Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Η ευαισθησία είναι δύναμη



Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά επίθετα για τον κόσμο που ζούμε και κινούμαστε. Τα συνηθέστερα είναι αρνητικά. Άτιμος, σκληρός, αναίσθητος κ.τ.λ. Όσον αφορά τον τελευταίο αναφερόμενο χαρακτηρισμό «αναίσθητος», έχει καθιερωθεί τόσο πολύ στις συνειδήσεις μας έτσι ώστε όταν κάποιος με την προσωπική του στάση και ψυχολογία δεν ακολουθεί τις επιταγές του, να αποκαλείται ως «ευαίσθητος». Και αν η λέξη αυτή-καθεαυτή δεν θεωρείται αρνητική, προσωπικά είναι πολύ λίγες οι φορές που έχω ακούσει κάποιον να την αναφέρει με θετική διάθεση.

Όχι με την έννοια ότι θεωρείται αυτούσιο ελάττωμα, αλλά ως ένα μη συμφέρον προταίρημα. Ότι ουσιαστικά αυτός που είναι ευαίσθητος θα υποφέρει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Θα απογοητευτεί από τις ανθρώπινες σχέσεις, είτε ερωτικές, είτε φιλικές, είτε οικογενειακές, θα βάλει αυτή την ευαισθησία του πάνω από τα οικονομικά και επαγγελματικά του συμφέροντα, με αποτέλεσμα να την πατήσει, να ψάχνει για βοήθεια και να μην βρίσκει έπειτα.

Κάπως έτσι η ευαισθησία έχει καθιερωθεί να θεωρείται ελάττωμα. Μία αδυναμία, ασύμφορη για τον κάτοχο της. Η προσωπική μου πείρα από τη ζωή και από τους ανθρώπους που γνώρισα, όμως, μου δίνει το δικαίωμα να αμφισβητήσω με πάθος τη συγκεκριμένη κριτική τάση. Έχω καταλήξει, στο συμπέρασμα ότι η ευαισθησία δεν σχετίζεται σχεδόν με κανένα τρόπο με την ύπαρξη ή την έλλειψη της δύναμης, και όταν συμβαίνει αυτό τότε, μόνο θετικά συμπορεύονται.

Έφτασα στη διαπίστωση αυτή, παρατηρώντας ανθρώπους τριγύρω μου. Και αντιλήφθηκα ότι αυτοί οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι, που γελούσαν εύκολα, που εκνευρίζονταν εύκολα, που χαιρόντουσαν εύκολα, που λυπόντουσαν εύκολα, όλα εύκολα και πολύ, συνήθως ήταν και αυτοί που στεκόντουσαν ισχυρότεροι απέναντι στις σοβαρές και μη, αναποδιές της ζωής.

Αντίθετα είδα πολλούς ανθρώπους που είτε αυτοχαρακτηρίζονταν, είτε τους χαρακτήριζαν άλλοι, ως αναίσθητους, στις πρώτες αναποδιές, ξανά σοβαρές ή μη, να τους παίρνει από κάτω, να αρχίζουν τους εθισμούς και την αυτοκαταστροφή, πολλές φορές χωρίς γυρισμό. Και αυτό ίσως αποδεικνύει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλειστικά ευαίσθητοι ή αναίσθητοι άνθρωποι, αλλά έχει να κάνει πολλές φορές, ξεχωριστά με την κάθε περίπτωση που βιώνει ο καθένας.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποιο είδος παράδοξου. Είναι απόλυτα λογικό, ένας άνθρωπος που γενικά είναι πιο ευαίσθητος από τον μέσο όρο, να έχει περισσότερες εμπειρίες που είχαν αρνητικές συνέπειες στη ψυχοσύνθεση του. Και επιβιώνοντας από αυτές, να χτίζουν έναν πιο σκληρό πυρήνα μέσα στην καρδιά τους έτσι ώστε όταν πληγώνονται, να αντέχουν και άντε και πάλι φτου και από την αρχή. «Ότι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό.», που έλεγε και ο Νίτσε, άσχετα ο ίδιος στο τέλος δεν την πάλεψε και σαλτάρισε.

Αλλά αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η ευαισθησία ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της όποιας ψυχικής δύναμης. Διότι παραμονεύει η παγίδα, η ευαισθησία να καπελωθεί απόλυτα από τη δύναμη και να καταντήσει, αναισθησία. Εκεί χάνεται το νόημα και ξαναγυρνάμε πάλι στα ίδια.

Το μεγάλο στοίχημα είναι, όσο μεγαλώνει η δύναμη των γενικά ευαίσθητων ανθρώπων, να μεγαλώνει ή τουλάχιστον να μένει ανέπαφη η ευαισθησία τους. Όχι τόσο διότι αυτό θα τους κάνει απαραίτητα καλούς ανθρώπους (ο ευαίσθητος δεν είναι απαραίτητα καλός άνθρωπος) αλλά διότι έτσι δεν θα ακυρώσουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να απολαμβάνουν όσο αξίζουν ή ίσως και λίγο παραπάνω, τις όμορφες στιγμές που βιώνουν. Διότι μπορεί ο ευαίσθητος να πονάει πιο πολύ στην κατραπακιά αλλά απολαμβάνει και περισσότερο την ομορφιά, τη γλυκήτητα που θα περιέχουν κάποιες στιγμές.

Και αυτο είναι κάτι που πρέπει να παρθεί υπόψη από τους γενικά ευαίσθητους. Να χρησιμοποιήσουν την ευαισθησία τους σαν μέσο για να δυναμώσουν και όχι να αναισθητοποιηθούν. Διότι έτσι και θα αντέχουν στις αναποδιές και θα μπορούν έπειτα να προχωρήσουν για να απολαύσουν τις ομορφιές που η ζωή και αρκετοί άνθρωποι, μπορούν να τους προσφέρουν. Και θα είναι απόλυτα κερδισμένοι



Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Η ζωή είναι μεταβλητή



Είμαι 29 χρονών. Μόνο αυτή η πρόταση είναι αρκετή για να φτάσει εύκολα στο συμπέρασμα αυτός που τη διαβάζει, ότι έχω ζήσει έναν ικανό αριθμό εμπειριών. Και άσχημων και όμορφων. Προφανώς  δεν θα μπω σε διαδικασία σύγκρισης με μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά πιστεύω ότι ένας άνθρωπος σε αυτή την ηλικία, είναι αρκετά ώριμος για να έχει μία ιδέα του πως να διαχειριστεί καταστάσεις στη ζωή του, αλλά και αρκετά ανώριμος για να έχει τη διάθεση να ψαχτεί για νέες, για να έχει ακόμα δίψα για ζωή.

Το μυαλό μου δεν το αφήνω σε ησυχία. Οτιδήποτε συμβαίνει σε μένα ή γύρω μου, το παρατηρώ προσπαθώντας να βγάλω συμπεράσματα. Δεν το κάνω επίτηδες , ούτε και συνειδητά. Δεν είναι κάποιου είδους ψυχαναγκασμός. Απλά συμβαίνει. Παρ’όλα αυτά μην νομίζετε ότι έχω δημιουργήσει καμιά αποθήκη σοφίας ή οτιδήποτε παρόμοιο. Ακόμα και τα λίγα συμπεράσματα που βγαίνουνε, κάποιες φορές διαψεύδονται λίγο μετά. Πόσο όμορφο αυτό!

Το μοναδικό συμπέρασμα όμως που έχω βγάλει και πιστεύω ότι είναι απίθανο να διαψευστεί ποτέ, είναι το γεγονός ότι η ζωή δεν είναι μόνο καλή ή κακή, δεν είναι μόνο ευτυχής και δυστυχής. Είναι το μοναδικό ουσιαστικό, που δεν του αρμόζει κανένα επίθετο. Είναι η ζωή. Μία ζωντανή(προφανώς μαλάκα γραφιά)  διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Αυτά τα πάνωκάτω θα τα ζήσουμε όλοι μας χωρίς αμφιβολία με διαφορετικές μορφές  και σε διαφορετική ένταση ίσως. Άρα το θέμα για μένα είναι το πως είναι καλό για μας, να διαχειριστούμε την κυκλοθυμικότητα της ζωής. Αυτό είναι και το ωραίο με την διαδικασία της ωρίμανσης. Μαθαίνουμε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να μαθαίνουμε, να μην αντιδράμε υπερβολικά σε ότι μας συμβαίνει ευχάριστο ή δυσάρεστο.
Προφανώς δεν εννοώ να πιέζουμε τον εαυτό μας να μην αντιδράσει όπως νιώθει στις στιγμές χαράς και λύπης. Μιλάω για πιο μακροπρόθεσμα επίπεδα. Στο πως δηλαδή μία εμπειρία θα αφομιωθεί από τη συνείδηση μας στο επόμενο χρονικό διάστημα μετά το γεγονός που θα μας επηρεάσει.

Για παράδειγμα, αν συμβεί κάτι άσχημο, ναι θα στεναχωρεθούμε, ναι θα εξοργιστούμε. Αλλά λίγο μετά αφού περάσει η ένταση των συναισθημάτων θα πρέπει να θυμηθούμε την προαναφερόμενη κυκλοθυμικότητα της ζωής. Ναι υπήρξε μία ατυχία ή μία αποτυχία. Θα κλαυτούμε. Δεν είναι κακό. Ακόμα και αν πάρει κάποιο χρονικό διάστημα, είναι μία απαραίτητη διαδικασία για να καθαρίσουμε το κεφάλι μας και να δούμε καθαρά. Ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Και τώρα που είμαστε ήρεμοι μπορούμε να βάλουμε κάτω τα δεδομένα που έχουμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να επανέλθουμε. Δεν το παίζω εκ του ασφαλούς. Υπάρχουν κάποια άσχημα, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, τα οποία χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Ακόμα και έτσι κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ευχή και η κατάρα της ζωής είναι ότι συνεχίζεται. Για αυτό και πότε είναι όμορφη και πότε σκληρή.

Αλλά εκτός από τη διαχείριση των άσχημων εμπειριών θα πρέπει να γνωρίζουμε να διαχειριστούμε και τις αντίστοιχες όμορφες. Και εδώ ισχύουν τα ίδια με τις άσχημες εμπειρίες, αλλά αντίστροφα. Εννοείται ότι θα χαρούμε με μία επιτυχία μας, με μία γνωριμία και επίσης εννοείται ότι δεν πρέπει να καταπιεστούμε αντίθετα πρέπει να χαρούμε στο βαθμό που μας αναλογεί . Αλλά άλλο η χαρά και άλλο η αλαζονεία. Το αίσθημα της επανάπαυσης  και του ότι μπορούμε να θεωρούμε αυτή τη χαρά ως κάτι δεδομένο, το μόνο που θα καταφέρει είναι να μας κάνει να προκαλέσουμε μεγαλύτερο θόρυβο και μέσα μας και έξω μας όταν θα πέσουμε.

Και θα συμβεί αυτό. Όπως και θα συμβεί το να πάρουμε ξανά τα πάνω μας μετά από μία άσχημη στιγμή ή περίοδο. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Μεταβλητή. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην καταπιέζουμε τα συναισθήματα μας όταν αυτά προκαλούνται από αυτή και να μην αφήνουμε όμως αυτά να την καθορίζουν. Για αυτό μας αρέσει. Για αυτό οι περισσότεροι από μας στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να πεθάνουμε. Διότι μας αρέσει και να χαιρόμαστε αλλά και να ξεπερνάμε τις λύπες μας. Διότι κατά βάθος μας αρέσει να ζούμε. Ας ζήσουμε λοιπόν.



Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Ένα αλλιώτικο τραγούδι



Ποτέ δεν ήμουν μεγάλος φαν του Παύλου Παυλίδη. Στο αιώνιο κατασκευασμένο και αφελές δίπολο για τις δύο ιστορικότερες ροκ μπάντες της Θεσσαλονίκης και ίσως και της Ελλάδας, «Τρύπες-Ξύλινα Σπαθιά» αλλά και στο επίσης, αφελές, «Αγγελάκας-Παυλίδης», εγώ πάντοτε, με χαβαλέ διάθεση εννοείται, βρισκόμουν με το μέρος των πρώτων, ίσως γιατί πάντα ήμουν φίλος των «σκοτεινότερων» μελωδιών. Όχι ότι δεν μου άρεσαν οι μουσικές προσπάθειες των δεύτερων, ή ότι δεν σεβόμουν την αδιαμφισβήτητη πορεία τους στην εγχώρια ροκ σκηνή, απλά δεν είχε τύχει ποτέ να με αγγίξουν τόσο ώστε να παρακολουθήσω και να «μελετήσω» επισταμένα, τις καλλιτεχνικές τους προσπάθειες.

Έτσι όταν είδα να εμφανίζεται το τραγούδι «Ένα αλλιώτικο παιδάκι» στην αρχική μου σελίδα, ίσως ένιωσα και κάποια καχυποψία, ότι θα επρόκειτο για μία ακόμα δακρύβρεχτη μπαλάντα που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την δικαιολογημένη δημοσιότητα που πήρε το γεγονός της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου. Δεν έχουν συμβεί λίγες αντίστοιχες κινήσεις από άλλους καλλιτέχνες, στο παρελθόν. Φυσικά, κάθε ίχνος καχυποψίας διαλύθηκε από τη στιγμή, που άνοιξε η καρτέλα στο
browser μου και άρχισε να η αναπαραγωγή του τραγουδιού και του βίντεο-κλιπ που το συνοδεύει.

Αρχικά η βάση της μουσικής, αυτή-καθεαυτή.
Industrial rock, ένα ιδίωμα το οποίο αναπτύχθηκε ελάχιστα στην Ελλάδα, δεν απέκτησε ποτέ ιδιαίτερη δημοτικότητα με εξαίρεση ίσως τους κυριότερους εκπρόσωπους του, Tsopana Rave. Και εδώ είναι το πρώτο σημείο που το τραγούδι «Ένα αλλιώτικο παιδάκι» αντιπροσωπεύει άψογα την ιστορία που διηγείται, ενός θύματος δηλαδή που εκφραζόταν καλλιτεχνικά, μέσω drag queen show.

Η
Industrial σκηνή υπήρξε πάντοτε καταφύγιο μίας εναλλακτικής ψυχαγωγίας, βασισμένη σε όχι τόσο δημοφιλείς προσεγγίσεις της σεξουαλικότητας ενός ανθρώπου. Μία περιήγηση στις δημιουργίες των Rammstein, των Nine Inch Nails, του Marilyn Manson, Revolting Cocks και άλλων, είναι αρκετή για να πείσει και έναν έφηβο Μορμόνο, ότι οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες εξέφραζαν μέσω των δημιουργιών τους, ανησυχίες σχετικά με θέματα σεξουαλικότητας που θεωρούνται ταμπού.

 Και ενώ η παραμόρφωση της κιθάρας βρίσκεται σε επίπεδα
rock, η μελωδία είναι σαν να έχει βγει από τα χέρια του Richard Kruspe των Rammstein, κοινώς βαδίζει σε ποιο metal μονοπάτια, θέλοντας ο καλλιτέχνης, φαντάζομαι, να τονίσει τη βιαιότητα της δολοφονίας αλλά και των αντιδράσεων που ακολούθησαν, υπέρ του θύματος ή κατά. Η επιλογή όμως αυτής της παραμόρφωσης ήταν σοφή, διότι τα φωνητικά που πατάνε πάνω σε αυτή, δεν είναι τα κλασσικά τραχιά της Industrial μουσικής, με μεγαλύτερο παράδειγμα τον Al Jourgessen των Ministry, αλλά αντίθετα είναι πιο «καθαρά», πιο new wave, πιο Depeche Mode.

Φυσιολογικά λοιπόν, τα επιτηδευμένα αλλά άψογα εκπεφρασμένα, ελαφρώς θηλυπρεπή φωνητικά, έχουν μία έντονη θεατρικότητα, βασισμένη περισσότερο στην αφήγηση και λιγότερο στον λυρισμό, με στίχους που ταξιδεύουν χωρίς δυσκολία από την ειρωνεία, στην κριτική, στη μελαγχολία και στην περηφάνεια, όχι ως αλαζονεία αλλά ως μέσο άμυνας σε ένα εχθρικό ή έστω καχύποπτο κοινωνικό περιβάλλον. Στίχοι πότε ποιητικοί και πότε ωμοί και ρεαλιστικοί. Αυτά όμως δεν είναι τα μόνα κομμάτια αυτού του εκπληκτικού παζλ, που χτίστηκε στη συγκεκριμένη σύνθεση.

Το μουσικό γλυκό, έρχεται να δέσει με τη χρήση
lead μελωδιών πάνω σε αυτή την industrial ρυθμική δομή, οι οποίες έχουν μία διακριτική ανατολίτικη χροιά, υπενθυμίζοντας την κοινωνία και την χώρα που συνέβη η δολοφονία του θύματος. Μπορεί σε κάποιον να ακούγεται αδόκιμο ο συνδυασμός industrial ρυθμού και ανατολίτικων μελωδιών, αλλά μία αναδρομή σε τραγουδάρες των Ministry από τη δεκαετία του 80’ ακόμη, θα τους αλλάξει γνώμη.

Το «γλυκό» όμως δεν είναι μόνο μουσικό. Από τη στιγμή που καθιστάται σαφές, στον ακροατή-θεατή ότι οι δημιουργοί του ήθελαν ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, έπρεπε να υπάρχει και το αντίστοιχο οπτικό στοιχείο. Το βίντεο κλιπ, λοιπόν, περπατάει και αυτό στα χνάρια της
Industrial σκηνής με τις σκηνοθετικές και σκηνογραφικές επιρροές από τα βίντεο κλιπ των Rammstein, π.χ. Mann gegen Mann, χωρίς όμως εννοείται να καταφεύγει στη στυγνή αντιγραφή. Λειτουργεί απλά σαν ένας πάρα πολύ καλός μαθητής, που ίσως και σε σημεία να ξεπερνάει τον δάσκαλο. Και φυσικά μένει και απόλυτα πιστό στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της ιστορίας του θύματος.

Κάπως έτσι, η καλλιτεχνική προσπάθεια με το όνομα «Ένα αλλιώτικο παιδάκι» αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και πρωτοποριακό για τα Ελληνικά δεδομένα, οπτικοακουστικό έργο τέχνης. Είναι άξιο συγχαρητηριών για τους συντελεστές του, το γεγονός ότι κατάφεραν να συνδυάσουν τόσο αρμονικά όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω και ταυτόχρονα να δώσουν μία άψογη αντιπροσωπευτική εικόνα μίας ιστορίας που δικαιολογημένα συγκλόνισε πολύ κόσμο, μόλις λίγους μήνες πριν. Και η τέχνη, είναι ο καλύτερος φίλος της συλλογικής μνήμης.

Υ.Γ. Σπάνια βλέπω τέτοιες όμορφες και ιδιαίτερες καλλιτεχνικές προσπάθειες από δημιουργούς που η βάση τους, είναι η πατρίδα μου, η Θεσσαλονίκη. Τελευταίο ανάλογο δείγμα είχα βιώσει μόνο με τους
Sleepin Pillow. Είναι η απόδειξη σε αυτό που είχα αναφέρει, σε ένα παλιότερο κείμενο, ότι η Θεσσαλονίκη, πάντα θα έχει μία ισχυρή μειοψηφία η οποία θα διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την πολιτιστική κληρονομιά της, ακόμα και στον καιρό που η πλειοψηφία που την αγνοεί ή και την καταπολεμά, φαντάζει ανίκητη.




Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Το μικρό μπαράκι



Ήταν σχεδόν δύο χρόνια πριν. Είχα εγκατασταθεί, οριστικά πλέον, στο Αϊντχόφεν. Είχα βρει δουλειά με κάποιες προοπτικές για το μέλλον, είχα βρει σπίτι για να μείνω, κάτι που είναι δυσκολότερο εδώ, από το να βρεις δουλειά και η μεταβατική περίοδος που είχε ξεκινήσει λίγους μήνες πριν, με τη μετανάστευση μου, μόλις είχε τελειώσει. Μια καινούρια ζωή ξεκινούσε. Από το μηδέν. Δεν γίνεται διαφορετικά.

Και όταν λέμε νέα ζωή εννοούμε ότι όλα ξεκινούσαν από την ανυπαρξία. Και αφού η δουλειά και το σπίτι είχαν τακτοποιηθεί, έπρεπε να αρχίζει σιγά-σιγά να χτίζεται και ο κοινωνικός κύκλος. Ναι, ακόμα και άτομα σαν εμένα που δεν φημίζονταν ποτέ για την δημοτικότητα τους, και νιώθουν συνήθως καλά με αυτό, θέλουνε να έχουν έστω κάποιους λίγους ανθρώπους τριγύρω τους να μπορούν να επικοινωνήσουν. Που και που.

Το αρκετά ασυνήθιστο, ωράριο εργασίας μου, δεν μου άφηνε πολλές επιλογές. Η δυνατότητα που είχα να βγαίνω, κυρίως καθημερινές, τις ελαχιστοποιούσαν ακόμα περισσότερο. Αλλά οι βδομάδες περνούσαν. Ο κύκλος παρέμενε από στενός, μέχρι ανύπαρκτος. Αν ήθελα να βγω, να πιω και να δω λίγο κόσμο έπρεπε να κάνω κάτι που απεχθανόμουν μέχρι τότε και απέφευγα με μανία, μαθημένος από την Ελλάδα. Να βγω μόνος.

Επιλογές, θεωρητικά υπήρχαν αλλά σχεδόν καμία δεν έδειχνε ότι θα ένιωθα άνετα αν πήγαινα κάπου και καθόμουν απλά πινόντας και χωρίς να μιλάω σε κανέναν. Η μόνη επιλογή που φαινόταν κάπως ταιριαστή για την όλη κατάσταση, ήταν ένα πολύ μικρό μπαράκι που είχα επισκευθεί λίγο καιρό πριν με έναν από τους πολλούς προσωρινούς συγκατοίκους μου. Θυμάμαι ότι με είχε γοητεύσει η ατμόσφαιρα και η αισθητική του. Παλιό κτίριο, αρκετών αιώνων (αργότερα έμαθα ότι είναι το παλιότερο κτίριο στο Αϊντχόφεν, από το 1711), με μία σκούρη, ξύλινη απόχρωση να κυριαρχεί, μία μεγάλη μπάρα και με έναν πίνακα στον τοίχο όπου απεικονίζονταν, μεταξύ άλλων, ο Τζώνυ Κας και ο Φρανκ Σινάτρα. Το μαγαζί ήταν το,
The Little One. Με την επεξήγηση, the speakeasy bar. Στη θεωρία ιδανικό για ένα τύπο σαν εμένα που το να μιλάει με αγνώστους, του φαίνεται πυρηνική φυσική.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκα μέσα και παρήγγειλα το ποτό μου, ένιωσα καλοδεχούμενος. Σπανιότατο, για να μην πω, πρωτοφανές. Καλοδεχούμενος και από τον χώρο και από το προσωπικό, το οποίο ήταν ένας μπάρμαν τη φορά. Ακόμα και από την μουσική, στην οποία κυριαρχούσαν οι δεκαετίες του 60’ και του 70’. Καθώς περνούσε ο καιρός και επισκεπτόμουν το μαγαζί τακτικά, 3 φορές τη βδομάδα, άρχισα να γνωρίζομαι καλύτερα μαζί τους σε βαθύτερο ανθρώπινο επίπεδο και να μοιραζόμαστε πληροφορίες για τις ζωές τους. Παρατηρούσα ότι όποτε έρχονταν στο μαγαζί σαν πελάτες και μεθούσαν, ήταν πάντοτε κύριοι και αγαπούσαν όλο τον κόσμο. Και είμαι από τους ανθρώπους που βγάζουν πολλά συμπεράσματα για κάποιον, όταν τον βλέπουν σουρωμένο.

Ταυτόχρονα άρχισα να γνωρίζομαι με άλλους τακτικούς θαμώνες του μαγαζιού. Με κάποιους από αυτούς δεθήκαμε περισσότερο, με άλλους απλά μείναμε
drink buddies. Δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι το μεγαλύτερο μέρος, του κύκλου που έχω στο Αϊντχόφεν, γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε σε αυτό το μπαρ.

Όλη όμως αυτή η ανθρώπινη επικοινωνία, λάμβανε χώρα μόνο τις καθημερινές και τα κυριακάτικα βράδια. Διότι Παρασκευή και Σάββατο, όπου έβγαινε όλο το Αϊντχόφεν έξω, το μικρό αυτό μπαράκι γέμιζε ασφυκτικά και έτσι κάθε δυνατότητα ειλικρινούς επαφής χανόταν. Αυτό ήταν και το μοναδικό «ελάττωμα» αυτού του μαγαζιού. Σε καμία περίπτωση, αρκετό για να φθείρει το δέσιμο που απέκτησα με αυτό τον χώρο και τους ανθρώπους του.

Πολλές όμορφες στιγμές σε αυτό το μικρό μπαράκι. Από την αυτοσχέδια χορωδία, στην οποία συμμετείχα ένα βράδυ και τραγουδούσαμε όλοι οι θαμώνες μαζί, το
Bohemian Rhapsody των Queen, στο πρώτο μου φιλί στην Ολλανδία, στην πτώση μίας μεθυσμένης ηλικιωμένης κυρίας που παρέσυρε στην πορεία της και έναν συμπότη μου, στο τσίπουρο που είχα φέρει στα γενέθλια μου και έκανα τη συμφωνία να το μοιράζουν κάθε τόσο σε σφηνάκια, στην πολυπολιτισμική εκείνη την μέρα παρέα μου. Και πόσα άλλα.

Όλα αυτά μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα, όπου περπατώντας με έναν φίλο, το είδα κλειστό με υποστηλώματα έξω. Μετά από λίγο είδα και ανακοίνωση στη σελίδα στο
facebook, ότι θα γίνει ανακαίνιση. Δυστυχώς όμως προχθές έμαθα ότι θα μείνει κλειστό για τουλάχιστον 6 μήνες. Και αμφίβολο αν όντως θα ξανανοίξει μετά. Είναι ειρωνεία. Ένα κτίριο που άντεξε μέχρι και τον βομβαρδισμό του Αϊντχόφεν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να έχει τώρα προβλήματα στατικότητας.

Είδα και μία μπαργούμαν που δούλευε στο
Little One, προχθές, σε ένα άλλο μπαράκι εκεί κοντά. Όταν βρεθήκαμε, δεν είπαμε τίποτα από τα τυπικά. Μου είπε μόνο, με εμφανή τη λύπη της, τη φράση: «Και τι θα κάνουμε τώρα; Είναι κρίμα». Και μετά από λίγο, αγκαλιαστήκαμε.

Ίσως να ακούγονται υπερβολικά όλα τα παραπάνω, αλλά αν δεν τα έχει ζήσει κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει. Ίσως και επειδή έτσι ήμασταν οι πιστοί θαμώνες του μαγαζιού αυτού. Αιώνιοι θηρευτές του οποιουδήποτε αμελητέου στοιχείου που μπορεί να θεωρηθεί, ρομαντικό.

Και θα μου λείψει αυτό. Όπως και το αποχαιρετιστήριο τραγούδι, που έπαιζε κάθε βραδιά όταν έκλεινε. Ένα τραγούδι που του ταίριαζε απόλυτα. Ελπίζω να το ξαναζήσω αυτό. Να κάθομαι, μεθυσμένος στο σκαμπό, στο μπαρ του
Little One και να ακούω τις πρώτες νότες του One more for my Baby (and one more for the road) του Φρανκ Σινάτρα, ενώ ο μπάρμαν μου βάζει ένα τελευταίο ποτό για το δρόμο, σε πλαστικό ποτήρι. Έτσι θα το θυμάμαι.




Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Η ιστορία ενός αγοριού



Ένα αγοράκι, γεννιέται κάπου. Του φοράνε γαλάζια φορμάκια, όσο είναι μωρό. Ενώ μεγαλώνει και αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να μιλάει αρχίζουν και του παίρνουν παιχνίδια. Κυρίως στρατιωτάκια αλλά και αυτοκινητάκια, τα οποία δεν του αρέσουν, αλλά συνεχίζουν να του τα δίνουν ως δώρο. Έτσι είναι το σωστό αγοράκι.

Ξεκινάει να πηγαίνει σχολείο. Δεν έχει πρόβλημα να παίζει είτε με άλλα αγοράκια, είτε με κοριτσάκια. Το μαθαίνουν όμως ότι δεν πρέπει να παίζει με κοριτσάκια διότι έτσι υπάρχει η πιθανότητα να γίνει «κουνιστός». Αντίθετα πρέπει να παίζει με αγοράκια, να αναπτύξει μέσα του, το στοιχείο του ανταγωνισμού και να μάθει να επιβάλλεται ακόμα και διά της βίας αν χρειαστεί. Πρέπει να είναι ο αρχηγός, ή τουλάχιστον ένας από τους αρχηγούς. Έτσι είναι το σωστό αγόρι.

Δεν του αρέσουν όμως αυτά και δεν είναι στη φύση του, ώστε να μπορέσει να τα εφαρμόσει αποτελεσματικά. Σύντομα τα άλλα αγοράκια αρχίζουν να τον αποκαλούν φλώρο, να τον αγνοούν και να τον σνομπάρουν. Αναγκάζεται να υιοθετήσει μία, φαινομενικά, πιο μαγκιόρικια συμπεριφορά, ώστε να μην είναι μόνος. Έτσι είναι το σωστό αγόρι. Μέχρι που αυτή θα αρχίσει να γίνεται πραγματική τουλάχιστον έχοντας έναν καθαρά αμυντικό προσανατολισμό.

Γίνεται έφηβος. Τα χαρακτηριστικά που είχε τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχουν ακόμα. Αρχίζουν τα πρώτα χτυποκάρδια. Η συνεσταλμένη όμως συμπεριφορά του δεν αποτελεί σύμμαχο για την επίτευξη των επιθυμιών του. Πλησιάζει κάποια κορίτσια, έχοντας μία ευγενική και ρομαντική προσέγγιση, μια και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αυτά είναι τα συναισθήματα του. Τελικά περνάει αδιάφορος, μια και δεν έχει τρόπο να επιβάλλει την παρουσία του, ούτε του αρέσει να κυνηγά. Και καταλήγει να νιώθει αόρατος, ανύπαρκτος με εξαίρεση τις στιγμές που γίνεται αντικείμενο χλευασμού επειδή τόλμησε να εκφραστεί. Σκέφτεται πως μπορεί να το αλλάξει αυτό, να γίνει σαν τα άλλα δημοφιλή αγόρια της ηλικίας του. Τους παρατηρεί και αντιλαμβάνεται ότι αυτό που τους κάνει επιθυμητούς, είτε σαν παρέα είτε σαν συντρόφους, είναι η δυνατότητα να επιβάλλονται στους άλλους, να τους μειώνουν, άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα. Έτσι είναι ο σωστός έφηβος. Αρνείται να το κάνει και τελικά τα εφηβικά του χρόνια, περνάνε αέρας.

Γίνεται φοιτητής. Παραμένει μη δημοφιλής, παρ’ ότι σε όλες τις συζητήσεις και τις αμπελοφιλοσοφίες που γίνονται, συνοδεία νερωμένου κρασιού, όλοι οι συνομιλητές του, του δίνουν δίκιο στα επιχειρημάτα του. Παρατηρεί τους συμφοιτητές του που είναι μέλη ισχυρών κομματικών παρατάξεων, να απολαμβάνουν πολύ μεγαλύτερης προσοχής από το πανεπιστημιακό περιβάλλον με ότι αυτό συνεπάγεται για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Αντιλαμβάνεται ότι, η θέση τους είναι αυτή που τους δίνει εξουσία και αυτή με τη σειρά της, τους δίνει την προβολή που χρειάζονται για τη δημοτικότητα τους. Έτσι είναι ο σωστός άντρας. Τελειώνει το πανεπιστήμιο.

Βγαίνει στην αγορά εργασίας. Καταλαβαίνει ότι όντας υπάλληλος έχει πολύ λιγότερο κύρος από αυτούς που έχουν δικιά τους επιχείρηση. Η κοινωνία απαιτεί από αυτόν, εφόσον είναι άντρας, να έχει αρκετά λεφτά και να τα επιδεικνύει, με τα αντίστοιχα ρούχα και αμάξια καθώς και διαφεντεύοντας άλλους ανθρώπους, μια και πρέπει να είναι αφεντικό. Πρέπει να πηγαίνει γυμναστήριο, αν χρειαστεί να παίρνει στεροειδή και να μοστράρει τα μούσκουλα του στην παραλία. Έτσι είναι ο σωστός άντρας.

Αυτός όμως αφενός δεν έχει τίποτα από τα παραπάνω, αφετέρου δεν γουστάρει να έχει τίποτα από τα παραπάνω. Αυτός, αυτό που θέλει, είναι να έχει έναν άνθρωπο ισότιμο απέναντι του, για τον οποίο όμως θα είναι έτοιμος να θυσιαστεί για να τον προστατέψει, σε περίπτωση που χρειαστεί, από τους υπόλοιπους. Και να είναι αμφίδρομο αυτό το συναίσθημα, αν χρειαστεί. Δεν είναι κυνηγός, το έχει αντιληφθεί, τι και αν προσπάθησε επιφανειακά να το εφαρμόσει μια και με αυτό απαιτούσε ο κόσμος από αυτόν. Είναι προστάτης, διακριτικός, έτοιμος να το εκδηλώσει, όποτε και αν, χρειαστεί.

Αυτά τα στοιχεία του όμως δεν τον προσφέρουν τίποτα άλλο από μία θέση στο περιθώριο. Οι γυναίκες τον αφήνουν, για άλλους που ασκούν ακόμα και σωματική βία πάνω τους, επειδή μάλλον τους φάνηκε πιο αρρενωπή η συμπεριφορά τους. Έτσι είναι ο σωστός άντρας, έτσι τις έχουν μάθει, ο διάλογος και ο σεβασμός είναι για τους αδύναμους. Τα αφεντικά δεν τον σέβονται παρ’ ότι δίνει τον καλύτερο του εαυτό στην εργασία του. Οι φίλοι τον χαιρετάνε και ένα αίσθημα λύπησης σχηματίζεται στο βλέμμα τους.

Στο κρεβάτι, ενώ έχει μείνει πολλές φορές ανικανοποίητος από την πράξη, δεν το έχει εκφράσει ποτέ προκειμένου να μην προσβάλλει την παρτενέρ του. Αντίθετα ο ίδιος έχει δεχτεί πολλές φορές αρνητική κριτική και για τις επιδόσεις του και για το μέγεθος του. Διότι θα έπρεπε να επιβάλλεται στο κρεβάτι, θα έπρεπε το μόριο του να είναι αντίστοιχο των προβαλλόμενων προτύπων. Έτσι είναι ο σωστός ο άντρας.

Τα χρόνια περνάνε και τελικά κάνει οικογένεια. Κάνει δύο δουλειές για να συντηρήσει τα μέλη της. Παθαίνει αυτοκινητιστικό ατύχημα. Φτηνά τη γλίτωσε, αλλά δεν θα μπορεί να εργαστεί για κάποιο καιρό. Απολύεται και από τις δύο, τις δουλειές του. Η συζυγος του, τον αφήνει και του απαγορεύει να δει τα παιδιά του μια και δεν μπορεί λόγω της παρούσας οικονομικής του κατάστασης να τους προσφέρει αυτά που ένας άντρας πρέπει να τους προσφέρει. Είναι ένας αποτυχημένος, ενώ θα έπρεπε να ήταν επιτυχημένος, ακόμα και αν αυτό θα απαιτούσε την έκπτωση των ηθικών του αξιών. Έπρεπε να μπορεί να προσφέρει τα περισσότερα στην οικογένεια, ανεξαρτήτος τιμήματος. Έτσι είναι ο σωστός ο άντρας.

Τώρα που έχει γεράσει και ενώ κάθεται μόνος του σε ένα παγκάκι, αντιλαμβάνεται ότι ποτέ δεν υπήρξε σωστός άνδρας, όπως η ανατομία του σώματος προκάλεσε τους άλλους να απαιτούν από αυτόν. Ποτέ δεν εκπλήρωσε τις απαιτήσεις που είχε η κοινωνία, άντρες και γυναίκες, από το φύλο του. Κάπως έτσι η ζωή του πέρασε χωρίς ιδιαίτερες χαρές. Ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει, για να είναι σωστός άνθρωπος. Με τα δικά του κριτήρια.




Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Ο πατριωτισμός(;;;) των Ελλήνων



Ένα απόφθεγμα του Όσκαρ Ουάιλντ αναφέρει το εξής: «Ο πατριωτισμός είναι η αρετή των φαύλων». Η αλήθεια είναι ότι διαφωνώ με αυτή την άποψη η οποία υιοθετείται από πολλούς. Θεωρώ ότι συμψηφίζει τον υπερεθνικισμό με τον πατριωτισμό. Και αυτό ετυμολογικά είναι λανθασμένο. Υπερεθνικισμός σημαίνει να θεωρεί κάποιος την καταγωγή του ανώτερη από άλλες, άρα να βλέπει ταυτόχρονα μειοτικά τους υπόλοιπους λαούς, ενώ πατριωτισμός είναι να αγαπάει κάποιος την συνολική καταγωγή του.

Εν μέρει βέβαια δικαιολογείται αυτός ο συμψηφισμός μια και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στην ανθρώπινη ιστορία όπου, στην πράξη υπερεθνικιστές, κομπάζανε για τον πατριωτισμό τους. Εγώ παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι οι λέξεις είναι εργαλεία και δεν ευθύνονται οι ίδιες για την χρήση που τους αποδίδεται.

 Ίσως έχει να κάνει και με τι αντιλαμβάνεται ο καθένας ως πατρίδα. Εγώ προσωπικά, βάσει της κοσμοθεωρίας μου αντιλαμβάνομαι ως πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη μια και εκεί διαμορφώθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της η προσωπικότητα μου, με ότι καλό ή κακό μπορεί να σημαίνει αυτό. Κάπως έτσι δεν νιώθω ιδιαίτερα Έλληνας πατριώτης χωρίς όμως και να έχω καμιά ιδιαίτερη αντιπάθεια προς την Ελλάδα και τους Έλληνες αντίθετα έχω μία ιδιαίτερη έγνοια για τις περιοχές που κατοικούν ομόγλωσσοι μου, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινή πολιτισμική ταυτότητα, αυτή του Ρωμιού. Παρ’ όλα αυτά όμως βλέπω πολλούς Έλληνες να κραυγάζουν για τον πατριωτισμό τους και να αποκαλούν πολύ εύκολα όποιους δεν συμφωνούν μαζί τους, προδότες. Είναι όμως οι Έλληνες, όσοι δηλώνουν, τόσο πατριώτες όσο φωνάζουν ότι είναι;

Καθώς μεγάλωνα, λοιπόν παρατηρούσα όλο και περισσότερες περιπτώσεις που ο πατριωτισμός στα λόγια δεν μετουσιωνόταν σε αντίστοιχες πράξεις. Το αντίθετο διαψευδόταν. Βλέπε τα λαδώματα από εδώ και απο εκεί, τα σκάνδαλα των πολιτικών, η φοροδιαφυγή, η εκμετάλλευση των υπαλλήλων, η ξενομανία στην κατανάλωση, ο χαρακτηρισμός Ελλήνων πολιτών ως Βούλγαρους ή Τούρκους/Τουρκόσπορους και κάπως έτσι φυτεύτηκαν για τα καλά μέσα μου οι σπόροι της καχυποψίας όποτε άκουγα κάποιον να κόπτεται για τον πατριωτισμό του.

Οι οποίοι όλο και αναπτύσσονταν μέσα μου. Και ξεπετάχτηκαν όταν ήρθε η ώρα και εγώ να αποδείξω, μαζί με άλλους αρρένες συμπολίτες της γενιάς μου, τον όποιο πατριωτισμό μου όπως είθισται στο Ελληνικό κράτος μέχρι και σήμερα, υπηρετώντας τον Ελληνικό στρατό. Το κατά πόσο είναι σωστή η συγκεκριμένη διαδικασία ή όχι, είναι ένα άλλο τεράστιο θέμα το οποίο θα ήταν καλό να αναλυθεί σε άλλο κείμενο. Είναι γεγονός όμως ότι είναι κοινώς αποδεκτό από τους Έλληνες που δηλώνουν «πατριώτες», ότι η στρατιωτική τους θητεία είναι μία απόδειξη της συγκεκριμένης ιδιότητας τους.

Βρισκόμουν, λοιπόν, το 2013 στο Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού στη Θήβα. Ήταν και η Χρυσή Αυγή της μόδας τότε, προτού τη δολοφονία του Φύσσα, και πραγματικά πάρα πολλοί συνφάνταροι μου το παίζανε κομάντο και έτοιμοι να θυσιαστούν για την πατρίδα. Επειδή όμως, όπως ανέφερα και προηγουμένως, οι πράξεις δεν ακολουθούν πάντα τις λέξεις, ειδικά αυτές που προφέρονται με ένταση και πάθος, λίγες μόλις μέρες μετά ήρθε η διάψευση.

Ήταν η μέρα που ανακοινώθηκαν οι μονάδες που θα μετατιθόμασταν για να υπηρετήσουμε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας μας. Παίζει να ήμασταν μαζεμένοι καμιά 350αριά φαντάροι όπου περιμέναμε και αγωνιούσαμε να μάθουμε σε ποιο μέρος της Ελλάδας θα βρεθούμε. Αγωνιούσαμε; Η συντριπτική πλειοψηφία μάλλον όχι. Τα αποτελέσματα ήταν, γύρω στα 10 άτομα στον Έβρο, 2-3 στη Φλώρινα και άλλοι 5-6 στη Λέσβο. Βάλε και καμιά 30αριά που θα πήγαιναν ειδικές δυνάμεις και Κύπρο. Οι υπόλοιποι Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Δεν ένιωσα ιδιαίτερα μαλάκας που με έστειλαν στον Λαγό Διδυμοτείχου, στον Βόρειο Έβρο. Ήξερα ότι δεν θα μου έλειπαν ούτε τα γιουβαρλάκια της μαμάς ούτε οι αγκαλίτσες της γκόμενας, όπως φάνηκε ότι θα γινόταν στη συντριπτική πλειοψηφία των υπόλοιπων φανατικών πατριωτών φαντάρων. Θα ανακάλυπτα και ένα καινούριο μέρος. Και δεν πήγαινα και σε καμιά εμπόλεμη ζώνη. Ίσως μου την έσπαγε λίγο που ήταν πολύ πιο αυστηρά και προβλεπέ από αλλού και που υπήρχαν περίοδοι που με πήγαινε 20 μέσα 1 έξω, ή όταν έκανα 87 μέρες να πάρω άδεια ή όταν έπεφταν απανωτές επιθεωρήσεις από Μέραρχους και Αντιστράτηγους, λόγω της κρισιμότητας της περιοχής. Παρεπιπτόντως είναι μέχρι τώρα ρεκόρ, σε όποιες συζητήσεις έχω κάνει με στρατιώτες της γενιάς μου κανείς δεν έμεινε τόσες μέρες χωρίς άδεια. Και τα δύο φαινόμενα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης προσωπικού όχι μόνο σε φαντάρους αλλά και σε επαγγελματίες οπλίτες. Και όλα αυτά στην πιο κρίσιμη, για ευνόητους λόγους, στρατιωτική περιοχή της χώρας. Πατριωτισμός εναντίον βίσματος, σημειώσατε 2.

Αυτή ήταν η πλέον σημαντική εμπειρία για μένα για να καταλάβω ότι οι Έλληνες στην πλειοψηφία δεν είναι πατριώτες. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Το κακό είναι ότι δηλώνουν έτσι. Και στα επόμενα χρόνια όχι μόνο δεν διαψεύστηκα το αντίθετο επιβεβαιωνόμουν. Ειδικά σε περιόδους οπού κρίσιμα εθνικά θέματα προκύπτουν όπως πρόσφατα με το όνομα της Μακεδονίας όπου η αρχική μου σελίδα, βομβαρδιζόταν καθημερινά από τις λέξεις «πατρίδα», «Ελλάδα», «προδοσία» κ.τ.λ. Ένα πατριωτόμετρο άνευ προηγουμένου.

Και όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις οι κραυγές και ιαχές του πατριωτισμού σπάνια συνοδεύονται από ιστορικές γνώσεις. Πραγματικά πως γίνεται κάποιος να δηλώνει πατριώτης χωρίς να έχει νιώσει την ανάγκη να μελετήσει σε βάθος την ιστορία του τόπου καταγωγής του; Θα αναρωτηθεί κανείς, θα παραμείνει πατριώτης αν το κάνει; Για πατριώτης δεν ξέρω αλλά υπερεθνικιστής σίγουρα δεν θα γίνει εκτός αν πάσχει από εκ γενετής εγκεφαλική βλάβη.

Άραγε όλοι αυτοί που ανέβαζαν φωτογραφίες με τον Αλέξανδρο ματωμένο(άσχετα αν τελικά ήταν ο Δαυίδ στο άγαλμα) γνωρίζουν ότι ο Αλέξανδρος από τη στιγμή που έφυγε από τη Μακεδονία δεν ξαναπάτησε ποτέ; Ότι θεωρούσε τον εαυτό του άπειρα σπουδαιότερο από την πατρίδα του, όπως τον είχε προετοιμάσει και ο πατέρας του Φίλιππος με τη γνωστή φράση «γιε μου βρες ένα βασίλειο που να σου αρμόζει διότι η Μακεδονία είναι πολύ μικρή για σένα»; Εν μέρει δικαιολογημένα διότι οι στρατιωτικές του νίκες ήταν όλες ιδιοφυείς από στρατηγική οπτική. Γνωρίζουν ότι παραγκώνισε τους Μακεδόνες στρατηγούς του για αυτό και αυτοί πιθανότατα τον φάγανε; Έτσι υποστήριζε η μητέρα του Ολυμπιάδα δηλαδή. Την οποία οι Μακεδόνες αντίπαλοι της(Κάσσανδρος), τη λιθοβολήσαν και άφησαν το πτώμα της άταφο να σαπίσει. Γνωρίζουν ότι αργότερα ο μοναδικός γιος του Αλέξανδρου και της γυναίκας του Ρωξάνης δολοφονήθηκαν από τους ίδιους που σκότωσαν την Ολυμπιάδα;

Γνωρίζουν τον Αντίγονο Γονατά και το γεγονός ότι αναστήλωσε το Μακεδονικό κράτος και η χώρα του δεν κελτοποιήθηκε, νικώντας οριστικά (είχαν πετύχει πρώτα μεγάλη νίκη, οι Αιτωλοί) τους Γαλάτες επιδρομείς; Μάλλον όχι μια και φαίνεται ότι φτιάχνονται μόνο με κατακτήσεις αχανών εκτάσεων και επιβολή σε ξένους πληθυσμούς. Γνωρίζουν για τον αγώνα του Περσέα εναντίον των Ρωμαίων, ότι η Μακεδονία ήταν το μοναδικό κράτος που αντιστάθηκε ουσιαστικά σε αυτούς, ενώ η πλειοψηφία των Νότιων Ελλήνων συμμάχησαν με τον κατακτητή, κοινώς στήσαν κώλο; Γνωρίζουν ότι η Θεσσαλονίκη, σημαντικότερη πόλη της Μακεδονίας, στην επανάσταση του Ανδρίσκου, αντί να συμμετάσχει βοήθησε την Ρωμαϊκή αρχή για αυτό και οι Ρωμαίοι της πρόσφεραν τα εφόδια για να αναπτυχθεί και να γίνει μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αυτοκρατορίας;

Γνωρίζουν ότι σε όλους τους χάρτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας(που δεν ξέρουν ότι αυτοαποκαλούταν Αυτοκρατορία της Ρωμανίας) τον 8ο και τον 9ο αιώνα δεν περιλαμβάνεται το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, διότι ήταν ανεξάρτητες Σκλαβηνίες, σλαβικά φέουδα με άλλα λόγια;

Γνωρίζουν ότι ο αδερφός του Βούλγαρου Τσάρου Σαμουήλ, Δαυίδ, είχε κέντρο των κτήσεων του την Καστοριά και την Πρέσπα και ότι η επικράτεια του έφτανε μέχρι κοντά στη Θεσσαλονίκη και τη Θεσσαλία; Γνωρίζουν ότι είχαν την υποστήριξη των ντόπιων κάτι που αποδεικνύεται από το ότι ο Βασίλειος Β’ για να νικήσει τον Σαμουήλ χρειάστηκε να πολιορκήσει την Βέροια την Καστοριά και τα Βοδενά, σημερινή Έδεσσα;

Γνωρίζουν ομως ότι πολλοί ντόπιοι πρόσφατοι, πρόγονοι τους μιλούσαν Βουλγάρικα ή Σλάβικα. Και ούτε αναρωτιούνται πως γίνεται ενώ είναι Έλληνες καθαρόαιμοι, όπως λένε, να μιλούσαν άλλη γλώσσα. Δεν κάνω προπαγάνδα υπέρ των γειτόνων απλά θέτω ιστορικά στοιχεία τα οποία θέτουν εύλογα τις κραυγές περί Μακεδονίας μίας και απόλυτα Ελληνικής σε αμφισβήτιση. Αμφισβήτιση όχι της εν μέρει, ίσως και πλειοψηφικά, Ελληνικής ταυτότητας της αλλά της απόλυτα Ελληνικής. Ίσως αυτή η γνώση να τους έκανε λιγότερο φανατικούς.

Για να μην αναφέρω τους νότιους Έλληνες οι οποίοι ξαφνικά θυμήθηκαν την Ελληνικότητα της Μακεδονίας τη στιγμή που στα γήπεδα τους η ιαχή «Βούλγαροι» όποτε παίζουν με ομάδα της Ελληνικής Μακεδονίας καλύπτει οποιαδήποτε άλλα συνθήματα. Βλέπετε αυτοί οι Έλληνες πατριώτες το παίζουν καθαρόαιμοι Έλληνες αγνοώντας το γεγονός ότι ονομασίες όπως Σπάτα και Λιόσια έχουν πάρει το όνομα τους από τους Αλβανούς οπλαρχηγούς, ονόματι Σπάτας και Λιόσιος, μέρος των αλβανικών κυμάτων που μετοίκησαν την Στερεά Ελλάδα τον 14ο αιώνα, όπως αναφέρει και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός.

Ο πατριωτισμός και η αγάπη για την πατρίδα είναι εύκολος στα λόγια. Και όταν μένει μόνο στα λόγια και όχι στις πράξεις που αναλύονται παραπάνω, αποδεικνύει ότι είναι χαρακτηριστικό ανθρώπων χαμηλής αυτοεκτίμησης και ποιότητας γενικά. Και μπορεί να διαφωνώ όπως είπα με την ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ στην αρχή του κειμένου αλλά με την προσθήκη ενός επιθέτου, θα συμφωνούσα απόλυτα. Ο υποκριτικός πατριωτισμός είναι η αρετή των φαύλων. Και είναι «αρετή» πολλών Ελλήνων που δηλώνουν, κραυγάζοντας, «πατριώτες».

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε προτού τις πυρκαγιές που έλαβαν χώρα στην Αττική τον Ιούλιο. Εκεί η πλειοψηφία των Ελλήνων, έδειξαν ότι στις στιγμές καταστροφής, νοιάζονται για την χώρα και τον συμπολίτη τους. Και είναι γεγονός ότι δεν ήταν η πρώτη φορά. Παρ’ όλα αυτά δεν αναιρώ ότι έγραψα στο παραπάνω κείμενο, διότι στην καθημερινότητα μας, στην οποία αναφέρομαι, σπάνια πράττουμε συνολικά, αντίστοιχα.



Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της...


Έχω χαθεί εδώ και ώρα σε αυτή την σκοτεινή και βρώμικη γειτονιά. Και αγνοώ το πως βρέθηκα εδώ, τι με οδήγησε σε αυτούς τους κακόφημους δρόμους. Δεν ξέρω ούτε πόση ώρα είμαι εδώ, ούτε καν τι ώρα είναι. Χαμένος κάπου στον χωροχρόνο, ανίκανος προς το παρόν να γυρίσω στην αφετηρία αυτής της βόλτας μου. Την οποία δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου.

Καθώς περιπλανιέμαι ανάμεσα σε αναποδογυρισμένους κάδους σκουπιδιών, τοίχους «διακοσμημένους» με συνθήματα ομάδων και ερωτικές αφιερώσεις, βλέπω ένα φως σε ένα παράθυρο σε ένα ισόγειο. Πλησιάζω στο παράθυρο, κοιτάω όσο γίνεται πιο διακριτικά. Μέσα είναι μία ηλικιωμένη κυρία, η οποία φοράει μόνο τη μαύρη νυχτικιά της και καλωπίζεται.

Εκείνη τη στιγμή, σαν να αισθάνεται το κοίταγμα μου και γυρνάει το βλέμμα της προς το μέρος μου. Είναι πολύ αργά για να υποκριθώ ότι δεν κοιτούσα. Την βλέπω που πλησιάζει προς την πόρτα του μικρού ισόγειου διαμερίσματος. Εγώ έχω παραλύσει αρκετά από την ντροπή μου, στη σκέψη ότι μπορεί να πιστεύει ότι κοιτούσα αδιάκριτα, έτσι ώστε να μην μπορώ να απομακρυνθώ. Η πόρτα ανοίγει.

Με καλησπερίζει και με προσκαλλεί με ένα πονηρό χαμόγελο να περάσω μέσα. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να είναι εκδιδομένη. Το τελευταίο πράγμα όμως που ήθελα εκείνη την ώρα θα ήταν να ερωτοτροπίσω, γενικά, αλλά και ειδικά με μία γυναίκα πολύ μεγαλύτερη από μένα. Ενώ όμως συνεχίζει να μου χαμογελάει πονηρά, σκέφτομαι ότι θα ζει χρόνια σε αυτή τη γειτονιά και ίσως θα ξέρει να μου δείξει ένα τρόπο για να βρω τον δρόμο μου.

Με κερνάει ένα καφέ και ένα γλύκισμα. Και αρχίζει να μου εξιστορεί τη ζωή της, χωρίς να της το ζητήσω. Μου φαίνεται πως δεν έχει στο μυαλό της οποιαδήποτε συναλλαγή, φαίνεται απλά σαν να θέλει να μιλήσει κάπου, ίσως γιατί έχει πάρα πολύ καιρό να το κάνει. Ίσως επειδή είναι και ένα συνηθισμένο χαρακτηριστικό των ανθρώπων που έχουν βιώσει μεγάλο αριθμό εμπειριών στη ζωή τους, ειδικά όταν αυτή πλησιάζει αργά αλλά σταθερά στο τέλος της.

Μαθαίνω ότι έχει ζήσει όλη της τη ζωή στη γειτονιά. Ο πατέρας της ήταν ένας ντόπιος προαγωγός που την εξέδιδε. Δείχνει να μην θυμάται ή τουλάχιστον να μην έχει να θυμάται πολλά πράγματα από αυτόν ούτε και να κρατάει κάποια ιδιαίτερη κακία εναντίον του. Φαντάζομαι αυτό είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε γειτονιές σαν αυτή. Αφηγείται με μία αδιαφορία τις λίγες αναμνήσεις που έχει από αυτόν.

Προτού ενηλικιωθεί, απήχθη από έναν άλλο προαγωγό, λατινικής καταγωγής ο οποίος μάλιστα έβγαλε εκτός παιχνιδιού τον πατέρα της σε όλη τη γειτονιά. Αυτός προσπάθησε να αντιδράσει λίγο καιρό μετά, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ακόμα και η ίδια γοητευμένη από τον Λατίνο αρνήθηκε να τον βοηθήσει και έτσι σύντομα ο πατέρας της εξαφανίστηκε. Τον ερωτεύτηκε τον Λατίνο διότι της συμπεριφέρθηκε όμορφα και στοργικά, παρ’ ότι όμως ποτέ δεν την αναγνώρισε ως κάτι σαν γυναίκα του. Μόνο κάποιες μεμονωμένες νύχτες έβρισκε παρηγοριά στην αγκαλιά της.

Καθώς μιλάει παρατηρώ ότι μέσα από την πληθώρα ρυτίδων που έχει στο πρόσωπο της, τα μάτια της παραμένουν ακόμα ζωντανά και λαμπερά, αν και κάπως κουρασμένα. Οι ραγάδες στα μπράτσα της δεν αρκούν για να κρύψουν τη γοητεία στις κινήσεις των χεριών της και στη γενική συμπεριφορά της. Τα μαλλιά της είναι βαμμένα μαύρα, αλλά ασυνήθιστα πυκνά για την ηλικία της. Πρέπει να ήταν πολύ όμορφη γυναίκα στα νιάτα της.

Η διήγηση της συνεχίζεται σχετικά με τον Λατίνο ο οποίος όμως πλέον έχει εγκατασταθεί οριστικά στη γειτονιά της με αποτέλεσμα πλέον να εκφράζεται, να συμπεριφέρεται και να λογίζεται από όλους, σαν ντόπιος. Τα χρόνια περνάνε και παρ’ ότι είναι από τις επίλεκτες κοπέλες του, δεν είναι η μία. Άλλη έχει αυτό το προνόμιο. Κατά καιρούς άλλοι προαγωγοί από μακρινές χώρες προσπάθησαν να την κλέψουν άλλα μάταια. Αντιστάθηκε σθεναρά, ήθελε να παραμείνει στα ασφαλή, όπως τα φανταζόταν αυτή χέρια του αφέντη της. Ο οποίος όντως σε γενικές γραμμές την προστάτευε καλά. Με εξαίρεση δύο φορές που ισάριθμοι πελάτες, ένας Κρητικός με Ισπανική καταγωγή και ένας Σικελός με Γαλλική, τη κακοποίησαν και τη λήστεψαν.

Τελικά ένας Γάλλος, κατάφερε να την απαγάγει και αυτή δεν αντιστάθηκε ιδιαίτερα μια και είχε χάσει τον αρχικό της έρωτα για τον προηγούμενο εργοδότη της. Γενικότερα φαίνεται ότι της άρεσε αυτής της γυναίκας να αφήνεται σε ότι της επιφύλασσε η μοίρα. Ένας ξάδερφος του προηγούμενου ντόπιου προαγωγού της, την έκλεψε από τον Γάλλο αλλά σύντομα την επέστρεψε στο συγγενή του. Αρχικά της φέρθηκε καλά, αλλά σύντομα επέστρεψε στην ίδια κακή συμπεριφορά.

Με όλα αυτά που είχε περάσει όμως, είχε καλλιεργήσει την προσωπικότητα της και ταυτόχρονα τη γοητεία της. Έφτασε σε σημείο να είναι το ίδιο, αν όχι περισσότερο, δημοφιλής και από την επίσημη αγαπημένη του ντόπιου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ένας πελάτης της, να παλέψει με νύχια και με δόντια για να την απελευθερώσει από κάθε μορφής σκλαβιά. Γοητεύτηκε από αυτή του την κίνηση. Ήταν και ο ίδιος ντόπιος και τον ήξερε από μικρό παιδί. Δυστυχώς όμως ο προαγωγός επιβλήθηκε εναντίον του και αυτή επέστρεψε σε αυτόν παρ’ ότι έβλεπε ότι το τέλος του πλησίαζε. Ίσως να μην ήταν έτοιμη για αυτή την αλλαγή.

Όντως το τέλος του ήρθε σύντομα. Άλλος προαγωγός εμφανίστηκε, από την Ανατολή αυτή τη φορά, είχε κατάφέρει να κυριαρχίσει σε όλη τη γειτονιά, πότε δια της βίας και πότε δια της καλύτερης συμπεριφοράς που έδειχνε από τον προηγούμενο αφέντη. Αυτή είχε αρχίσει να μεγαλώνει αν και παρέμενε ελκυστική, η πελατεία της μειώθηκε. Βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τα κουτσούβελα που είχε αποκτήσει από τον ντόπιο προαγωγό, τον εξ’ ανατολών, και κάποιων πελατών της. Και μαζί με αυτά της φόρτωσε και ένα παιδί που πιο πριν το είχε διώξει μία Ισπανίδα, διότι της φαινόταν πολύ διαφορετικός. Το αγάπησε και αυτό σαν δικό της και εκείνο την αποκαλούσε μάνα του.

Τα χρόνια περνούσαν. Τα παιδιά της, ζούσαν σε γενικές γραμμές αρμονικά μεταξύ τους, ενώ άλλοι προαγωγοί δεν εμφανίστηκαν εκείνα τα χρόνια, τουλάχιστον που να τη διεκδικήσουν. Μέχρι που και αυτός ο αφέντης έχασε μεγάλο μέρος της δύναμης του. Τα παιδιά της, βλέποντας το αυτό, εξεγέρθηκαν εναντίον του και κατάφεραν και τον έδιωξαν. Αλλά μετά μάλωσαν για το ποιος θα την έχει δίπλα του. Τελικά το παιδί του ντόπιου και μακροημερέστερου αφεντικού της, επικράτησε. Έδιωξε τα υπόλοιπα παιδιά, της επέτρεψε να κρατήσει μόνο αυτό που υιοθέτησε. Στη συνέχεια ο γιος της που είχε την εξουσία της έφερε και άλλα παιδιά συγγενείς του, μάλλον από κάποια ηθική υποχρέωση μια και ο ίδιος στην αρχή δεν τα φερόταν καθόλου καλά.

Ένα μεγάλο πλήγμα για την ίδια, ήταν η απαγωγή του θετού της γιου από έναν Γερμανό πελάτη που επίσης την κακομεταχειρίστηκε βάναυσα. Αυτός εκδιώχθη λίγο μετά. Και αυτή έμεινε μόνη με τα παιδιά από τον ντόπιο, δικά της και μη τα οποία δεν ενδιαφέρθηκαν να σώσουν το θετό, ίσως και να χάρηκαν που το ξεφορτώθηκαν. Μου λέει με στεναχώρια, ότι τα παιδιά της δεν της έχουν φερθεί καλά και σπάνια τη θυμούνται. Η συμπεριφορά τους ειναι που την έχουν κάνει να φαίνεται τόσο γερασμένη.

Παρ’  όλα αυτά, τώρα που τελείωσε την αφήγηση της αντιλαμβάνομαι ότι η γοητεία της παραμένει και έχει την πηγή της στις εμπειρίες που έζησε από τους τόσους και τόσο διαφορετικούς ανθρώπους που γνώρισε και αφήσαν το στίγμα τους πάνω της. Μπορεί να μην το καταλαβαίνει αλλά αυτό γίνεται φανερό ακόμα και στα πιο αμελητέα στοιχεία της συμπεριφοράς της και της αύρας της.

Τη ρωτάω, ενώ τη βλέπω δακρυσμένη, για το πως θα βρω το δρόμο μου έξω από αυτή τη γειτονιά. Δεν ξέρω αν τη ρώτησα, διότι θυμήθηκα τον αρχικό σκοπό της επίσκεψης μου, τον οποίο είχα ξεχάσει συνεπαρμένος από την αφήγηση της ή αν την ρώτησα απλά για να αλλάξω θέμα.

Μου απαντάει πως ότι είχε να μου πει το είπε. Και με ευχαριστεί που την άκουσα, κάτι σπάνιο όπως μου εξομολογείται. Την χαιρετάω καθώς οδεύω προς τα την εξώπορτα. Μου ζητάει σαν χάρη να μην την ξεχάσω και να περνάω που και που για να με κερνάει κάποιο γλύκισμα από τα χεράκια της. Και ίσως και για κάποια ιστορία που ξέχασε να μου αναφέρει. Της το εγγυώμαι.

Βγαίνω από το ισόγειο. Περιέργως τώρα δεν με αγχώνει που δεν ξέρω προς τα που θα πάω. Ίσως γιατί μου αρέσει η αίσθηση ότι κάποιες φορές θα ξαναβρίσκομαι εδώ και θα υπάρχει πάντα αυτή η γωνιά με αυτή τη γριά ιερόδουλη, να μου προσφέρει τις ιστορίες της και τα κεράσματα της.

Υ.Γ. Όλα τα παραπάνω, είναι μία σκέψη που δημιουργήθηκε στο μυαλό μου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας, μοναχικής βόλτας μου στη Θεσσαλονίκη.