισμού είναι η οικονομική και όχι μόνο, δύναμη που τυγχάνει να έχει ως φήμη, η χώρα καταγωγής του υποψήφιου δέκτη αυτού του ρατσισμού η ακόμα και η φήμη του προσώπου του ίδιου. Κάτι απόλυτα κατανοητό από τη στιγμή που ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι ανισότητες είναι ο κανόνας. Και αν θέλουμε κάποια στιγμή, οι ρατσιστικές συμπεριφορές να ελαχιστοποιηθούν ή και ακόμα να εκλείψουν, τότε η εξάλειψη ή έστω η ελαχιστοποίηση, αυτών των ανισοτήτων πρέπει να είναι ο στόχος μας.